Thurston Moore, The Callas (25/04/2015) Fuzz Live Club

Αυτήν τη φορά δεν ήμουν ο μόνος μαλάκας που στήθηκε από τις οκτώ παρά έξω από το μαγαζί.

Για καλή μου τύχη είχα προμηθευτεί και μία ικανή ποσότητα μπίρας, ώστε να μειώσω το χρόνο αναμονής, καίγοντας λίγο ακόμη το συκώτι μου. