JUDAS PRIEST: Some heads are gonna roll…

TRIBUTE

Οι Judas Priest αξίζουν την αγάπη όλων μας για όλη αυτή την πολυδεκαετή καριέρα κατά την οποία, έχουν χαρίσει υψίστης ποιότητας δισκογραφία καί έχουν ντύσει με τη μουσική τους τη ζωή αρκετών γενεών. Για ακόμη μια φορά, το Release Athens Festival θα τους φιλοξενήσει αυτό το καλοκαίρι (ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ).

H ομάδα του rockway.gr χαμηλώνει το κεφάλι μπροστά στους βασιλιάδες του metal, και ελπίζουμε να μην ρολάρουν… για αυτόν τον λόγο διαλέξαμε τα δυο αγαπημένα μας κομμάτια ο καθένας για να ζητήσουμε τον οίκτο τους.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΣΕΛΟΣ

“The Sentinel” (Defenders of the Faith, 1984)

Αν μπορώ να δαχτυλοδείξω ένα και μοναδικό album που με κάνει ακόμη να κρυφοαγαπώ το παραδοσιακό heavy metal, δεν θα είναι άλλο από το “Defenders of the faith”.
Το “The Sentinel” δε, θεωρώ πως πρέπει να είναι ένα από τα τραγούδια που θα διαμοιραστεί με εξωγήινους πολιτισμούς, για να αποδειχτεί πως το ανθρώπινο είδος δεν είναι τελείως ΓΤΠ. Η ύπουλη κιθαριστική αρχή, το μοναδικό riff, η αξεπέραστη ερμηνεία του γιγάντιου Rob Halford , τα φοβερά solos στα μέσα του τραγουδιού, το σκαλωτικό ρεφρέν…
Ποιο “Painkiller”, μωρέ; Αυτό εδώ είναι η Γκέρνικα των Priest!

“Sworn to avenge
Condemn to hell
Tempt not the blade
All fear the Sentinel”

“Screamin’ For Vengeance” (Screamin’ for Vengeance, 1982)

To ομώνυμο τραγούδι του προκάτοχου album που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι ένα από τα πιο αδίστακτα heavy metal τραγούδια, με τις κορώνες του Rob Halford να βάζουν όλους τους επίδοξους σφετεριστές του βασιλικού θρόνου στη θέση τους. Οι κιθαριστικές ικανότητες του θρυλικού διδύμου Downing/Tipton μαγεύουν και εδώ τα πλήθη, λοξοκοιτώντας με σεβασμό τα περασμένα μεγαλεία των Deep Purple, σχεδιάζοντας το μέλλον με χρυσό μελάνι.

“As the sweat is running, down your neck
All your praying for’s to stop your body breakin’ up
Oh, your heart is pumping gonna soon explode
Got to fight the horror of this mental load”

ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΚΙΟΥΡΤΣΙΔΗΣ

“Reckless” (Turbo, 1986)

Από το “Turbo” που για τους Judas Priest σήμανε την κατάκτηση του αμερικανικού (και γενικά του παγκόσμιου) mainstream εν καιρώ που ξεκινούσε η μιντιακή παντοκρατορία. Κυκλοφόρησε το 1986 (δηλαδή στο peak της πιο ανέμελης δεκαετίας που βίωσε το παγκοσμίνιο) και ενώ αρχικά ξένισε τους οπαδούς λόγω τoυ synth-oriented ήχου, θεωρώ ότι πλέον έχει κατοχυρώσει τον τίτλο ενός από τα σπουδαιότερα albums της δοξασμένης καριέρας τους. Το “Reckless” είναι ένα πιασάρικο, σχετικά up tempo, κομμάτι με τρομερό κουπλέ, εξαιρετικό sing-along ρεφρέν, σολάρα από τον Tipton και fadung out επίλογο ο οποίος είναι και ο επίλογος αυτής της δισκάρας, όντας το τελευταίο κομμάτι. Έπος.

