IQ : “Subterranea”

MONUMENT

“Ενθάδε κείται ο Casparus Hauser, ένα αίνιγμα της εποχής του, η καταγωγή του άγνωστη, ο θάνατός του μυστηριώδης”.

Η παράξενη ιστορία του Casper Hauser είναι ιδιαίτερα γνωστή στη Γερμανία, και το μυστήριο γύρω από αυτή παραμένει έντονο, αντέχοντας στο πέρασμα του χρόνου. Τον Μάρτιο του 1826, ο 16χρονος Κασπάρ φτάνει στη Νυρεμβέργη, χωρίς υπάρχοντα πέρα από κάποια γράμματα, και ζητά να τον μεταφέρουν στο σπίτι ενός λοχαγού του συντάγματος ιππικού. Στα γράμματα αναφερόταν πως του είχε δοθεί η κηδεμονία των Χάουζερ το 1812, ενώ σε ένα που είχε γραφτεί από τη μητέρα του, έλεγε πως ο πατέρας του υπηρετούσε στο ιππικό πριν πεθάνει και η επιθυμία της ήταν να υπηρετήσει κι αυτός στο ίδιο σύνταγμα.

Το δημοτικό συμβούλιο της πόλης ανέλαβε την κηδεμονία του και αυτός τους είπε πως μεγάλωσε έγκλειστος σε ένα δωμάτιο, μόνο με ψωμί και νερό. Ο μύθος του άγνωστου νεαρού ενισχύθηκε με διάφορες φήμες, όπως πως μεγάλωσε ολομόναχος στο δάσος. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1833, όταν πέθανε υποκύπτοντας σε τραύμα από μαχαίρι και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ο Χάουζερ είχε διχάσει την κοινή γνώμη. Κάποιοι πίστευαν πως όντως ήταν ένας χαμένος πρίγκιπας του οίκου των Μπάντεν, που δολοφονήθηκε για να μην διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα, άλλοι, μεταξύ των οποίων και αυτοί που τον υιοθέτησαν αυτά τα χρόνια, τον θεωρούσαν έναν κοινό απατεώνα.

Ακόμα και τα τεστ DNA που έγιναν πολύ αργότερα, πρώτα στους λεκέδες αίματος στα ρούχα του, και μετά σε μια τούφα μαλλιών του, έδωσαν διαφορετικά αποτελέσματα. H πιθανότητα να είναι απόγονος της γυναίκας του Καρόλου, Στεφανί Ντε Μπουαρνέ, με ένα ισχυρό σενάριο σκόπιμης ανταλλαγής βρεφών, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Η διφορούμενη επιγραφή στο μνήμα του συνοψίζει τον θρίαμβο του μυστηρίου και της αμφιβολίας.

Μια από τις κορυφαίες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου επιχείρησε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή: “Jeder für sich und Gott gegen alle”, του σκηνοθέτη Werner Herzog, μια Δυτικογερμανική δραματική ταινία του 1974, με ελληνικό τίτλο “Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων”, και ευρύτερα γνωστή σαν “The Enigma of Kaspar Hauser”. Υπάρχει και μια πιο άσημη ταινία του 1993, με τον τίτλο “Kaspar Hauser”, σε σκηνοθεσία Peter Sehr. Ο Ιταλός σκηνοθέτης Davide Manuli παρουσιάζει μια μοντέρνα και αλλόκοτη εκδοχή της ιστορίας στην ταινία του “La Leggenda Di Kaspar Hauser” του 2012, με διπλό πρωταγωνιστή τον Vincent Gallo, σε μια σουρεαλιστική μεταφορά. Μουσικοί εμπνεύστηκαν και έγραψαν τραγούδια, όπως ο Reinhard Mey, και η Suzanne Vega στο σπουδαίο δεύτερο άλμπουμ της, “Solitude Standing”, το “Wooden Horse (Caspar Hauser’s Song)”. Η ιστορία του άλμπουμ “Subterranea” των IQ βασίστηκε πάνω στην παράξενη, αινιγματική μοίρα του Casper Hauser.

