SLAYER: “Reign In Blood”

MONUMENT

[To παρόν άρθρο έχει κοινοποιηθεί αρχικά στο έντυπο περιοδικό για υπολογιστές Retro Planet]

Από αυτή εδώ την στήλη (“Σκάσε κι Άκου”, πάντα στην τελευταία σελίδα του εν λόγω εντύπου που προανέφερα) έχουν παρελάσει ένα πλήθος από μπαντάρες οι οποίες προσέφεραν στο συλλογικό ασυνείδητο πολλά λιθαράκια πολιτιστικής εξέλιξης μέσω των αριστουργηματικών δουλειών τους, οι θαμώνες του περιοδικού το γνωρίζουν καλά αυτό άλλωστε. Συγκροτήματα από τις αρχέγονες εποχές του rock και με τις άμεσες συνέπειες συν τω χρόνω παραφυάδες του, το hard, το progressive και φυσικά το heavy metal. Κοινώς δηλαδή μουσικές και ακούσματα πολυσχιδή μεν αλλά σε ταυτόσημα εν γένει πλαίσια, είτε συνθετικά είτε ηχητικά.

Και μιας και είστε όλοι με κουρελιασμένα νεύρα λίγο – πολύ, μετά από τα όσα σουρεαλιστικά ζούμε εδώ και ενάμιση χρόνο, μια χρονική περίοδος που η αβεβαιότητα, η συσσωρευμένη οργή και η απόγνωση έχουν κορυφωθεί, κοινώς έχει βαρέσει μπιέλα το μεγαλύτερο ποσοστό του εγχώριου αλλά μάλλον και του παγκόσμιου πληθυσμού, τι θα λέγατε να ξεσπάσουμε λίγο; Να διοχετεύσουμε λίγο από την πεπιεσμένη αγανάκτησή μας μέσω λίγο πιο “αγριεμένων” ηχοτοπίων; Εν τέλει, δεν είναι ιδανική η ώρα να αναφερθούμε και λίγο σε κάτι “σφαγιαστικό”;

Οι υποψιασμένοι, σίγουρα θα καταλάβατε. Ναι, σήμερα θα μιλήσουμε για Σφαγείς, όνομα και πράγμα που λέει και η ελληνική λαογραφία. Για τους Slayer, τους Καλιφορνέζους αρχιερείς του thrash metal, του πιο τσατισμένου είδους μουσικής στην ιστορία από καταβολής. Και με εστίαση ίσως στον πιο έντονο δίσκο που είδε το φως του ήλιου (ή βυθίστηκε στο σκότος των εγκάτων της Γης αν θέλεις) το 1986, τον σαρωτικό ολετήρα που φέρει τον τίτλο “Reign In Blood”.

Λίγα λόγια για την μπάντα για τυχόν αναγνώστες που δεν έχουν επαφή με το αντικείμενο. Οι Slayer λοιπόν δημιουργήθηκαν το 1981 στο Huntington Park της Καλιφόρνια από τους Kerry King / Jeff Hanneman (κιθάρες), Dave Lombardo (drums) και τον μπασίστα / τραγουδιστή Tom Araya, μια σύνθεση η οποία διατηρήθηκε για περίπου 10 χρόνια αναλλοίωτη και παρέδωσε τα θεμέλια του οικοδομήματος που ονομάζεται thrash metal (μαζί με τα υπόλοιπα καλόπαιδα που απετέλεσαν αυτό που έμεινε στην ιστορία ως “The Big Four” δηλαδή τους Metallica, τους Megadeth και τους Anthrax). Μια ομάδα από ισχυρότατους χαρακτήρες που η συμβίωσή τους πέρασε από όλες τις διαθέσεις, με αλληλλοσπαραγμούς, τσακωμούς, επανασυνδέσεις και όλα τα modes που μπορείς να φανταστείς (ενδεικτικά θα αναφέρω τον – μονίμως τρελαμένο – Kerry King ο οποίος για πολύ μικρό χρονικό διάστημα εντάχθηκε στους Megadeth, αποχώρησε και έκτοτε δεν έχει σταματήσει να κράζει τον Mustaine για προσωπικούς και εντελώς αδιευκρίνιστους λόγους, μιλάμε δεν τον έχει αφήσει σε χλωρό κλαρί εδώ και 35 περίπου χρόνια).