“I’m a Rocker” (Ram It Down, 1988)

Αυτό κι αν είναι έπος! Από το επόμενο δισκογραφικό βήμα των Priest, το φοβερό “Ram It Down” του 1988 που απετέλεσε και προπομπό (τουλάχιστον ηχητικά και συνθετικά) του τεράστιου “Painkiller” που ακολούθησε. Γενικά σκληρότερο από το “Turbo”, γρήγορο και με μερικά από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν οι Priest ποτέ. Το “I’m a Rocker” είναι μια πασιφανής βροντερή δήλωση με την οποία είναι ταυτοποιημένοι οι ακόλουθοι αυτής της μουσικής. Στακάτο, mid tempo, ογκώδες και βαρύτατο, μεγαλοπρεπές κουπλέ, ρεφρέν με τη φωνή του Halford να ίπταται στη στρατόσφαιρα, σολάρα και μεγαλοπρεπής έξοδος. Όρθιοι και παλαμάκια όλοι!

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

“Running Wild” (Killing Machine, 1978)

Σωτήριο έτος 2000 και οι Iron Maiden μόλις κυκλοφόρησαν το προάγγελο του Brave New World, το single του Wicker man, με το νεανία τότε γράφοντα να έχει αγοράσει με το πενιχρό χαρτζιλίκι όλες τις εκδόσεις, σε όλα τα διαθέσιμα format. Κατά την νιοστή ακρόαση μπαίνει στο δωμάτιο ο μεταλοπατέρας κατά πολύ μεγαλύτερος ξάδερφος και ξεστομίζει την ύβρη: “Αυτό που ακούς είναι κλεμμένο riff από τους Priest, και συγκεκριμένα από το κομμάτι Running Wild.
Η αλήθεια δεν απείχε πολύ μετά και από τη σχετική έρευνα, όμως με αυτό το τρόπο ανακάλυψα την δισκάρα Killing Machine και την υπέρτατη αυτή σύνθεση που κάθε ακρόαση της σου σηκώνει την τρίχα κάγκελο, και δεν πέφτει αν δεν την “παίξεις”.
Το “Running Wild” έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Judas Priest, συμπεριλαμβανομένου της διπλής κιθαριστικής επίθεσης των Tipton και KK. Downing, και “κοινωνικά ευαίσθητους” στίχους που μιλάνε για το πως είναι να ζεις με την εγκατάλειψη. Η “προωθητική” του δύναμη το κατέστησε ιδανικό κομμάτι για τις ζωντανές τους εμφανίσεις και παρέμεινε στο setlist της μπάντας και κατά την περίοδο του Tim “Ripper” Owens μεταξύ 2001-2002, όπως επίσης χρησιμοποιήθηκε και από τον ίδιο τον Metal God στην προσωπική του καριέρα, δείγμα του πόσο μοναδική σύνθεση είναι, χάρη της οποίας μετέπειτα οι Γερμανοί πειρατές πήραν την ονοματοδοσία τους προς τιμήν του.
Οι ελπίδες να το ακούσουμε το καλοκαίρι στο Release Athens Festival είναι μηδαμινές, όμως τα όνειρα είναι τζάμπα οπότε γιατί όχι;

“Love Bites” (Painkiller, 1990)

Πολύ πριν τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης κυριεύσουν τα πάντα και προσφέρουν έτοιμα γεύματα μασημένης τροφής, οι ζωντανές εμφανίσεις ήταν η “Θεία Λειτουργία” και οι βιντεοκασέτες τα “ηχητικά ευαγγέλια”, με τα video clip να αποτελούν αποσπάσματα αυτών. Το Love Bites ήταν Θεία φώτιση για τα πρώτα μεταλλικά βήματα των επίδοξων χατζη μεταλάδων συμπεριλαμβανομένου και εμού. Από την πρώτη ακρόαση η οπτικοακουστική σύνδεση δεν έχασε την επαφή της ποτέ. Το κομμάτι δεν σε κερδίζει με την εκτελεστική δεινότητα των Priest (η οποία είναι δεδομένη), τα riffs και τα κιθαριστικά solo αλλά σε καθηλώνει με τη θεατρική και απόλυτα εκφραστική ερμηνεία του Halford, ενώ σε μαγεύουν οι στίχοι, καθώς εξερευνούν την πιο σκοτεινή και καταστροφική πλευρά της αγάπης και της επιθυμίας.
Το “Love Bites” διερευνά την κτητική, συναρπαστική και καταστροφική φύση ορισμένων τύπων αγάπης. Προειδοποιεί για τις πιο σκοτεινές πτυχές της εμμονής και τις πιθανές συνέπειες του να παραδοθείς ολοκληρωτικά στον έλεγχο κάποιου άλλου.
Κάτι που έχει πάθει ο γράφων μαζί του εδώ και 2,5 δεκαετίες από την πρώτη ακρόαση.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ

