MINISTRY



Όταν ακούς το όνομα Ministry, σκέφτεσαι αυτομάτως τον ιδρυτή τους Al Jourgensen, τη γνωστή τους επιτυχία “New World Order” και τη σημαντική τους συμβολή στην εδραίωση της industrial μουσικής. Λίγοι γνωρίζουν όμως, το παρελθόν της μπάντας, αλλά και το προσωπικό του.

Με αφορμή την πρώτη τους επίσκεψη στη χώρα μας, για δύο εμφανίσεις σε Αθήνα (1 Ιουνίου, Piraeus 117 Academy) και Θεσσαλονίκη (2 Ιουνίου, Principal Club Theatre), το rockway.gr κάνει ένα ταξίδι στο χρόνο για να καταγράψει την πορεία του σχήματος (ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ).



Γεννημένος στην Κούβα το 1958, με το όνομα Alejandro Ramirez Casas, αλλά σύντομα μετανάστευσε στις ΗΠΑ, μαζί με τη μητέρα του και το Νορβηγό πατριό του, ο οποίος άλλαξε το επίθετο τους σε Jourgensen. Mετά την αποφοίτηση του από το κολλέγιο, εργάστηκε σαν ραδιοφωνικός DJ, μέχρι που αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική.



Αφού “φοίτησε” στους Special Affect παρέα με τον Groovie Man και τον Harry Rushakoff των Concrete Blonde, ίδρυσε το 1981 τους Ministry στην πόλη του Chicago. Η μουσική τους ήταν βασικά σε ύφος new wave synthpop, πολύ μακρυά από εκείνη που τους έκανε διάσημους αργότερα.

Η πρώτη σύνθεση τους συγκροτήματος εκτός από τον Al (κιθαρα/φωνή) περιείχε τους Stephen George (drums), Robert Roberts (πλήκτρα) και John Davis (πλήκτρα). Εν μέσω πολλών αλλαγών στο προσωπικό, η μπάντα άρχισε να αναπτύσσεται γύρω από τους Jourgensen και George.

Mέχρι το 1984 κυκλοφόρησε τέσσερα 12ιντσα maxi singles μέχω της Wax Trax!, που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο “Twelve Inch Singles (1981–1984)”, με το “Everyday Is Halloween” να γίνεται επιτυχία στα clubs της εποχής.

To ντεμπούτο τους album “With Sympathy” κυκλοφορεί το 1983 μέσω της Arista Records και μπαίνει στην πρώτη 100αδα του Billboard 200, δίνοντας την ευκαιρία στους Ministry να ακολουθήσουν τους Police στην Βορειοαμερικάνικη περιοδεία τους, όπου τα μεγάλα κοινά αρένας τους υποδέχτηκαν με ιδιαίτερη θέρμη. Η μουσική τους είναι στο κλίμα της ευρύτερης εποχής (βλ. Depeche Mode, New Order κτλ.) λόγω πιέσεων της εταιρίας τους να παράγουν ήχους synthpop, δημιουργώντας μεγάλη δυσφορία στον Jourgensen, ο οποίος είχε ανακαλύψει τη hardcore μουσική και ο μουσικός του προσανατολισμός είχε αλλάξει. Η φωνή του έβγαζε μια βρετανική προφορά, κάτι που στο μέλλον καυτηρίασε ο ίδιος, αν και η σύζυγος του δηλώνει πως το έκανε σαν φόρο τιμής στα αγαπημένα τους βρετανικά συγκροτήματα, παρά για να το παίξει ο ίδιος Βρετανός.



Το 1985 ο Al χωρίς τον George στην ομάδα του και σχεδόν σαν solo καλλιτέχνης, κυκλοφορεί το “Twitch” μέσω της Sire Records, με αρκετά καλές πωλήσεις, αν και το album περιγράφηκε ως underground. Η μουσική είναι χορευτική, αλλά μακρυά από την synthpop κουλτούρα, με πιο τραχείς κι επιθετικούς ήχους. Αρκετό από αυτό το υλικό το είχε δουλέψει πριν καν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο, όμως η τότε εταιρία δεν ήθελε να τα κυκλοφορήσει. Χρησιμοποιώντας ψηφιακά samples και με τη βοήθεια του παραγωγού Adrian Sherwood.

Ο Al αποφασίζει μετά το “Twitch” να ξαναπιάσει την ηλεκτρική του κιθάρα και να φέρει στο πλευρό του τον Paul Barker (μπασο) και τον William Rieflin, έτεροι του συγκροτήματος The Blackouts. To 1988 κυκλοφορεί το “The Land of Rape and Honey” που συνεχίζει την επιτυχία τους στους underground κύκλους και είναι ο πρόδρομος του σκληρού μέλλοντος τους. Αποσπάσματα από ταινίες, τύμπανα σαν να τα κοπανάει με σφυρί, βαριές κιθάρες και μπάσο, πλήκτρα και synths, λούπες και ηλεκτρονική επεξεργασία αντισυμβατική. Σαν industrial σας ακούγεται ε; Αυτοί οι τύποι είναι εκ των εφευρετών του είδους…

