JG THIRWELL & SIMON STEENSLAND: “Oscillospira”

ALBUM

Είδη: Instrumental, progressive
Δισκογραφική: Ipecac Recordings
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 24 Απριλίου 2020

Είναι γεγονός πως, σε μία παντελώς άγνωστη κυκλοφορία, η πρώτη εντύπωση καθορίζεται από το εξώφυλλο. Αρκετά συχνά, τα πιο «δυσνόητα» των artworks έχουν απροσδόκητη επίδραση στο αισθητήριο της κρίσης, και ενδεχομένως να καταδικάζουν το εκάστοτε άλμπουμ στο να μην προσεγγίσει ποτέ τα ώτα μας. Ωστόσο, υπάρχει ένας έξυπνος τρόπος να παρακάμψει κανείς αυτό το εμπόδιο: μπορεί απλά να ελέγξει αν το άλμπουμ κυκλοφορεί από την Ipecac. Έτσι και στην περίπτωση της σύμπραξης των JG Thirwell και Simon Steensland, μπορεί η εικόνα του βακτηρίου του εξωφύλλου και το όλο στήσιμο να παραξενεύει το μάτι, ωστόσο η σφραγίδα έγκρισης του Mike Patton είναι -δικαίως- πειστήριο της αξεπέραστης ποιότητας του “Oscillospira”.

Όντας μεγάλος φίλος της ορχηστρικής και δη της -όσο το δυνατόν περισσότερο- οργανικής μουσικής, το εν λόγω ηχητικό οδοιπορικό βρήκε πρόσφορο έδαφος προς την συνειδητή μου εκτίμηση αρκετά γρήγορα.

Ο κύριος του οποίου το όνομα είναι πρώτο στον τίτλο αυτής της σύμπραξης αποτελεί άλλη μία ιδιάζουσα μορφή της μουσικής πανδαισίας της Ωκεανίας, καταδεικνύοντας για ακόμη μία φορά το ότι οι Αυστραλοί μουσικοί μάλλον εκτίθενται σε κάποιον βιολογικό παράγοντα που επηρεάζει σημαντικά την ικανότητά τους να ισορροπούν με ευκολία στα όρια της συνθετικής ευφυίας και της αναρχικής παράνοιας. Τα πολλαπλά προσωπεία του JG Thirwell τον αναγάγουν σε μία ανάλογη μορφή του αειμνήστου David Bowie, μια συνήθεια που παράτησε όμως λίγα χρόνια πριν το γύρισμα της χιλιετίας. Έκτοτε, οι πολυάριθμες συμμετοχές του ως παράγοντα σε γνωστά και μη εξαιρετέα σχήματα τον ώθησαν σε μια αναπόδραστη πορεία συνάντησης με τον τωρινό του συνεργάτη, το Σουηδό συνθέτη και μουσικό Simon Steensland. Μέσα από τη Great Learning Orchestra (ενδιαφέρουσα σύμπραξη, αναζητήστε την!), ο ένας ήρθε σε επαφή με τον οραματισμό του άλλου και αυτή η ασταμάτητη δοσοληψία που ξεκίνησε το 2017, οδήγησε στο “Oscillospira” του πολύπαθου (έως τώρα) 2020.

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, εύλογα αναρωτιέται κανείς περί τίνος πρόκειται αυτό το έργο το οποίο δανείζεται το όνομά του από ένα ελάχιστα μελετημένο -αλλά εξαιρετικά ελπιδοφόρο για τον άνθρωπο- βακτηριακό γένος.

Η εκτεταμένη ηχητική συν(υπο)δήλωση του άλμπουμ έχει ως αποτέλεσμα ο χαρακτήρας του να είναι έκδηλα κινηματογραφικός, με μια απίστευτη φυσικότητα, τεκμήριο της εικονοπλαστικής ιδιοφυίας των συνθετών του. Επηρεασμένος από την πρόσφατη έκθεσή μου στα singles του “Virus” των Haken, μπορώ να πω με ασφάλεια πως η φρασεολογία των εγχόρδων της ορχήστρας (η συμφωνική φύση του “Oscillospira” επιβάλλεται παντού) δημιουργεί στο νου εικόνες κίνησης μικροοργανισμών στο περιβάλλον τους, συνήθως επιθετικά, ως να μετέχουν σε ένα μικροσκοπικό πεδίο μάχης, αλλά και ενίοτε διερευνητικά, σαν να ψάχνουν δίαυλο επικοινωνίας ώστε να τρώσουν τον αντίπαλό τους. Οι τίτλοι των κομματιών αποτελούνται από λέξεις πολύ προσεκτικά επιλεγμένες, οι οποίες δρουν σαν οδηγός στην επαγόμενη από το άλμπουμ φαντασίωση του ακροατή. Εξαίρετο παράδειγμα αποτελεί το δεύτερο κομμάτι, “Heron”, στο οποίο οι μεγαλοπρεπείς κινήσεις ενός πτηνού σαρώνουν τον αέρα και το προωθούν στο νόστο του. Θα παρατηρήσατε πως περάσαμε στο μακρόκοσμο, κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Η «ρητορική» του άλμπουμ (πέρα από κάποιες μελωδικές κραυγές δεν υπάρχουν στίχοι) προωθεί μία αίσθηση καθολικότητας, με σκοπό να μην παγιδεύσει τη συνείδηση μας σε μία και μόνο ερμηνεία της μουσικής.

