BLIND GUARDIAN: “Somewhere Far Beyond”

MONUMENT

Είδος: Power metal
Δισκογραφική: Virgin Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 29 Ιουνίου 1992

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει γραφτεί για τους Blind Guardian και το “Somewhere Far Beyond” όλα αυτά τα χρόνια από άλλους και θα μπορούσα να το συμπληρώσω εγώ. ‘Ενας δίσκος μνημείο για το metal, ίσως ο καλύτερος των μεγάλων Γερμανών. Με αφορμή όμως την επικείμενη επέτειο των 30 χρόνων από την κυκλοφορία του, αποφάσισα να γράψω και εγώ για αυτό το σπουδαίο album. Όχι φυσικά για να πείσω τον οποιοδήποτε για την αξία του, άλλωστε έχει κριθεί από τον ίδιο τον χρόνο, αλλά για να αποτίσω το δικό μου φόρο τιμής.

Το καλοκαίρι του 1992 είχε έρθει η ώρα για τους Γερμανούς βάρδους να κυκλοφορήσουν το τέταρτό τους album. Είχαν ήδη κυκλοφορήσει 3 φανταστικούς speed metal δίσκους, τα “Battalions of Fear”, “Follow the Blind” και “Tales from the Twilight World” και η δημοτικότητά τους ήταν ήδη ψηλά. Όμως είχαν ωριμάσει οι συνθήκες και οι ίδιοι οι Blind Guardian για να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό. ‘Ετσι αρχές Μαρτίου, με παραγωγό τον Kalle Trape πηγαίνουν στο Αμβούργο στο KARO Music Studio και για δυο περίπου μήνες δίνουν το καλύτερο εαυτό τους και μας παρουσιάζουν ένα δίσκο όπου το speed και power συνδυάζονται τέλεια, δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία και τα φωνητικά, χωρίς όμως να υστερούν σε ταχύτητα και δύναμη σε σχέση με το παρελθόν τους. Ακόμα αρχίζουν να αχνοφαίνονται επιρροές από Queen και Uriah Heep και τα πρώτα mid-tempo κομμάτια αρχίζουν να «λάμπουν με τη παρουσία τους».

Οι αγαπημένοι βάρδοι είχαν την τύχη να διατηρήσουν το line up τους σταθερό για πολλά χρόνια. Οι André Olbrich (lead κιθάρα) και Marcus Siepen (ρυθμική κιθάρα) έχουν πλέον εντυπωσιακή εξέλιξη, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο τέλεια και ταιριάζουν τη μελωδία και την «επιθετικότητα» πολύ φυσικά. Ακόμη και τα folklore στοιχεία που έχει το “Somewhere Far Beyond” και αναδύονται σε διάφορα μέρη, συνδέονται απόλυτα με τον συνολικό ήχο. Στα τύμπανα ο «οδοστρωτήρας» Thomen “The Omen” Stauch δεν σε αφήνει «να πάρεις ανάσα». Δεν είναι τυχαίο ότι η αποχώρησή του μεταγενέστερα, παραμένει μια «ανοιχτή πληγή» για τη μπάντα. Hansi Kürsch. Αξεπέραστος. Όχι ότι στα προηγούμενα album δεν ήταν τέλειος, αλλά πλέον η φωνή του ωριμάζει και το εύρος των φωνητικών ικανοτήτων του σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα. Με ερμηνείες σαν αυτές στο “Somewhere Far Beyond”, έφτασε ο Hansi να θεωρείται από τους καλύτερους τραγουδιστές ever.

Λένε ότι «τα ράσα δεν κάνουν το παπά», αλλά το εξώφυλλο του Adreas Marschall είναι από τα καλύτερα που έχω δει. Δεν θυμάμαι και γω πόσες φορές το έχω χαζέψει και μαζί με τη μουσική, με έχουν ταξιδέψει άπειρες στιγμές. Το εξώφυλλο απεικονίζει μια μάζωξη βάρδων σε ένα μαγικό δάσος, όπου λέει ο καθένας την ιστορία του. Αυτή είναι και η γενικότερη ιδέα για το δίσκο. Κάθε τραγούδι έχει μια ιστορία να μας πει. Τα πρώτα δύο είναι γρήγορα, thrashy κομμάτια που σου δείχνουν ότι οι Γερμανοί για άλλη μια φορά δεν παίζουν. “Time What is Time” και “Journey Through the Dark”. Το πρώτο έχει έμπνευση το “Blade Runner” και μιλάει από την οπτική μιας ρέπλικας, ενώ οι στίχοι είναι φανταστικοί! Το “Journey Through the Dark”, «σκοτεινό» και υπέροχο, μιλάει για τον Jhary a-Conel, χαρακτήρα από το σύμπαν του Αιώνιου Πρόμαχου. Μπορεί να κάνει τη διαφορά μια μπαλάντα ενός λεπτού; Και όμως όταν έχεις τον Hansi όλα γίνονται. Το “Black Chamber” είναι ένα πολύ εκφραστικό κομμάτι εμπνευσμένο από την Αμερικανική σειρά “Twin Peaks”. Τέταρτο στη σειρά μια από τις πιο λυρικές συνθέσεις των βάρδων, το “Theatre of Pain”, βασισμένο στη νουβέλα “The Merman’s Children” του Poul Anderson. Προπομπός του “Imaginations from the other Side”, ακόμα μου προκαλεί ρίγη το εναρκτήριο solo. Πέμπτο τραγούδι το “The Quest for Tanelorn”, άλλη μία σύνθεση εμπνευσμένη από τον κόσμο του Erlik. Απόλυτη επικούρα, με highlight στη μέση του τραγουδιού τη σατανική απαγγελία των στίχων [“Spiritus sanctus – vita aeterna”], καθώς και το solo του Kai Hansen, που για άλλη μια φορά κάνει guest στους βάρδους.