Ένα χρόνο μετά έρχεται και το “The Mind is a Terrible Thing to Taste” με τις κιθάρες να thrash-άρουν και τους Ministry να κερδίζουν ολοένα και περισσότερους οπαδούς, σε μια από τις καλύτερες στιγμές της δισκογραφικής τους ζωής. Λόγω της περίεργης φύσης του album, έρχεται στην εικόνα ένας δεύτερος drummer, o Martin Atkins και οι Ministry περιοδεύουν σχεδόν σαν ποδοσφαιρική ομάδα, αφού με την προσθήκη των Chris Connelly (πλήκτρα/φωνή), Nivek Ogre (πλήκτρα/φωνή), Joe Kelly (φωνές) και των κιθαριστών Mike Scaccia (αυτός ρίζωσε), Terry Roberts, και William Tucker, η ορχήστρα έγινε δεκαμελής. Από αυτό το album και μετά ξεπηδούν πολλές ιδέες στο κεφάλι του Jourgensen που πραγματώνονται μέσω διαφόρων projects, όπως οι Revolting Cocks, Lard, 1000 Homo Djs κ.α.

Η μεγάλη εμπορική επιτυχία για τους Ministry ήρθε το 1991 με το “Psalm 69”(ΚΕΦΑΛΗΞΘ έγραφε πάνω ο δίσκος) και η πάνω βόλτα ξεκίνησε ευθύς αμέσως μετά την κυκλοφορία του single του “Jesus Built My Hotrod”, που γράφτηκε με τη βοήθεια των Gibby Haynes (Butthole Surfers) και Michael Balch (Front Line Assembly).

Όπως φαινόταν κι από το single, το νέο album ήταν το πιο μεταλλικό που είχαν ως τότε κυκλοφορήσει οι Ministry, με το βάρος να μετατοπίζεται από τα πλήκτρα στις βαριές κιθάρες των νέων μελών Mike Scaccia και Louis Svitek. Το “N.W.O.” κριτικάρει τον πρώτο πόλεμο του Περσικού Κόλπου και επιτίθεται στον Πρόεδρο Bush τον γηραιότερο, ενώ κάνει εμφάνιση σε ταινία κινουμένων σχεδίων και γνωστό video game της εποχής.

Λόγω προσωπικών προβλημάτων ή προβλημάτων με το νόμο, το έκτο album τους θα κυκλοφορήσει τελικώς το 1996. Τα synths και τα περισσότερα από τα samples, βγαίνουν από τον παρονομαστή και τη θέση τους παίρνουν έξτρα φασαριόζικες κιθάρες, βαρύ μπάσο και φυσικά τύμπανα. Οι κριτικοί δεν το υποδέχονται με λατρεία και το “Filth Pig” ήταν μια εμπορική αποτυχία. Περιέχει για την ιστορία διασκευή στο κομμάτι του Bob Dylan, “Lay Lady Lay”.

3 χρόνια αργότερα, έρχεται το “Dark Side of The Spoon” και επαναφέρει τους Ministry στην επιτυχία. Ο Mike Scaccia δεν είναι πια στα μέλη της μπάντας και τα κομμάτια είναι λιγότερο βαριά από τα προηγούμενα δύο.

Παίζοντας με τον τίτλο του αριστουργήματος των Pink Floyd, ο Jourgensen δηλώνει πως αναφέρεται στην πίσω μέρος του κουταλιού που χρησιμοποιούν οι τοξικομανείς για να λιώσουν την ηρωίνη, μιας που σχεδόν όλα τα μέλη τους τότε ήταν εξαρτημένα στην προαναφερθείσα ουσία.

Το εξώφυλλο που απεικονίζει μια παχιά γυναίκα μπροστά σε έναν μαυροπίνακα, όπου αναγράφεται πολλές φορές σαν τιμωρία η φράση “I will be god”, δημιουργεί εντάσεις και αργότερα θα σβηστούν. Το κομμάτι “Bad Blood” κέρδισε υποψηφιότητα για καλύτερη metal ερμηνεία στα βραβεία Grammy, ενώ θα συμπεριληφθεί και στο soundtrack της μεγάλης εμπορικής ταινίας Matrix.

To 2001 κυκλοφορεί η συλλογή “Greatest Fits” που περιέχει το ακυκλοφόρητο “What about us?” και τον επόμενο χρόνο έρχεται το πρώτο live DVD “Sphinctour”, το οποίο προκύπτει από μαγνητοσκοπήσεις κατά τη διάρκεια της περιοδείας προώθησης του “Filth Pig”.

To 2003 είναι η σειρά του όγδοου ολοκληρωμένου πονήματος, με τίτλο “Animositisomina”, που είναι ουσιαστικά η λέξη animosity, λίγο αλλαγμένη και αντεστραμμένη για να διαβάζεται και ανάποδα. Ο Al Jourgensen δήλωσε πως τότε βαριόταν πολύ να βρει τίτλο για το album και έτσι κατέληξε σε αυτό, ενώ είναι και το δεύτερο χειρότερο του, που όπως λέει χαρακτηριστικά “δεν ήταν καθόλου αστείο το να παραχθεί”. Η αποδοχή του κόσμου δεν ήταν δυνατή, όπως είναι φυσικό και εδώ έρχεται το τέλος της συνεργασίας του Barker με τους Ministry.

