DEFTONES: “Gore”

Συχνά οι δέκα-είκοσι γραμμές που γράφει κανείς για ένα σχήμα τόσο πετυχημένο όσο οι καλιφορνέζοι Deftones, είναι πολύ περιορισμένες για να συμπεριληφθούν τα πάντα.

Πέραν αυτού, μία μπάντα που υπάρχει εδώ και 28, τουλάχιστον, χρόνια και έχει περάσει ουκ ολίγες φορές δια πυρός και σιδήρου, άλλως λέγε με απώλεια μέλους, κατάχρηση ουσιών, προστριβές, η συνεχώς επαπειλούμενη διάλυση της και τον τίτλο “the coolest band in the world”, είναι λογικό να έχει τα υψηλά και τα χαμηλά σημεία στην καριέρα της.

Ένα από τα υψηλά αυτά σημεία είναι και η παρούσα κυκλοφορία του κουιντέτου από το θερμότατο Σακραμέντο. Έχοντας πλέον μεσολαβήσει σχεδόν τέσσερα  έτη από το φανταστικό “Koi No Yokan” του 2012, για το οποίο επισκέφτηκαν για πρώτη φορά και τη χώρα μας, με κάποια άκρως επιτυχημένα project, όπως οι Palms και οι Crosses, στα μπαγκάζια τους, με το χαμένο κι αμφιλεγόμενο album “Eros” να συνεχίζει να ακούγεται και τον κιθαρίστα και ιδρυτικό μέλος, Stephen Carpenter, να ισχυρίζεται ότι ήταν ο δίσκος στον οποίον δεν ήθελε να συμμετέχει, οι ‘Tones αποδεικνύουν ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες rock μπάντες αυτού του πλανήτη από τις πρώτες, κιόλας, νότες του παρόντος.

Συνεχίζοντας το σερί από την a-la Metallica αναγέννηση τους, κατόπιν του τραγικού θανάτου του αρχικού μπασίστα τους, Chi Cheng, που ξεκίνησε με το κορυφαίο “Diamond Eyes” του 2009, η μπάντα δίνει ένα ακόμη δείγμα “πηχτής”, όπως λέμε Gore, τραγουδοποιίας. Το επηρεασμένο από τους ρηξικέλευθους Palms, εναρκτήριο τραγούδι “Prayers/Triangles” θαμπώνει τόσο με το υπερχαλαρωτικό, υποθαλάσσιο ριφάκι, όσο και με τη μυστικιστική και ψυχεδελίζουσα θεματολογία του, που συνοδεύεται και από ένα αντίστοιχο hip clip. Οι χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες του Carpenter στο καυστικό “Acid Triangle”, που διαδέχεται το opening track, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από αυτές των Paradise Lost, αλλά με τη σειρά τους κάνουν πάσα σε ένα άκρως επεξεργασμένο ορυμαγδό παραμορφωμένων φωνητικών και ηλεκτρονικών ήχων.

To δεύτερο single του δίσκου, “Hearts/Wires” πάει να αντικαταστήσει το ταξιδιάρικο “Rosemary” από τον προηγούμενο δίσκο, ενώ αλλού το “(L)Mirl” ακούγεται σαν φουτουριστικό θέμα από western του Ταραντίνο. Το εισαγωγικό riff του “Pittura Infamante”, δυσφημιστικό πορτραίτο εις την ιταλική, φέρνει στο νου πιο παραδοσιακές metal/rock φόρμες, ενώ το σοκαριστικό, για την  ιστορία της μπάντας, solo του θεού Jerry Cantrell, στο “Phantom Bride”, παιχνιδίζει απίστευτα με τη φωνή του Chino Moreno, ο oποίος είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής του δίσκου. Η φωνή του καλύπτει όλα τη μήκη και πλάτη του μοναδικού αυτού εγχειρήματος, όπως φαίνεται στο ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, όπου ακούγεται πιο αδηφάγος κι από τον ίδιο τον Patton.

Αυτά, προφανώς συμβαίνουν χωρίς η μπάντα να συμβιβάσει ούτε τις επιρροές των Meshuggah στον Carpenter, ούτε τις hardcore ρίζες της και,όπως είναι φυσικό, ούτε τον έμφυτο πειραματισμό αυτής. 

Οι Deftones είναι πλέον ακρογωνιαίος λίθος του σύγχρονου rock και παραμένουν στην κορυφή, όποιες και αν είναι οι περιστάσεις. Επενδύστε άφοβα και ισοβίως.