H αρχική τους πορεία ήταν η αναμενόμενη, παράλληλη με την πορεία εκατοντάδων συγκροτημάτων που ξεπηδούσαν ορμώμενοι από το heavy metal που συνέπαιρνε τα μυαλά των ατίθασων νεολαίων στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε όλη την κλίμακα του πλανήτη. Πρόβες και εξάσκηση σε διασκευές στα hits τηε εποχής και εμφανίσεις σε τοπικά parties και συναυλίες στην ευρύτερη περιοχή της γεννέτειράς τους.

Η αισθητική τους διαφοροποίηση προκαλούσε κοινωνικώς μιας και ήταν από την αρχή συνδεδεμένη με ακραία modes στη “σατανολατρική” πτυχή τους και οι πεντάλφες, τα καρφιά και οι ανάποδοι σταυροί ήταν αναπόσπαστο μέρος του image τους.

Επεκτείνοντας το όνομά τους στη γύρω περιοχή και δουλεύοντας διαρκώς πάνω σε διασκευές αλλά και δικό τους υλικό, προσκλήθηκαν να ανοίξουν ένα live ως support στους horror hard rockers Bitch το οποίο έλαβε χώρα το 1983 στο Woodstock Club του Anaheim. ένα προάστιο του Los Angeles. Το show τους θα περιελάμβανε 8 συνολικά κομμάτια από τα οποία τα έξι ήταν διασκευές. Η εμφάνισή τους ήταν τόσο επιτυχής που προκάλεσαν το ενδιαφέρον του Brian Slagel, ενός πρώην μουσικού αρθρογράφου ο οποίος είχε πρόσφατα ιδρύσει μια δική του δισκογραφική εταιρία, την άσημη τότε Metal Blade (που στο μέλλον θα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα metal δρώμενα παγκοσμίως).Ο Slagel είχε ήδη κυκλοφορήσει δυο compilations (Metal Massacre I και ΙΙ) από νεοσύστατες μπάντες και ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει και ένα τρίτο μέρος και έτσι ζήτησε από τους Slayer να συμμετάσχουν με ένα δικό τους κομμάτι. Οι Slayer συμφώνησαν για το κομμάτι “Aggressive Perfector” και η απήχηση που έλαβε ήταν τόση που έκανε τον Slagel να προτείνει ένα συμβόλαιο για την κυκλοφορία του πρώτου τους album “Show No Mercy” η οποία έγινε τον Δεκέμβριο του 1983. Ακολούθησε μια περιοδεία προώθησης στην Καλιφόρνια που αύξησε τη δημοτικότητά τους στο underground ακροατήριο, παράλληλα με τις καλές πωλήσεις του debut. Αυτό ήταν, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι που λένε.

Σαν νέο “εξωτικό φρούτο”, οι Slayer είδαν το όνομά τους να μπαίνει στα χείλη όλο και περισσότερων metallers και μετά από περίπου ενάμιση χρόνο, ακολούθησε το δεύτερο album που τους παρουσίασε αρκετά πιο τεχνικούς σε σχέση με το “άγαρμπο” debut, δηλώνοντας ευθέως πως ήταν τουλάχιστον αξιόλογοι μουσικοί παρά τις άθλιες παραγωγές που επικρατούσαν και χαντάκωναν ως επί τω πλέιστω όλες τις μπάντες που δρούσαν σε ακραία πλαίσια, το επίσης θεμελιώδες για το στυλ “Hell Awaits” του 1985. Αυτά τα ολίγα ως πρόλογος γιατί το αντικείμενο του άρθρου είναι η επόμενη στουντιακή δουλειά τους, το τεράστιο από όλες τις απόψεις “Reign In Blood”.

