SLEEP: “Jerusalem”

MONUMENT

Είδος: Stoner/ Doom metal
Δισκογραφική: London Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 2 Φεβρουαρίου 1999

«Καμιά φορά το riff είναι τόσο γ@μημέν@ καλό που θέλεις να το ακούς ακόμα και για 63 ολόκληρα λεπτά». Αυτήν την αποστομωτική δήλωση είχε κάνει ο τιτάνας Matt Pike στο ντοκιμαντέρ “Such Hawks Such Hounds” όταν αναφέρθηκε στη δημιουργία του “Dopesmoker” και στον γενικότερο αστικό μύθο γύρω από αυτό.

Αν μέσα από ένα κουίζ αναζητούσαμε τη δημοφιλέστερη απάντηση στο εύλογο ερώτημα που προκύπτει από τα συμφραζόμενα, τότε αναμφίβολα αν δεν ήταν αυτή η επικρατέστερη, τότε θα ήταν η πιο γ@μ@τη και πιο ταιριαστή. Γιατί μπορεί δια ζώσης να έδωσε την εν λόγω απάντηση, όμως πρακτικά την εφάρμοσε δέκα χρόνια νωρίτερα από την προβολή του ντοκιμαντέρ κατά τη σύνθεση και κυκλοφορία του “Jerusalem” το 1999, το οποίο επρόκειτο να επανακυκλοφορήσει σαν “Dopesmoker” τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ας ρίξουμε λίγο φως όμως και ας αερίσουμε το χώρο για να διώξουμε τη θολούρα από την κάπνα και την μ@στουρι@ρικη ατμόσφαιρα, ώστε να διαλευκάνουμε τον ρου της ιστορίας ενός δίσκου-μνημείο της «σκληρής» μουσικής και του stoner/doom ιδιώματος, «χύνοντας λίγο ιντερνετικό μελάνι» στις σελίδες που θα ακολουθήσουν.

Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1989, στον απόηχο του death και thrash, με το κλασικό metal να βρίσκεται «στα χαρακώματα», το glam να βρίσκεται στο ζενίθ και το grunge να εποφθαλμιά για να κάνει το δικό του “big bang” τα επόμενα χρόνια, για να καταστρέψει ή ίσως και να δώσει νέα πνοή στη «σκληρή» μουσική, αλλά αυτό είναι μία άλλη κουβέντα.

Ένα νέο μουσικό ιδίωμα υπό την ονομασία desert/stoner rock βρίσκεται «στα σπάργανα» και εντοπίζεται στην ευρύτερη περιοχή της πολιτείας της Καλιφόρνια. Όσοι το ασπάζονται δείχνουν μία υπέρμετρη αγάπη για την «αγία τετράδα» από το Birmingham, ενώ ταυτόχρονα γουστάρουν το Αμερικάνικο hardcore, την ελευθερία της δημιουργίας μέσω μιας γενικότερης DIY προσέγγισης, τη λατρεία εν μέσω κατάνυξης του «ωραίου και γλυκού φύλλου» και την ασύστολη χρήση αυτού, και άλλων ουσιών, σε διάφορά συμπόσια εν τη ερήμω, προς διεύρυνση της καλλιτεχνικής πλευράς του πράγματος.

Τρεις φίλοι, Al Cisneros, Chris Hakius και Matt Pike (ο οποίος αρχικά αντικατέστησε τον Tom Choi και αφού κυκλοφόρησαν τα 7” single “Dejection” και “Unclean” σχημάτισε τους εκπληκτικούς sludge metallers Noothgrush) από το San Jose (CA) με κοινές ανησυχίες και εφόδια τα προαναφερθέντα, αλλά με ακόμα περισσότερη κλίση προς την «σκληρή» μουσική και τον Iommi-κό ήχο, δημιουργούν τους Asbsestosdeath. Η σύντομη διάρκειά τους αποτέλεσε τον πρόδρομο για το «θηρίο» των Sleep, αρχικά σαν κουαρτέτο και έπειτα από την φυγή του Justin Marler που διάλεξε το δρόμο του μοναχισμού, σαν το power trio που όλοι γνωρίζουμε.