Μια επανεκκίνηση από το πουθενά.

Το 1989, η θυγατρική της Polygram, η Squawk εγκαταλείπει οριστικά τους IQ, μετά από οικονομικά προβλήματα της εταιρίας και έλλειψη στήριξης από την Polygram. Ο μπασίστας και ιδρυτικό μέλος Tim Esau, και ο δεύτερος τραγουδιστής τους Paul Menel φεύγουν, και το τέλος του γκρουπ μοιάζει οριστικό. Την τελευταία στιγμή, δυο περιστασιακές εμφανίσεις τους σαν special guests με τον αυθεντικό τραγουδιστή τους Peter Nicholls, καθώς και το σοκ από τον ξαφνικό θάνατο του επόμενου μπασίστα, Les Marshall, φέρνει το γκρουπ ξανά μαζί. Στις αρχές του 1991, οι Peter Nicholls (φωνή), Mike Holmes (κιθάρα), Martin Orford (keyboards), και Paul Cook (ντραμς), αποφασίζουν οριστικά να συνεχίσουν την ιστορία των IQ, με την προσθήκη του μπασίστα John Jowitt. Με την ίδρυση της Giant Electric Pea λύθηκε και το ζήτημα της δισκογραφικής στέγης, και τον Ιούνιο του 1993 επιστρέφουν με το εκπληκτικό “Ever”. Μετά τις περισσότερο ραδιοφωνικές κατευθύνσεις των δυο άλμπουμ με τον Menel στο μικρόφωνο, τα “Nomzamo” και “Are You Sitting Comfortably?”, το γκρουπ έχει επιστρέψει σε μια εξελικτική μορφή του progressive rock ύφους που τους καθιέρωσε στις συνειδήσεις των οπαδών τους από το 1981 ως το 1985. Τα πιο σύνθετα τραγούδια, η γνώριμη μελαγχολία και οι σκοτεινές διαθέσεις επισφράγισαν τη σημασία της επιστροφής του Nicholls. Η επίσημη κυκλοφορία του “Ever” συνοδεύτηκε από μια εκπληκτική sold out εμφάνιση στο Kleve της Γερμανίας, στις 12 Ιουνίου του 1993, όπου παίχτηκε ολόκληρο το άλμπουμ, μαζί με παλιότερο υλικό. Το συγκεκριμένο live κυκλοφόρησε επίσημα τον Απρίλιο του 1996, με τον τίτλο “Forever Live”, audio αλλά και video.

Με την κεκτημένη ταχύτητα της πετυχημένης επιστροφής του “Ever”, το γκρουπ αρχίζει να σκαρώνει το επόμενο βήμα. Τα πράγματα τώρα είναι διαφορετικά, καθώς όλοι έχουν πια κανονικές πρωινές δουλειές και οι IQ είναι ουσιαστικά μια μπάντα μερικής απασχόλησης, η φροντίδα που γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο τους. Έχουν όμως αποφασίσει πια να δουλεύουν συντονισμένα μαζί όταν όλοι τους νιώθουν έτσι. Η σημαντική δυσκολία σε αυτό είναι η απόσταση μεταξύ τους, που λιγοστεύει σημαντικά τις πρόβες και τις ώρες σύνθεσης νέας μουσικής. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που χρειάστηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Ουσιαστικά από το τέλος του 1994, άρχισαν να ακούγονται τα πρώτα νέα δείγματα της δουλειάς τους σε ζωντανές εμφανίσεις. Το 1996, σε μια σύντομη περιοδεία για την προώθηση του “Forever Live”, ακούστηκαν αρκετά μέρη του νέου δίσκου, καθώς και δέκα λεπτά από το επικό “The Narrow Margin”, που είχε άλλο τίτλο. Ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος του 1996. Στα πλαίσια της παραγωγικής διαδικασίας του, το γκρουπ αρνήθηκε αρκετές προτάσεις για ζωντανές εμφανίσεις. Το νέο deadline προσδιορίστηκε τον Μάρτιο του 1997, όμως γρήγορα και με δεδομένο το πλήθος των ιδεών που κατέληξε στην απόφαση ενός διπλού concept άλμπουμ, μια νέα αναβολή μετέθεσε την κυκλοφορία στον Σεπτέμβριο του 1997. Τα συναρπαστικά νέα που έφεραν ενθουσιασμό στις τάξεις των πιστών αρκούσαν να προσθέσουν αποθέματα υπομονής.