“Run of the Mill” (Rocka Rolla, 1974)

Ένα από τα μεγαλύτερα κρίματα της μεταλλικής ιστορίας, είναι το πόσο παραγνωρισμένος υπήρξε ο πρώτος δίσκος των Priest, σε σχέση με το μέταλ juggernaut αρχέτυπο που έγιναν αργότερα. Κι όμως, αν πάει σε αυτόν κι ακούσει το “Run of the Mill”, θα βρει σε αυτό κάποια χαρακτηριστικά που έκαναν αργότερα τεράστια τη μπάντα (ακούστε τα φωνητικά του Rob στο τέλος του κομματιού), αλλά αν ακούσει έστω και λίγο πιο προσεκτικά, θα βρει πολλά ακόμα, που δείχνουν γιατί ήταν πολλά παραπάνω πράγματα, μουσικά. Εδώ θα βρει την prog αισθητική που κυριαρχούσε στην Αγγλία των αρχών του ’70, κιθάρες επηρεασμένες από τον Peter Green, πλήκτρα, αλλά και το πιο ωραίο και ουσιαστικό μπάσο που έπαιξε ποτέ ο Ian Hill. Κάθε φορά που το ακούω, είναι σα να ανακαλύπτω μια νέα και άγνωστη πτυχή του γκρουπ που έκανε το μέταλ αυτό που είναι σήμερα. Για το δε συναίσθημα; Ακούστε κι αφήστε απλά να κορυφώνεται…

“Touch of Evil” (Painkiller, 1990)

Γιατί; Γιατί ήταν πάντα ο ορισμός του power ballad στο μυαλό μου. Γιατί υπάρχει η απόλυτη και ουσιαστική ισορροπία φωνητικών, πλήκτρων, κιθαριστικών σημείων. Γιατί ο άνεμος της εισαγωγής με κάνει να θέλω να χαμηλώσω ενστικτωδώς τα βλέφαρα. Γιατί υπήρξε επικίνδυνα αισθαντικό όπως το άγγιγμα κάποιου εραστή που ξέρεις ότι θα το θυμάσαι πάντα, αλλά και που θα σου αφήσει σημάδια. Γιατί στην τελική, η κραυγή “You ‘re possessing me!” είναι Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΥΣΙΑ του heavy metal…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ

“Victim of Changes”(Sad Wings of Destiny,1976)

Η μετάβαση αυτή στο ΙΣΩΣ καλύτερο τραγούδι των Metal Gods – από τον ιλιγγιώδη ρυθμό στο ονειρικό διάλειμμα – υπογραμμίζει τέλεια την τόλμη των Priest να πειραματιστούν. Δεν φοβούνται να σε παρασύρουν σε μια ψεύτικη αίσθηση ηρεμίας, πριν ξαναεξαπολύσουν έναν καταιγισμό riffs που εκτοξεύουν την αδρεναλίνη. Τα μεγάλα ορχηστρικά μέρη αναδεικνύουν την αδιαμφισβήτητη χημεία μεταξύ των Glenn Tipton και K.K. Downing στις κιθάρες. Τα περίπλοκα σόλο τους αφηγούνται μια ιστορία από μόνα τους: μια μάχη μεταξύ εκρηκτικών μελωδιών και σπαρακτικών κραυγών, αντανακλώντας τη στιχουργική σύγκρουση στο τραγούδι.Πέρα από την τεχνική αρτιότητα, το “Victim of Changes” έχει μια κινηματογραφική ποιότητα, ένα τεράστιο έπος που ξεπερνάει τη συνηθισμένη δομή των τραγουδιών. Οραματίζεσαι την κακοφωτισμένη ταβέρνα, τη γυναίκα με τη ραγισμένη καρδιά, τον πρωταγωνιστή που τον στοιχειώνουν οι επιλογές του ίδιου αλλά και όσων του επιβλήθηκαν. Ο Halford ζωγραφίζει τη σκηνή λέξη προς λέξη – το κάψιμο του ουίσκι στον πρώτο στίχο, η θολή αίσθηση του μπαρ που σιγά σιγά δίνει τη θέση της στην απεγνωσμένη ικεσία των τελευταίων, οπερατικών του φωνητικών.

