Fates Warning, Methodica (26/01/2018) Principal Club Theater, Θεσσαλονίκη

Η νέα επίσκεψη των πιονέρων του προοδευτικού metal, μιας μπάντας που από την πρώτη της παρουσία στη χώρα μας, πίσω στο μακρινό 1990, δημιούργησε ισχυρότατους δεσμούς με το κοινό της, είχε αυτή τη φορά κι έναν ακόμα σκοπό: οι ηχογραφήσεις των εμφανίσεων σε αυτή την ευρωπαϊκή περιοδεία, θα αποτελέσουν το υλικό για το νέο live album της μπάντας, το πρώτο μετά το “Still Life” του 1998.

Τα ειδικά μικρόφωνα της ηχογράφησης στέκονταν στα δύο άκρα της σκηνής και ο Ray Alder δεν ξέχασε να μας υπενθυμίσει την ιδιαιτερότητα της βραδιάς, αν και δεν χρειαζόταν.

Ο νέος χώρος του “Principal”, μέσα στον πολυχώρο “Fix”, είναι ευρύχωρος, κομψός, με βολική διάταξη για απαιτητικό ήχο. Ο κόσμος που τίμησε τον εμβληματικό Matheos και τους συντρόφους του, ήταν αισθητά περισσότερος από την τελευταία τους φορά στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια της προώθησης του “Darkness In A Different Light”. Το γκρουπ ταλαιπωρήθηκε για ώρες στα σύνορα με συνέπεια όλα να γίνουν με καθυστέρηση στην ηχητική προετοιμασία. 

Οι ιταλοί progters Methodica από τη Βερόνα, που κλήθηκαν να προθερμάνουν το κοινό, ανέβηκαν με ένα πολύ σύντομο soundcheck. Με όλη την ανατροπή του προγραμματισμού και με τις συνεχείς αλλαγές, μην έχοντας τη δυνατότητα να παρακολουθήσω ένα μέρος της εμφάνισής τους, θα αρκεστώ στη γενική εντύπωση μιας εξαιρετικά προβαρισμένης μπάντας, με πολύ καλούς μουσικούς, συνθέσεις που βασίστηκαν στα keyboards και με αρκετά προηχογραφημένα, με ένα σετ που ο κόσμος βρήκε συμπαθητικό, χωρίς να αποτελέσει κάποια μεγάλη έκπληξη ή αποκάλυψη. Σημαντική λεπτομέρεια γι’  αυτούς πως δραστηριοποιούνται από το 1996!

Όλες οι σχέσεις πάθους, έχουν και τη γκρίνια μέσα τους. Ζώντας στην εποχή της εύκολης πρόσβασης στην πληροφορία, όλοι οι ταγμένοι ακροατές του γκρουπ, με δεδομένη την επικείμενη νέα ζωντανή κυκλοφορία, παρακολουθούσαν καθημερινά το setlist από τις εμφανίσεις που προηγήθηκαν. Η θεωρητική πραγματικότητα είναι πως οι Fates Warning έχουν κατασταλάξει σε κάποιες δεδομένες επιλογές που τους ακολουθούν χωρίς σημαντικές μεταβολές στις περιοδείες τους, πέρα βέβαια από το νέο υλικό κάθε φορά. Εκεί εμφανίστηκαν οι ενστάσεις, από τη στιγμή μάλιστα που στο “Still Life” συμπεριλήφθηκαν οι εκτελέσεις των “Eleventh hour”, “Point of view” και “Monument”. Βέβαια, η ερώτηση αν οι ασφαλείς και συνήθεις επιλογές τους μπορούν να σταθούν ακόμα με την ίδια ένταση, μπορούσε να απαντηθεί μόνο πάνω στη σκηνή.

Οι πέντε μουσικοί παρατάχθηκαν στην άνετη σκηνή του “Principal” στη διάρκεια της ηχητικής εισαγωγής, με τον Ray Alder τελευταίο να παίρνει τη θέση του πίσω από το μικρόφωνο και το θερμό χειροκρότημα του ακροατηρίου να ανεβαίνει κι άλλο.