Μέχρι τον Μάρτιο του ’97 έχουν προκύψει 50 λεπτά νέας μουσικής, και τον Μάιο το γκρουπ κάνει μια μίνι περιοδεία παίζοντας και νέα τραγούδια στην τελική μορφή τους και παρουσιάζοντας το T-shirt του “Subterranea”. Στις 16 Ιουνίου άρχισαν τις ηχογραφήσεις στο Nomansland του New Forest, με περίπου 80 λεπτά μουσικής έτοιμα, και στο τέλος το συνολικό έργο έφτασε στα 19 τραγούδια και τα περίπου 102 λεπτά διάρκεια. Στις 20 Αυγούστου γίνεται το mastering στο Townhouse του Λονδίνου.

15.000 αντίτυπα του “Subterranea” παραλαμβάνονται στις 3 Σεπτεμβρίου, και δυο μέρες αργότερα, στην πρώτη από τις δυο συνεχόμενες ζωντανές εμφανίσεις στο The Met του Bury, έχουμε την επίσημη κυκλοφορία του και την άμεση διάθεση στους οπαδούς τους.

Η μουσική και η ιστορία.

Για όλους τους ήταν παραπάνω από αυτονόητο πως η μουσική περιπλάνηση ενός concept άλμπουμ θα άνοιγε με μια κατάλληλη εισαγωγή. Το “Overture” δοκιμάστηκε σε διάφορες εκδοχές, για να καταλήξουν σε μια συρραφή από συγκεκριμένα μέρη που επανέρχονται σε διάφορα σημεία της ιστορίας. Το ηχητικά απογυμνωμένο αλλά υποβλητικό “Provider” προτιμήθηκε από την επιλογή μιας πλήρους ενορχήστρωσης. Το ομότιτλο με τον υπέροχο ρυθμό του σπρώχνει ουσιαστικά τον ακροατή στην καρδιά του δίσκου. Το “Sleepless Incidental” ήταν μια προσθήκη των τελευταίων ημερών και κρίθηκε πως θα έπρεπε να συνοδεύει μουσικά την εξέλιξη αμέσως μετά το “Subterranea”.

Το “Failsafe” ήταν στην πρωταρχική του μορφή ένα τραγούδι με περιπαιχτικό προσωρινό τίτλο “All Night Long”, καθώς η αρχή του θύμιζε το αντίστοιχο τραγούδι των Rainbow, χωρίς να είναι εμπνευσμένο από αυτό. Βέβαια, αυτό φαίνεται στην εξέλιξή του και το υπέροχο φινάλε. Το “Speak My Name”, γραμμένο αρχικά για το σόλο άλμπουμ του Martin Orford, προσαρμόστηκε στιχουργικά στην ιστορία, με τη γραμμή “speak my name” να παραμένει από την αρχική μορφή. Η πρώτη μορφή του “Tunnel Vision” υπήρχε ακόμα από την εποχή του Paul Menel στο μικρόφωνο με τον τίτλο “Capital City”, και μετά την ανάλογη μεταμόρφωση στη διαδικασία δημιουργίας του δίσκου αποτελεί ένα από τα δυνατότερα διαστήματά του. Η ένταση του “Infernal Chorus” περιέχει κάποια ριφ που επιστρέφουν σε άλλα σημεία του δίσκου. Το “King Of Fools” είναι εμπνευσμένο από το “I Am The Walrus” των Beatles. Στο “The Sense In Sanity” οι στίχοι προηγήθηκαν της μουσικής, και η μελωδία του “Provider” επανέρχεται στα φωνητικά. Το σύντομο οργανικό “State Of Mind” αναδύεται δυναμικά για να σφραγίσει το πρώτο μέρος του έργου.

Ανάλογα, το εισαγωγικό instrumental “Laid Low” μας μεταφέρει στο “Breathtaker”, και τα δυο τους από τα πρώτα αποσπάσματα που γράφτηκαν για το άλμπουμ, με θαυμάσιες αλλαγές διαθέσεων στις μελωδίες των φωνητικών και απαιτητική διαδρομή. Το “Capricorn” είναι αναμφισβήτητα από τα διαμάντια του, και σε κερδίζει με την πρώτη ακρόαση, ενώ μετά την συμμετοχή στο ομότιτλο, επιστρέφει και το σαξόφωνο του guest μουσικού Tony Wright, να το κάνει με τα ηχοχρώματά του πραγματικά ανεκτίμητο. Το σύντομο και λίγο απόκοσμο οργανικό “The Other Side” φέρνει το “Unsolid Ground”, μια σύνθεση συνολικής συμμετοχής που μετατράπηκε από ένα τζαμάρισμα στο στούντιο σε μια οργανωμένη σύνθεση. Το μελαγχολικό “Somewhere In Time”, μέχρι να βαπτιστεί επίσημα, είχε κατά την προσφιλή αυτοσαρκαστική τακτική τους τον προσωρινό τίτλο “Bette Davis”, καθώς το πρώτο του θέμα έφερνε στο μυαλό το “Bette Davis Eyes” της Kim Carnes.

Το σύντομο “High Waters” έχει την αφετηρία του σε ένα παλιότερο θέμα του 1995, διατρέχεται από ένα εκπληκτικό σόλο του Mike Holmes και μας αφήνει σε μια ιδιαίτερη αναμονή. Το 20λεπτο “The Narrow Margin” είναι το πραγματικό έπος του δίσκου, ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που έχουν συνθέσει στην καριέρα τους, μια σειρά από πολύτιμες μεταπτώσεις και μοναδικές μελωδίες, ένα έργο που μάλλον βιώνεται παρά περιγράφεται, και ολοκληρώνει τη δύναμή του με τους στίχους και το τέλος της ιστορίας.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Nicholls, η απόφαση να δημιουργήσουν για πρώτη φορά ένα concept άλμπουμ, πέρα από τη συναρπαστική διαδικασία που σταδιακά αφήνει χώρο για τις ιδέες και τη συνδρομή όλων, στηρίχτηκε στη γενικότερη ανάγκη και αντίληψη να κάνουν κάτι που θα άλλαζε εντελώς και τα δεδομένα των ζωντανών τους εμφανίσεων, στις οποίες πάνω κάτω ίσως οι επιλογές των τραγουδιών να είχαν παγιωθεί. Το ευρύτερο όραμα ενός ολοκληρωμένου έργου που μεταφέρεται και με ένα αντίστοιχο οπτικό show στη σκηνή, επηρέασε σημαντικά την οριστική απόφαση.

Η παράξενη και μυστηριώδης ιστορία του Casper Hauser αποτέλεσε την βάση του θέματος του “Subterranea”, σε μια πιο σύγχρονη και αστική μεταφορά πολλών από τα δεδομένα εκείνης της αινιγματικής υπόθεσης του 19ου αιώνα.