“Traitor’s Gate”(Firepower,2018)

Η νέα εποχή των Judas Priest έμελλε να μας φέρει και ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους.Το “Traitors Gate” από το άλμπουμ “Firepower” αποτελεί ένα αριστούργημα του heavy metal, με φλογερά riffs, τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Rob Halford και έναν καταιγιστικό ρυθμό.Ξεχωρίζει ως ο quintessential ύμνος των Priest, επιδεικνύοντας την άψογη γνώση τους στην σύνθεση παραδοσιακού heavy metal και την ικανότητά τους για επικά αφηγήματα,με τους στίχους του τραγουδιού να αφηγούνται μια σκοτεινή και ισχυρή ιστορία προδοσίας και τιμωρίας.Τα riffs των Glenn Tipton και Richie Faulkner διαπλέκονται, δημιουργώντας ένα πλούσιο ηχητικό τοπίο γεμάτο μελωδίες και ενέργεια και ο Scott Travis, με τα σταθερά και δυνατά τύμπανα του, δίνει το ρυθμό και οδηγεί το τραγούδι σε μια ασταμάτητη κούρσα.Το “Traitor Gate” δεν είναι απλά ένα Heavy Metal τραγούδι. Είναι μια εμπειρία γεμάτη ενέργεια, πάθος, συναίσθημα και νόημα. Αποτελεί ύμνο στο είδος και μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη της μουσικής ιδιοφυΐας των Judas Priest.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

“Beyond The Realms Of Death” (Stained Class, 1978)

Υπάρχουν καλά τραγούδια, υπάρχουν θρυλικά τραγούδια, υπάρχουν και εμβληματικά τραγούδια. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία, που ανήκουν μόνο τα σπουδαιότερα των σπουδαίων στην ιστορία της μουσικής, κατέχει αδιαμφισβήτητη θέση το Beyond The Realms Of Death. Εν έτει 1978, οι Judas Priest δείχνουν ήδη τη συνθετική ωριμότητά τους, που σε συνδυασμό με τους προσωπικούς και ευαίσθητους στίχους του κομματιού, δημιουργούν ένα αριστούργημα που δικαίως τους κατέταξε στους πρωτοπόρους του Heavy Metal.

“Blood Red Skies” (Ram it down, 1988)

Φουτουριστικό, με μια cyber-χορευτική ατμόσφαιρα να το συνοδεύει, το Blood Red Skies έχει ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό ύφος σε σχέση με τον ήχο που καθιέρωσε τους Judas Priest στη δεκαετία των 80’s. Και όμως, στέκεται ισάξια και επάξια δίπλα σε κάθε άλλο δημοφιλή ύμνο τους, ως αυτόφωτο και ταυτόχρονα ως άρρηκτο μέρος της συνολικής μουσικής ταυτότητας του συγκροτήματος. Ένας μοναδικός συνδυασμός μελαγχολίας και αποφασιστικότητας, όπου μέσα από το δυσοίωνο κλίμα αναδύεται η εσωτερική δύναμη.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΕΣΥ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΟΥ και επωφελήσου από τις συνδυαστικές προσφορές.

Διάθεση εισιτηρίων:
Τηλεφωνικά στο 211770000
Online: releaseathens.grmore.com
Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/
Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

520