Το “Ashes to Ashes” είναι το μόνο που αφηγείται αληθινή ιστορία, τον θάνατο του πατέρα του Hansi, με τον Kürsch να είναι συγκλονιστικός και το τραγούδι να έχει φοβερά riff. “The Bard’s Song – In the Forest”. Εδώ μιλάμε για ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια τους, παρόλο που στη δομή του είναι τελείως απλό, δεν λείπει από το setlist ποτέ και είναι το μόνο που δεν χρειάζεται να τραγουδήσει καθόλου ο Kürsch, αφού οι οπαδοί το κάνουν μια χαρά. «Καπάκι» το “The Bard’s Song – The Hobbit”, που και σε αυτό οι οπαδοί έχουν τρελή αγάπη. Ξεπερνάμε το “The Piper’s Calling” που είναι ο προμπομπός του “Somewhere Far Beyond”, μιας από τις πιο ποιοτικές συνθέσεις στην ιστορία των Blind Guardian, ωδή στον «Μαύρο Πύργο» του Stephen King. Ανελέητο «κοπάνημα» και επικό κλείσιμο με όλη τη μπάντα να τραγουδάει “The march of time it has begun”. Και επειδή πρέπει να πιάσουμε την τελειότητα, προσθέστε σε όλα αυτά και την παραγωγή του Kalle Trape. Κρυστάλλινος ήχος και φοβερός όγκος. Θα έπρεπε υποχρεωτικά να διδάσκεται στους μελλοντικούς ηχολήπτες. Στη σπέσιαλ έκδοση υπάρχουν ακόμα δυο πολύ καλές διασκευές, τα “Spread Your Wings” (Queen cover), “Trial by Fire” (Satan cover) και μια υπέροχη εκδοχή του “Theatre of Pain” με ορχήστρα.

Το “Somewhere Far Beyond” σηματοδότησε την «χρυσή εποχή» των Blind Guardian, το πρώτο από τα τρία κλασσικά album. Πλέον οι Γερμανοί θα συγκαταλέγονται στα κορυφαία Ευρωπαϊκά σχήματα και το “Somewhere Far Beyond” θα κερδίσει την αποδοχή όλων των metal fans, σε όλο τον κόσμο. Ακόμα και τώρα σχεδόν 30 χρόνια μετά, δεν έχει χάσει τη μαγεία του και ακόμα καταφέρνει να μας ταξιδεύει σε μαγικούς αλλά και «σκοτεινούς» τόπους, τραγουδώντας:


In my thoughts and in my dreams
They’re always in my mind
These songs of hobbits, dwarves and men
And elves
Come close Your eyes
You can see them, too…

Facebook: https://www.facebook.com/blindguardian

About Πελοπίδας Χελάς 257 Articles
Γεννημένος τη δεκαετία του 80 έφαγε την πετριά με την σκληρή μουσική όταν στη τρυφερή ηλικία των 10, ένας συμμαθητής του από το σχολείο του έγραψε δυο κασέτες που του άλλαξαν όλη τη ζωή. Στη μια κασέτα ήταν γραμμένο το “The Number of the Beast ” και στην άλλη το “Master of Reality ”. Έκτοτε, η μουσική μπήκε για τα καλά στη ζωή του και μπορεί να έχουν περάσει 30 χρόνια, αλλά η καψούρα του για το metal παραμένει αμείωτη. Επίσης λατρεύει το διάβασμα, παίζει μανιωδώς video games και δεν λέει ποτέ όχι για κανα μονάκι σε κάποιο γήπεδο μπάσκετ.