Ο ήρωας της ιστορίας των IQ έχει αποτελέσει αντικείμενο πειράματος: κρατήθηκε αιχμάλωτος χωρίς την παραμικρή επαφή με τον έξω κόσμο. Κάποια στιγμή καταφέρνει και δραπετεύει ή πολύ πιθανά αφήνεται σκόπιμα ελεύθερος και συνεχίζει να παρακολουθείται. Ο ίδιος αναρωτιέται γιατί του έχουν συμβεί όλα αυτά και γιατί πια είναι εκτεθειμένος σε όλη αυτή την υπερφόρτωση αισθήσεων ενός άγνωστου ως τότε κόσμου, τον οποίο προσπαθεί να αφομοιώσει. Αφού περνά κάποιο χρόνο άστεγος, τον προσεγγίζουν κάποιοι τύποι μιας θρησκευτικής αίρεσης και προσπαθούν να τον πάρουν θεωρώντας τον εύκολη λεία. Επιχειρούν να δώσουν ένα νόημα στην ουσιαστικά ανύπαρκτη ζωή του αλλά τελικά αποφασίζει να αποφύγει αυτούς και τη μετάλλαξη που θέλουν να του επιβάλλουν.

Κάποια στιγμή γνωρίζει ένα κορίτσι, την Maya, και την ερωτεύεται. Σταδιακά αναπτύσσεται μια βαθιά, ανθρώπινη σχέση φιλίας και πραγματικής αγάπης που τον σημαδεύει. Η Maya κάποια στιγμή απομακρύνεται βίαια από κοντά του και δολοφονείται. Ψάχνοντας επίμονα μέσα στην τρελή οργή του για απαντήσεις συνειδητοποιεί πως οι άνθρωποι που τον είχαν φυλακίσει εξακολουθούν να τον παρακολουθούν. Καταφέρνει να πιάσει τον έναν από αυτούς και στη δίνη του θυμού του τον σκοτώνει αλλά πριν, καταφέρνει να μάθει το όνομα του“Mockenrue”, του υπεύθυνου για τη δυστυχία του.

Αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως αποτελεί μέρος ενός πειράματος, πως κρατήθηκε μακριά από τον πραγματικό κόσμο για κάποιο λόγο και θέλει να μάθει τι έγινε. Κάποια στιγμή μεταμφιέζεται για να ανακαλύψει όσα κρύβονται πίσω από αυτό. Στη διαδρομή αισθάνεται πως η ζωή στον έξω κόσμο είναι ακόμα πιο δύσκολη από την αρχική απόλυτα ελεγχόμενη ζωή του. Σταδιακά ανακαλύπτει πως υπάρχουν και άλλα θύματα του Mockenrue, και όλοι μαζί αποφασίζουν να συστρατευτούν για να εκδικηθούν. Πέφτουν όμως στην παγίδα των έμπειρων αντιπάλων τους, οδηγούνται σε ένα παλιό κτίριο και οι άνθρωποι του Mockenrue το καίνε για να εξαφανίσουν κάθε στοιχείο αυτής της υπόθεσης. Σε μια δραματική αντιπαράθεση, ο ήρωας της ιστορίας στέκεται απέναντι από τον υπεύθυνο του εγκλεισμού του. Όντας ο μόνος επιζών και έχοντας βιώσει φριχτές καταστάσεις, παραιτείται και επιστρέφει στην αρχική απομόνωση, κλείνοντας τον κύκλο της ιστορίας.

Κυριολεκτικά, ολόκληρους μήνες πριν την ολοκλήρωση και επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ, οι IQ και το συνεργείο τους είχαν δουλέψει σκληρά για να είναι έτοιμοι να μεταφέρουν το θέμα του σε μια ζωντανή ανάπλαση με πολυμέσα. Ο υπεύθυνος φωτισμού και προβολών Martin Ogden ουσιαστικά δημιούργησε μια κινούμενη οθόνη από σχεδόν διαφανές ύφασμα γάζας που κρεμόταν πάνω από το μπροστινό μέρος της σκηνής. Ήταν στηριγμένη σε έναν άξονα που κατέληγε σε έναν κινητήρα. Όταν η σκηνή ήταν σκοτεινή, μπορούσαν να προβληθούν βίντεο πάνω σε αυτή. Όταν άναβαν τα φώτα η οθόνη γινόταν πρακτικά διαφανής και έβλεπες μέσα από αυτή. Επίσης, μπορούσαν ταυτόχρονα να προβάλουν αποσπάσματα βίντεο πάνω της και να φαίνεται και το γκρουπ να παίζει πίσω από αυτά. Ο συνδυασμός αυτός είχε εντυπωσιακό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα στη διάρκεια του “The Narrow Margin”.