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους δεν άργησε να βρεθεί στα ράφια των δισκοπωλείων μέσω της Tupelo Records με το EP “Volume 2” να ακολουθεί. Η σύγκριση με μπάντες όπως Saint Vitus/Black Sabbath ακόμα και Blues Cheer αναμενόμενη και δίχως άδικο. Οι ζωντανές εμφανίσεις δημιουργούν ένα ανερχόμενο status και ένα αυξανόμενο πυρήνα οπαδών στην doom metal σκηνή. Ως απόρροια αυτών η μεταπήδηση στην Earache Records δεν άργησε, αυξάνοντας τις προσδοκίες όλων και πόσο μάλλον της μπάντας, με την κυκλοφορία του “Sleep’s Holy Mountain” να επιδρά σημαντικά στην εξέλιξη του stoner metal και τον Ozzy να ισχυρίζεται ότι «είναι ό,τι πιο κοντινό έχει υπάρξει στους γνήσιους Black Sabbath». (Για να είμαστε ειλικρινείς μέχρι πρότινος -εννοώντας το όχι και τόσο μακρινό 2009 όπου και επαναδραστηριοποιήθηκαν στο πλαίσιο των φεστιβάλ “All Tomorrow Parties” στην Βρετανία και το 2010 στην Νέα Υόρκη- ο μύθος γύρω από το όνομά τους διατηρήθηκε και γιγαντώθηκε μέσα από τις προσωπικές δουλειές του Pike με τους High on Fire/Kalas και των Cisneros και Hakius στους Om και Sabians αντίστοιχα). Με αυτόν τον τρόπο ανοίχτηκαν νέες πόρτες, με το καλλιτεχνικό τους εκτόπισμα να μεγαλώνει ακόμα σε δυσανάλογη ποσότητα με το εμπορικό και με τα μέλη να μην λαμβάνουν ικανοποιητικές αμοιβές καθώς παρέμεναν στο όριο της φτώχειας από πλευράς βιοτικού επιπέδου.

Τα επόμενα δύο χρόνια μεταξύ 1993-1994 ακολούθησαν αλλεπάλληλες περιοδείες σε Αμερική και Ευρώπη με συγκροτήματα όπως Cathedral, Penance, Cannibal Corpse και Hawkwind μεταξύ άλλων, με τα διασωθέντα οπτικοακουστικά ντοκουμέντα της εποχής να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα και το μεγαλείο του πράγματος.

Οι Electra Records και η London Records δεν άργησαν να «απλώσουν τα δίχτυα τους» και να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους (με την μπάντα να υπογράφει με τη δεύτερη δισκογραφική για κακή τους τύχη), κάνοντας τα ευτράπελα να μην έχουν τελειωμό.

Αφού κατάφεραν να ξεφύγουν από την Earache με αρκετή καθυστέρηση, ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις και τη δημιουργία του τρίτου τους άλμπουμ με τίτλο “Dopesmoker”. Η θεματολογία γύρω από το δίσκο αφορούσε ένα και μόνο τραγούδι το οποίο παίζανε στις ζωντανές εμφανίσεις από το 1994. Μόλις τελείωσαν τις ηχογραφήσεις έστειλαν το demo στην εταιρεία, η οποία αρνήθηκε κατηγορηματικά να το κυκλοφορήσει καθώς το θεωρούσε μη εμπορεύσιμο. Παρόλα αυτά το συγκρότημα επέστρεψε στο στούντιο και ξαναηχογράφησε το δίσκο εκ νέου, σε μία δεύτερη απόπειρα, αλλάζοντας ακόμα και το όνομα αυτού σε “Jerusalem”, ξαναγράφοντας κάποιους από τους στίχους, χωρίζοντας το τραγούδι σε έξι μέρη και «τριμάροντας» τη συνολική διάρκεια στα 52 λεπτά. Καταληκτικά, το τελικό αποτέλεσμα ήταν σχεδόν το ίδιο με το προηγούμενο και η εταιρεία αρνείται για δεύτερη φορά να το κυκλοφορήσει: «μαχαιριά» για την μπάντα. Η γενικότερη αποκαρδίωση και απογοήτευση σε συνδυασμό με διάφορα σύννεφα (δυστυχώς όχι καπνού), οδήγησαν στην άδικη διάλυση την μπάντας μέχρι την επανένωσή της το 2009.

Η μπάντα κυκλοφόρησε τον δίσκο σαν επίσημη bootleg έκδοση το 1998, έως ότου στις 22 Απριλίου του 2003 (και αργότερα το 2012 από την Southern Lord) να βρει τελικά τον δρόμο προς την αγορά από την Tee Pee Records, με νέα παραγωγή από τον Billy Anderson και με φοβερό εξώφυλλο, το οποίο φιλοτεχνήθηκε ο Arik Roper.


Όμως αυτό που καθιστά τον δίσκο αυτόν ένα ανυπέρβλητο «διαμάντι» του «σκληρού» ήχου, δεν είναι το εγκυκλοπαιδικό υπόβαθρο και οι ιστορίες γύρω από την δημιουργία του. Αυτά τα στοιχεία συντηρούν τον μύθο και το status την μπάντας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το ουσιώδες κομμάτι. Η μουσική.

Ο δίσκος είναι ένα μουσικό ντοκουμέντο, ένα ηχητικό μανιφέστο που στέκει “high as fuck”, αγέρωχο, ψηλά ακόμα εδώ και περίπου 26 χρόνια και θα μνημονεύεται για άλλα τόσα και βάλε, δίπλα σε δίσκους μεγάλης απήχησης και τεράστιας επιδραστικότητας. Ένθερμοι υποστηρικτές και λάτρεις της κάνναβης λειτουργούν σαν ιεραπόστολοι στα πέρατα της γης, και παρότι στην ιδέα και μόνο της θρησκείας θα έβγαζαν φλύκταινες, διαδίδουν τις νότες για «του θεού το χόρτο» με τόση ζέση, που εμπίπτει στον ασπασμό του κανθεϊσμού. Μια ματιά στην θεματολογία των στίχων είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς πόσο έχουν «ποτίσει και οι ίδιοι» μαζί με το ηχητικό κομμάτι από τις αναβλύζουσες ευωδίες, αλλά χωρίς να έχουν καεί ή θολώσει, μιας και η αγάπη τους για το χόρτο μοιάζει ισάξια με εκείνη της μουσικής, μετατρέποντάς την σε συνθετικό και δημιουργικό οίστρο προς απόλαυση και τέρψη των ακροατών.