Από εκείνη τη στιγμή  και για περίπου δύο ώρες και είκοσι λεπτά (!), αφαιρώντας ένα πολύ σύντομο διάστημα της πρώτης αποχώρησης πριν το encore, αυτό που έγινε ήταν μια αυθόρμητη κατάθεση ψυχής από το γκρουπ. Με δεδομένη πια την εκπληκτική χημεία μεταξύ τους, που πέρα από το συντονισμό και τη συνεργασία με κλειστά μάτια, επεκτείνεται και στη συνολική αύρα που αναδύει η ομάδα τους, όταν ζωντανεύει ηχητικά τα εσωτερικά της τραγούδια, φάνηκε ξεκάθαρα και η αίσθηση της ικανοποίησης και της ασφάλειας για την ανταποδοτικότητα του ελληνικού κοινού. Το γκρουπ ήθελε να παίξει μέχρι τελικής πτώσης «εντός έδρας» και έπαιξε στο σπίτι του. Όπως κάνουν πάντα με συνέπεια, συνδύασαν αρκετά από τα δημοφιλή τραγούδια τους με τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα σε διάρκεια, όπως φυσικά απλώθηκαν και στο χρόνο, σε όλη την περίοδο του Alder. O ίδιος, ιδιαίτερα συγκινησιακά φορτισμένος, θυμήθηκε ακόμα και εκείνη την πρώτη πτήση για να περάσει από ακρόαση στο γκρουπ. Πέρα βέβαια από την ιδιαίτερη φόρτιση, εμφανίστηκε σε εξαιρετική κατάσταση και με πολύ έξυπνη διαχείριση ενός επίπονου και μεγάλου σετ. Είναι αυτονόητο πια πως δεν περιμένουμε την απόδοση και την έκταση του τέλους των ‘80s, αλλά ήταν εξαιρετικός και εκφραστικός. 

Όσο κι αν περιττεύουν τα εύσημα για την εκτελεστική συνέπεια αυτών των μουσικών, δύσκολα αποφεύγει κανείς να αναφερθεί στον Mike Abdow, που σε κάθε νέα εμφάνιση μοιάζει ακόμα περισσότερο εξοικειωμένος και με δεδομένη τη μεγάλη μουσική του αξία, μένει να δούμε αν θα αναβαθμιστεί, δημιουργώντας την έκπληξη, και σε δημιουργικό επίπεδο: ένας εκπληκτικός, πολυτάλαντος κιθαρίστας με ευρύ μουσικό ορίζοντα.

Η απάντηση, λοιπόν, αν οι ασφαλείς επιλογές συνεχίζουν να «δουλεύουν» και να καίνε, δόθηκε με τον πιο θριαμβευτικό τρόπο, με τον κόσμο στον αέρα και τις φωνές στο ουρανό για όλα αυτά τα παλιά, αγαπημένα “classics”, που έχουν λατρευτεί και αποθεωθεί τόσες φορές στο παρελθόν. Πέρα από τις κουβέντες και τις θεωρίες, η αλήθεια ήταν εκεί μέσα και ήταν τόσο προφανής. Παράλληλα, η δίψα και η προετοιμασία του γκρουπ δεν άφησαν να αδικηθούν στο ελάχιστο επιλογές, όπως το “Wish”, που κούμπωσε με το “Another perfect day”, την πιο προφανή δήλωση του Matheos για την εκτίμησή του στον Wilson, ή στο μεγάλο “And yet it moves”, με την πολυδιάστατη διαδρομή του. Αν προσθέσει κανείς τον πόλεμο που έγινε στα «μεζεδάκια» του “No Exit”, και την παρέλαση των περισσότερων εν δυνάμει singles τους στην Alder-era που συντόνισαν αυτόματα τις φωνές του κόσμου, ήταν μια μακριά, συναισθηματική, λυτρωτική, καθαρά “Fates Warning” νύχτα.

Με σύμμαχο έναν πολύ καλό ήχο, αυτή η μακροχρόνια σχέση κοινού-μουσικών πρόσθεσε άλλη μια σελίδα στη μακριά αλυσίδα της μνήμης. Σε όλους τους ενδοιασμούς, τις ερωτήσεις και τα παιχνίδια της εσωτερικής ζυγαριάς του καθένα μας , τη σίγουρη απάντηση την παίρνουμε στο τέλος ιδρωμένοι, μόνο από την ευπρόσδεκτη κούραση της ευτυχίας. 

Setlist:

1.From the rooftops
2.Life in still water
3.APSOG part 3
4.Pale fire
5.Seven stars
6.S.O.S.
7.One thousand fires
8.Firefly
9.The light and shade of things
10.Wish
11.Another perfect day
12.The ivory gate of dreams IV: Quietus
13.And yet it moves
14.Nothing left to say
15.The ivory gate of dreams VII: Acquiescence
16.The eleventh hour
17.Point of view

Encore:

18.APSOG part 9
19.Through different eyes
20.Monument
21.Eye to eye

Φωτογραφίες: Ηλίας Μακρίδης

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 433 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…