Αμέσως όμως, έρχεται το “Houses of the Mole” με τον Mike Scaccia να επιστρέφει στους Ministry και ο προσανατολισμός τους να κοιτάει προς το Thrash Metal. Ο τίτλος είναι φόρος τιμής στο “Houses of the Holy” των Led Zeppelin και είναι το πρώτο μέλος της αντι-George Bush JR. τριλογίας. Ο Al Jourgensen θεωρεί αυτό το δίσκο την αναγέννηση της μπάντας και μάλιστα, πως το κομμάτι “Walrus” είναι μια γιορτή για την φυγή του Barker. Μέσα στο κομμάτι ακούγεται η φράση “Paul is no longer with us” ανάποδα. Το Rock Hard το επέλεξε μέσα στα 500 καλύτερα rock και metal albums όλων των εποχών.

2006 και “Rio Grande Blood” που αναφέρεται στο album των ZZ Top “Rio Grande Mud”, συνεχίζοντας την επικριτική θεματολογία κατά της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Bush. O τέως πρόεδρος αναφέρεται ως Κος Κίνδυνος και στο κομμάτι “Lieslieslies” κρύβονται συνωμοσίες γύρω από τις επιθέσεις της 11/9/2001. Το κομμάτι αυτό κέρδισε υποψηφιότητα για καλύτερη metal ερμηνεία στα βραβεία Grammy, όπως και το “The Great Satan” του οποίου η πρώτη έκδοση υπάρχει στη συλλογή “Rantology” (2004).

To 2007 η τριλογία θα κλείσει με το “The Last Sucker” που απεικονίζει τον George Bush Jr. με χαρακτηριστικά ερπετού και ο Al Jourgensen ανακοινώνει την διάλυση της μπάντας. “Με κοροϊδεύουν πως όταν οι Δημοκρατικοί είναι στην εξουσία δεν γράφω καλή μουσική, οπότε θα συνοδεύσω τον Πρόεδρο στο ηλιοβασίλεμα” αστειεύεται, αλλά ευτυχώς η διάλυση δεν θα κρατήσει για πάντα. Οι Ministry διασκευάζουν το “Roadhouse Blues” των The Doors.

To 2009 κυκλοφορεί το “Adios… Puta Madres” ένα αποχαιρετιστήριο CD/DVD και τρία κομμάτια τους περιλαμβάνονται στο soundtrack της ταινίας “Hurt Locker” που κέρδισε εκείνη τη χρονιά το βραβείο Oscar.

Στις 7 Αυγούστου του 2011, οι Ministry ανακοινώνουν την επανένωση τους με σκοπό να παίξουν στο Wacken την επόμενη χρονιά. Η νέα σύνθεση περιλαμβάνει τους Al Jourgensen (φωνητικά), Mike Scaccia και Tommy Victor (κιθάρα), Aaron Rossi (τύμπανα), John Bechdel (πλήκτρα) και Tony Campos (μπάσο), ενώ οι φήμες για νέο album επιβεβαιώνονται με το “Relapse”.


Το νέο album είναι γρήγορο και θρασαριστό και περιέχει μια διασκευή στο “United Forces” των S.O.D, αλλά οι κριτικοί δεν το βλέπουν με τόσο καλό μάτι. Έχοντας πάρει φόρα όμως, οι Ministry ξαναμπαίνουν στο studio για την παραγωγή του δέκατου τρίτου album “From Beer to Eternity”. Θα κυκλοφορήσει το 2013 και στο εξώφυλλο βλέπουμε 7 γυναίκες, φερόμενες τον συμβολισμό των 7 θανάσιμων αμαρτημάτων, παγιδευμένες σε ένα δίχτυ. Όμως, 3 ημέρες αφού τελείωσαν οι εργασίες αποπεράτωσης τους, ο Mike Scaccia πέφτει νεκρός την ώρα ζωντανής εμφάνισης με τους Rigor Mortis και αφήνει την τελευταία του πνοή. Συντετριμμένος για τον χαμό του φίλου του και κινητήρια δύναμη των Ministry, ο Al Jourgensen ανακοινώνει πως χωρίς αυτόν η μπάντα δεν μπορεί να συνεχίσει.

Οι Ministry έχουν μείνει ενεργοί όμως και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την παραγωγή νέου δίσκου κάποια στιγμή. Προς την 1η Ιουνίου στο Piraeus Academy.

Θα είναι μια άγρια, δυνατή και ηλεκτρισμένη νύχτα που κανένας δεν πρέπει να χάσει. Δεν χωράμε όλοι όμως, οπότε σπεύσατε!

About Δημήτρης Μαρσέλος 1776 Articles
Δέσμιος της μουσικής, είλωτας των συναυλιών, εθισμένος στα σκληρά...riffs, διπολικός μεταξύ metal και hardcore punk, έχει κάνει χρόνια τώρα πολιτιστικό crossover και δεν αρνείται κανένα ιδίωμα της rock που του τη σηκώνει...την τρίχα.