Η μπάντα φέρνει το μεγαλείο των 6 πρώτων δίσκων των Black Sabbath στο προσκήνιο, υπό το δικό της πρίσμα και με έναν «τραχύ» και «ακατέργαστο» ήχο που όμοιό της δεν είχαμε συναντήσει, δημιουργώντας ένα «συμπαντικό jamming session». Ο Pike μπορεί να μην έκοψε τα 2 δάκτυλα στην κορδέλα κάποιου εργοστασίου, αλλά σίγουρα το χρόνιο “rolling” του άφησε σίγουρα κάποιο «κουσούρι» και εξαιτίας του κούρδιζε την κιθάρα τόσο χαμηλά. Γνήσιο τέκνο (ή ακόμα πιο ταιριαστά «νόθο παιδί») του «μουστάκια», ξεδιπλώνει το ταλέντο του εξαπολύοντας τα riffs του γεμάτα «βρώμικο» fuzz και παραμόρφωση, βγαλμένα από την «Μεγάλη του Iommi Σχολή». Κάθε του νότα δονεί τεκτονικές πλάκες και σε συνδυασμό με το απίστευτα δεμένο του rhythm section, σκορπούν ανατριχίλες και σεισμικές δονήσεις. Ο «θείος» Al στην τετράχορδη Rickenbacher θεά και ο «βασανιστής των δερμάτων» Chris Hakius πίσω από το set του αποτελούν στιβαρό δίδυμο, πιο σκληρό από γρανίτη, και ορισμένες φορές πιο ρευστό και από το νερό, προσδίδοντας μια φυσική ροή και συνέχεια στα όργανά τους και κατ’ επέκταση στη μουσική τους, η οποία «αναπνέει».

Ο «θείος» Al «διαχέει τις μπασογραμμές του στην ατμόσφαιρα» με τον κατάλληλο όγκο και την ιδανική ρυθμικότητα, στρώνοντας το απαραίτητο «χαλί» στον Chris Hakius που με τη σειρά του «ταλαιπωρεί» αδίστακτα τα τύμπανα και τα κύμβαλά του με τον χαρακτηριστικό και μονολιθικό του τρόπο, χωρίς να είναι μονότονος, αλλά γεμάτος ένταση και groove. Τα φωνητικά έρχονται σαν επιστέγασμα να συμπληρώσουν το μυσταγωγικό παζλ, με έναν κατανυκτικό τόνο έτοιμα να μας προσηλυτίσουν όλους.

Κάθε, μα κάθε φορά που διαβάζεται η πρόταση “slow heavy music playing”, το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό του γράφοντα είναι η μουσική της μπάντας. Σίγουρα η έκδοση του “Dopesmoker” είναι πιο «βαριά», αλλά από την άλλη ο ήχος της κιθάρας και γενικότερα η μίξη όλου του “Jerusalem” με τα τύμπανα να «κάθονται πιο πίσω» ενισχύοντας το stone(r)d συναίσθημα του τραγουδιού, απλά δεν περιγράφεται. Είναι αυτό το μοναδικό συναίσθημα της πρώτης ηχογράφησης που τα επισκιάζει όλα.

Πάντως, σε ένα μελλοντικό Iommi-κό μουσικό συμπόσιο όταν ο μεγάλος riff-master μας «αφήσει», η μπάντα θα πρέπει να είναι αυτή που θα προλογίσει και θα αναλάβει και τον επίλογο, ενώ στο μεσοδιάστημα θα έχει αποδώσει σαν φόρο τιμής τη μουσική κληρονομιά αυτού.

Εν κατακλείδι, για να βιώσετε στο είναι σας τη μαγεία του δίσκου, αρπάξτε (ή και όχι) το bong σας (ή ότι άλλο σας κάνει κέφι), πατήστε το play, υποταχτείτε στο riff και….“follow the smoke to the Riff Filled Land”.

Cheers…..and Listen to Black Sabbath..!

Facebook: https://www.facebook.com/officialsleep

About Βασίλης Χατζηβασιλείου 98 Articles
Ο Βασίλης (a.k.a Eloy) προσπαθεί καθημερινά να συνθέσει το soundtrack της ζωής του βασιζόμενος στο αγαπημένο του τρίπτυχο "αγάπη, φαντασία και πειραματισμός". Προτιμά οι μουσικές του αναζητήσεις να είναι βαριές, θορυβώδεις και ταξιδιάρικες...