Θα ξεκινήσω απλά: το “Reign In Blood” δεν κυκλοφόρησε απλώς. Έσκασε σαν βόμβα! Και πέρα από τα αυτοκόλλητα που ενδείκνυαν τη γονική συνέναιση για την ακρόασή του (η θεματολογία τους παρέμεινε σε σατανολατρικά πλαίσια αλλά πλέον χωρίς την “παιδικότητα” του πρότερου παρελθόντος τους) θα έπρεπε να κυκλοφορεί και με ένα extra stick που θα προειδοποιούσε ότι μπορεί να σου αλλάξει την αντίληψη για τον κόσμο και τη ζωή.
Οι ιδιαιτερότητες ξεκινούν και μόνο από το label υπό το οποίο κυκλοφόρησε αυτή η δουλειά καθώς αυτό ήταν η Def Jam Records, μια εταιρία που προωθούσε hip-hop μπάντες! Κι όμως οι Slayer υπέγραψαν και με distributor μια τεράστια Geffen από πίσω τους, κυκλοφόρησαν τον Οκτώβρη του 1986 το βιαιότερο υλικό που είχε ακουστεί ποτέ ως τότε, καθιστώντας τους Slayer απόλυτο οικονομικό και εμπορικό μέγεθος στην παγκόσμια δισκογραφία και άλλαξε το status τους μια για πάντα.

Θέλεις ο συμπαγέστατος ήχος; Η θυελλώδης προσέγγιση στις συνθέσεις; Η έντεχνη μελωδική “κουλαμάρα” των King και Hanneman που λογίστηκε ως ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο του δεινοσαυρικού rock της προηγούμενης δεκαετίας; Ο ρυθμικός βομβαρδισμός του Κουβανού στην καταγωγή Dave Lombardo (κάτι που ορίστηκε με τον όρο “Lombardment”); Το μίσος και η οργή που εκχέεται από το αβυσσαλέο λαρύγγι του Araya; Κανείς δεν ξέρει πως να ορίσει την αρχική κρίσιμη μάζα που ώθησε την μπάντα να παράγει τέτοιο ισοπεδωτικό υλικό.

Αποτελούμενο από μια δεκάδα από κομμάτια – καταπέλτες, το “Reign In Blood” ανήκει στις κορωνίδες ολόκληρης της metal έκφρασης των 80’s και όχι μόνο, καθώς δεν υπάρχει συγκρότημα “ορθόδοξου” thrash που να μην εμπεριέχει ψήγματα από στοιχεία που πρωτοεμφανίστηκαν στο παρόν album. Και τι κομμάτια! Κάθε στιγμή και μια μικρή περιπέτεια. Από που να πρωτοξεκινήσει κανείς…

Με το που ακουμπάει η βελόνα στο βινύλιο ξεχύνονται οι πρώτες νότες του κυριαρχικού “Angel Of Death”, ένα κομμάτι που εξαιτίας του ο αρχικός distributor Columbia Records, αυτός ο δισκογραφικός κολοσσός, αρνήθηκε να διανείμει λόγω των παραπομπών του προς το Ολοκαύτωμα που διεπράχθη από τους Ναζί με κεντρικό χαρακτήρα τον διαβόητο Δρ. Μέγκελε και τα γεννετικά πειράματά του (και στο οποίο οι στίχοι είναι απλώς περιγραφικοί ως προς το γεγονός, χωρίς η μπάντα να λαμβάνει πολιτική στιχουργική θέση αλλά μύωπες και φυσικοί “ευαγγελιστές” εκμεταλλεύθηκαν την αναφορά για να ασκήσουν πολεμική κριτική) και ταυτόχρονα μπούσουλας πάνω στο μοτίβο που θα κατευθυνθεί η μπάντα. Καταιγιστικό ρυθμικό υπόβαθρο και ανεξέλεγκτη μανία ξεχύνονται από τα ηχεία, σαν να έσκασε ο ίδιος ο Δόκτωρας κρατώντας το νυστέρι, έτοιμος να προβεί σε εγχείρηση (“μη φοβάσαι, θα σε εγχειρήσω επάνω από τα ρούχα” που έλεγε και ο ασύγκριτος Νικήτας Πλατής στο “Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης”).
Από εκεί και πέρα, τι να πρωτοπεριγράψει κανείς για “τούβλᔨόπως τον ύμνο “Piece by Piece”, το εξοντωτικό “Necrophobic”, το βαρύτατο “Altar of Sacrifice” ή το αναποδοσταύρικ (αν είναι δόκιμος ο όρος) μανιφέστο “Jesus Saves”, εργαλεία κατεδάφισης όλα τους; Τι να πει κανείς για το “Criminally Insane”, το ιδανικό soundtrack για να πας πρωΐ Δευτέρας σε δημόσια υπηρεσία της Ελλαδάμπουέ μας; Για τα “Reborn” και “Epidemic” που ήταν τόσο επιδραστικά για όλες τις extreme μπάντες της υφηλίου, κάτι που αποδεικνύεται από το πλήθος των διασκευών που εμφανίστηκαν σε δισκογραφικές δουλειές ακραίων συγκροτημάτων; Για το προσωπικό αγαπημένο “Postmortem” που μου διέλυσε τα σώψυχα κατά την εφηβεία μου και ακόμη μονολογώ τον ρυθμό του στους περιπάτους μου; Όσο για τον επίλογο; “Raining Blood”, o ορισμός της καταιγίδας, στίγμα για ολόκληρο το ρεύμα που αντιπροσωπεύει, ίσως η πιο έντονη μουσική στιγμή όλης της δεκαετίας που αμφιβάλλω αν ποτέ ξεπεραστεί το συναίσθημα που παράγει.

