SOEN: “Lykaia”

Το νέο, τρίτο άλμπουμ των Soen, έχει σαν τίτλο μια Ελληνική λέξη…

Τα Λύκαια ήταν μια θρησκευτική γιορτή στην αρχαιότητα που γινόταν στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας, αρχικά προς τιμή του θεού Πάνα και αργότερα του Λυκαίος Διός. Στη διάρκεια της γιορτής , που περιλάμβανε και αγώνες, υποτίθεται πως ένας άντρας μεταμορφωνόταν σε λύκο και παρέμενε έτσι για 9 χρόνια, στην πραγματικότητα όμως θυσιαζόταν στον Λύκαιο Δία.

Με αφετηρία το συμβολικό αυτό όνομα, το “Lykaia” είναι ένα μουσικό ταξίδι μέσα από τις σκιές και τις σκοτεινότερες πλευρές του κόσμου μας, με ιδιαίτερη έμφαση στις διάφορες σκέψεις και έννοιες πίσω από τη θρησκεία. Προερχόμενοι μάλλον από την πιο αθεϊστική χώρα του κόσμου, οι Σουηδοί δοκιμάζουν να ερευνήσουν την αντοχή και διάρκεια της σημασίας των θρησκειών για τους λαούς.

Βαθύ και βαρύ θέμα για το “κρίσιμο τρίτο άλμπουμ”. Οι Soen, το σχήμα που δημιούργησε ο πρώην ντράμερ των Opeth, Martin Lopez, επίσημα το 2010, με τον τραγουδιστή των Willowtree, Joel Ekelöf, τον μοναδικό Steve Di Gorgio στο μπάσο και τον κιθαρίστα και παραγωγό Kim Platbarzdis, έχουν αρκετά στοιχήματα μπροστά τους. Το εναρκτήριο άλμπουμ του 2012, “Congitive”, απέσπασε ευνοϊκά σχόλια αλλά και την έντονη επισήμανση των μεγάλων επιρροών από Tool και A Perfect Circle, με τον Lopez να αποδέχεται αφοπλιστικά την αγάπη τους για τους πρώτους. Το “Tellurian” του 2014 και με την αποχώρηση του Di Gorgio και την προσθήκη του Stefan Stenberg, τους βρίσκει να απομακρύνονται από τη σκιά των Tool και να συγκλίνουν σε πιο περίτεχνες φόρμες φέρνοντας σε στιγμές στο μυαλό τους Leprous αλλά και τους Opeth.

Στο “Lykaia” o Platbarzdis έχει αποχωρήσει και βρίσκουμε στη θέση του τον Marcus jidell, ενώ ο  Lars Åhlund συμμετέχει στα πλήκτρα, ολοκληρώνοντας τη σημερινή σύνθεση των Soen. Υφολογικά, το “Lykaia” αναδύει σε όλη του τη διάρκεια το σκοτεινό, βαρύ, πνευματικό, εσωτερικό του περιεχόμενο. Τα τύμπανα του Lopez με το μπάσο του Stenberg καθορίζουν με το σκελετό τους μια πολύ σφιχτή και ώριμη δομή πάνω και στα οχτώ τραγούδια. Πάνω σε αυτή ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι η φωνή του Ekelöf: με μια σειρά από δυνατές, υποβλητικές μελωδίες και διαθέσεις μεταφέρει ιδανικά μια σχεδόν μεταφυσική αγωνία και πικρή απορία. Οι φωνητικές του διαδρομές με τις εύστοχες κορυφώσεις είναι ουσιαστικά η επιδερμίδα όλων των συνθέσεων και ο βασικός λόγος μιας εξαιρετικής συνοχής που έχει το άλμπουμ.

Από τις πρώτες στιγμές του “Sectarian” αποκαλύπτεται το κλίμα και η κατεύθυνση του “Lykaia”. Οι Soen ακούγονται ήδη περισσότερο αυτόνομοι και οι σκιές των επιδράσεων του παρελθόντος χωρίς να έχουν χαθεί, αφομοιώνονται χωρίς ενοχές. Είναι επίσης ολοφάνερο πως δεν υπάρχει η πρόθεση και η απόφαση για μεγάλο μουσικό ρίσκο συγκριτικά με την πορεία των δύο προηγούμενων δίσκων. Η συνολική τους όμως συνθετική ικανότητα ακούγεται φανερά πιο ώριμη. Τα τεχνικά μέρη πειθαρχούν στο γενικό πνεύμα, κλειδώνονται στις συνθέσεις χωρίς παραπάνω υπερβολές: ο στόχος είναι φανερός, προέχουν τα τραγούδια, οι διαθέσεις που τελικά πρωταγωνιστούν. Καλύτερος εκφραστής αυτής της φιλοσοφίας είναι το “Orison”, με τις μεταπτώσεις και μεταστροφές του και το επαναληπτικό, μελαγχολικό φινάλε που αναδύει αρκετές αποχρώσεις του prog rock των 70’s, κάτι που γίνεται ακόμα πιο εμφανές στο Floyd-ικό “Lucidity” με την μελαγχολική του ευγένεια.

Ένα τραγούδι που ανοίγει το δικό του διάδρομο και ξεχωρίζει αισθητά είναι το “Jinn”, με έναν πλούτο από σκοτεινές μελωδίες και τα ανατολίτικα χρώματα να λειτουργούν ιδανικά στο φινάλε του. Στα “Opal”, “Sister” και “Stray” οι πιο δυναμικοί ακροατές θα βρουν τεχνικά και επίμονα ριφ με το τελευταίο να έχει μια εντύπωση από Leprous. Το “Paragon” σφραγίζει το άλμπουμ με την υπνωτική του νοσταλγική ρετρό διάθεση σχεδόν σε όλη του τη διαδρομή.

Το “Lykaia” ποντάρει και επιμένει στη συνθετική δουλειά. Η φόρμουλα είναι αυστηρή και συγκεκριμένη, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ και ίσως αυτή η μονολιθική ομοιογένεια δημιουργήσει αρχικά λάθος εντυπώσεις. Τα τραγούδια είναι εξαιρετικά στο σύνολό τους και μεγαλώνουν εντυπωσιακά με τον χρόνο. Η αναλογία τους αρχίσει να μοιάζει δική τους όλο και περισσότερο και το prog metal τους πετυχαίνει να περιγράψει με ουσία, συναίσθημα, δύναμη αλλά και ελεγχόμενη τεχνική αυτό το σκοτεινό ταξίδι. Το μόνο που του λείπει είναι λίγο παραπάνω “κίνδυνος” και απόκλιση.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 393 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…