Λόγω της σχετικά μεγάλης διάρκειας (λίγα λεπτά πέραν της μίας ώρας), στις πρώτες ακροάσεις είναι αρκετά δύσκολο να αρθρώσει κανείς την προσωπική του θεματολογία, ωστόσο θα είναι ευχάριστα απασχολημένος με το να απολαμβάνει την ψυχαγωγική πανδαισία των οργάνων που συνδιαλέγονται κατά τη διάρκεια του Oscillospira. Την παράσταση εύκολα κλέβει το μπάσο του Steensland, ο οποίος επιδίδεται σε μία αλλοπρόσαλλη φρασεολογία, συνιστάμενη σε αιθέριες, καθοδηγητικές αρμονίες αλλά και δύστροπες συγχορδίες οι οποίες επιτάσσουν άρδην την αλλαγή της ατμόσφαιρας, άμα τη εμφανίσει τους. Η κορύφωση της ευφορικής δυσαρμονίας που καλλιεργείται έρχεται στην καμπή του άλμπουμ και το “Papal Stain”, όπου ένας σωρός από βιολιά, πνευστά, ξύλινα και μεταλλικά κρουστά, ηλεκτρική κιθάρα, πλήκτρα, ηλεκτρονικές παρεμβάσεις και εμφατικές, (φαινομενικά) ασυνάρτητες τυμπανοκρουσίες από τον Morgan Ågren (θα επανέλθουμε στο ρυθμικό θηρίο σύντομα), κινούνται σαν φως και ύλη που (θ)έλκεται από μια μελανή οπή, αυτή του μπάσου του Steensland, μόνο και μόνο για να ελευθερωθουν προς πάσα κατεύθυνση, ραίνοντας τα πάντα στο πέρασμά τους με την παρανοϊκή αλλά συνάμα γεμάτη νόημα μουσική των υπολοίπων τριάντα (30) λεπτών του άλμπουμ. Κοινώς, αν αντέξατε μέχρι εδώ, εύκολα μπορείτε να ακολουθήσετε το μίτο προς την έξοδο, μόνο που, αντί για μια ισχνή κλωστή, φανταστείτε μια αυτόβουλη θηλειά να σας τραβάει προς τη λύση.

Μοναδική σανίδα σωτηρίας είναι τα ασυναγώνιστα τύμπανα και κύμβαλα που κρούει ο εξαιρετικός Morgan Ågren (αν αναζητήσετε και τις συνεργασίες του, το επίθετο είναι τουλάχιστον πτωχό για να τον περιγράψει), αφού μέσα στην ολοένα και παραλλακτική και αλλοτροπική πορεία που παίρνει το “Oscillospira”, το ενδημικό του drumming ανά τις συνθέσεις δίνει τη μοναδική (ψευδ)αίσθηση ελέγχου και ορίων, κυρίως στα μέρη που το επαναλαμβανόμενο riffing του καθοδηγεί τον ηχητικό ορυμαγδό μέσα στο άρτια δομημένο χάος των Thirwell και Steensland. Αν αφουγκραστεί κανείς προσεκτικά όλο το άλμπουμ, τα μονολιθικά χτυπήματα στο τέλος του τέλους (“Redbug”) είναι η μόνη λογική κατακλείδα, μετά από μία ώρα αλλεπάλληλου μουσικού edging, απελευθερώνοντας όλη την τιθασευμένη ενέργεια με κατακλυσμιαίες ριπές.

Φυσικά, το μουσικό πείραμα του “Oscillospira” δε θα μπορούσε να πετύχει χωρίς το διαχωρισμό των επιμέρους αντιδραστηρίων από τα έμπειρα (σαράντα χρόνια πορείας) ώτα του JG Thirwell, του οποίου η παραγωγή και η μίξη φροντίζει το κάθε όργανο να βρίσκεται στο χώρο που του αναλογεί, τραμπουκίζοντας μεν τους γείτονές του, σεβόμενο δε τα όρια διεκδίκησης που θέτει η ίδια του η φύση. Εξαιρετικός είναι ο τρόπος που ελίσσονται τα φωνητικά ανάμεσα στα όργανα, θωπεύοντας διακριτικά τις αιχμές τους και γεμίζοντας τους χώρους με ερπετική χάρη. Ήδη από το “Catholic Deceit”, δίνει την εντύπωση της απόλυτης αναρχίας στη σύνθεση, σύντομα όμως αυτή η παρερμηνεία διαγράφεται, αφού μέσα στην ελεύθερη περιδάβαση των οργάνων στο χώρο της μουσικής διαφαίνεται το προδιεγεγραμμένο μονοπάτι που έχει επιλέξει για αυτά, αποδεικνύοντας την avant-garde φύση του ηχητικού παιγνίου που έστησε με το Σουηδό συνεργάτη του.

Μέσα από εκτεταμένα λογοπαίγνια στους τίτλους και άκρως υποβλητικές επιλογές από μία σχεδόν ανεξάντλητη, όπως φαίνεται, φαρέτρα, το “Oscillospira” αποκτά μια διαχρονική ταυτότητα ήδη στους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του. Απαιτητικό στη βάση του, επιβραβεύει τους ακροατές του με μια αστείρευτη πηγή από πνευματικά πολυμέσα, η συντροφιά των οποίων δύναται να τους απελευθερώσει από τον έλεγχο της καταναλωτικής μανίας και του κυνηγιού της αυτόματης ικανοποίησης.

About Χαράλαμπος Σακάτης 41 Articles
Απεχθάνεται τις ταμπέλες, αλλά αν χρειαστεί θα σου προτείνει το πιο καυτό post shoegaze-avant garde-folk punk με ψήγματα new wave-kraut rock που έχεις ακούσει ποτέ. Αν αντέξεις να διαβάσεις ως εδώ, να ξέρεις επίσης ότι λατρεύει τις συνειρμικές περιπλανήσεις στα θεματικά πεδία των αγαπημένων του άλμπουμ.