O Jeff Hanneman εγκατέλειψε τα εγκόσμια το 2011 προκαλώντας θλίψη σε ολόκληρη την metal κοινότητα, o Dave Lombardo ασχολείται πλέον με συνεργασίες σε πάρα πολλά projects με επιφανείς μουσικούς και πλέον στην μπάντα έχουν παραμείνει οι γερόλυκοι Kerry King και Tom Araya οι οποίοι συνοδεύονται από άλλους δυο έξοχους μουσικούς, τον κιθαρίστα Gary Holt των έτερων μεγάλων thrashers Exodus και τον drummer Paul Bostaph ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του πάμπολλες φορές στην καριέρα των Slayer, παραμένοντας ακόμη μια μηχανή παραγωγής βιαιότητας και αγνής extreme τέχνης στην μουσική βιομηχανία, χωρίς να χάσουν ούτε καθ’ ελάχιστον τη φήμη που τους συνοδεύει εδώ και 40 περίπου χρόνια στις τάξεις των οπαδών

Οι Slayer με το “Reign In Blood” ήταν, είναι και θα παραμείνουν ό,τι πιο αντιπροσωπευτικότερο μέγεθος στην ιστορία της extreme τέχνης και παρόλο που η τεχνολογία ίσως το ξεπεράσει, συνθετικά παραμένει στην κορυφή μιας τεχνοτροπίας που δημιουργήθηκε για να προσδώσει σε όλα τα ζωώδη ένστικτα του σύγχρονου ανθρώπου έναν κοινό γεωμετρικό τόπο. Και ως δημιούργημα, έτσι πρέπει να εκλαμβάνεται, ανεξάρτητα των προτιμήσεων του ακροατή που θα έρθει αντιμέτωπος μαζί του.

Η κληρονομιά που άφησε είναι τεράστια και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί στο σύνολό της και τεκμήριο γι’ αυτό είναι ότι 35 χρόνια μετά την εμφάνισή του, συνεχίζει να αποτελεί φάρο εμπνεύσεως για όλα τα νεότευκτα σχήματα που ξεπετάγονται ακολουθώντας ακραία ηχητικά μονοπάτια. Τεράστιο credit από μόνο του. Ο γράφων γλέντησε κάθε ρίγος συγκίνησης που του χάρισε αυτή η δισκάρα, κάτι που δεν νομίζω να πάψει να συμβαίνει, κάθε φορά που θα συναντιέται με κάποιο από τα κομμάτια του.

Αυτά φίλοι και φίλες, καλή άνοιξη να έχουμε, να διαβάζετε το περιοδικό και αν και πέφτουν σφαλιάρες με το αντικείμενο που διαπραγματευτήκαμε αυτή τη φορά, λαβ όνλι!

(Για το φιλαράκι μου τον Γιώργο ο οποίος έχει τόση σχέση με τη μελωδία όσο και οι πιγκουΐνοι με τα Φάρσαλα)

About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 964 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.