Στο πίσω μέρος της σκηνής είχε τοποθετηθεί ένα δεύτερο φύλλο αυτού του υλικού όπου γίνονταν προβολές όταν η οθόνη είχε μετακινηθεί και μαζευτεί. Μπροστά από αυτή την οθόνη και ανάμεσα στα όργανα του Martin και του Paul φτιάχτηκε ένας υπερυψωμένος διάδρομος που χρησιμοποιούσε ο Pete κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων. Ο συνδυασμός του διαδρόμου με την οθόνη δημιουργούσε κάποια πολύ όμορφα εφέ. Στη διάρκεια του “Sleepless Incidental” προβάλλονταν η εικόνα του σταθμού του μετρό από το artwork του δίσκου, και ο διάδρομος μετατρεπόταν σε πλατφόρμα. Ανάμεσα στην μπροστινή μετακινούμενη οθόνη και την πίσω, τοποθετήθηκε μια εγκατάσταση με έξι ακριβά φώτα. Αυτές οι μηχανές δημιουργούσαν φωτεινές δέσμες και τις μετακινούσαν, σχηματίζοντας την εντύπωση ενός περιστρεφόμενου καθρέφτη. Τα χρώματα μπορούσαν να αλλάζουν δημιουργώντας σχέδια και σχήματα κύκλων, τριγώνων και άλλες μορφές.

Η προσθήκη ενός ακόμα μικροφώνου και μιας κάμερας στη μια πτέρυγα της σκηνής τους έδωσε τη δυνατότητα να προβάλλεται το κεφάλι του Pete στην πίσω οθόνη, πάνω από τις θέσεις του Martin και του Mike, εμφανίζοντας ένα τεράστιο τρομακτικό κεφάλι να αιωρείται στη σκηνή.

Στη πρεμιέρα και επίσημη παρουσίαση του άλμπουμ, στο Bury, στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου 1997, οι IQ απέδωσαν τα 103 λεπτά του άλμπουμ στην ολότητά τους, χωρίς την παραμικρή διακοπή. Παρά το γεγονός πως οι δυο συναυλίες συνέπεσαν με μια συναυλία του Fish η πρώτη, και την κηδεία της πριγκίπισσας Diana η δεύτερη, είχαν εντυπωσιακή προσέλευση αλλά και αποδοχή, ειδικά για νέο υλικό που γνώρισε για πρώτη φορά το κοινό στην τελική του μορφή. Το γκρουπ απέδωσε σε εκείνη την περιοδεία 16 φορές ολόκληρο το άλμπουμ.

Η καλλιτεχνική αξία του “Subterranea”, καθώς και η αυξανόμενη αποδοχή του με το πέρασμα των χρόνων, επιβεβαίωσε αρχικά τη σημασία της δεύτερης περιόδου με τον Peter Nicholls, που είχε ήδη επαναφέρει το βάθος και την βαρύτητα μέσα στο καταπληκτικό “Ever”. Το διπλό αυτό απαιτητικό concept άλμπουμ άπλωσε όμορφα την αναπλαστική τους τεχνική, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό πολλές από τις λεωφόρους της μελλοντικής τους πορείας, όμως περισσότερο από όλα, άφησε σπάνιες στιγμές έμπνευσης και έκφρασης κι έναν πολύτιμο παραβολικό μύθο που συνεχίζει να συγκινεί.

“No-one entered into my mind more than Maya, someone she believed I could be is burning in me…”

About Γιώργος Γεωργίου 452 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…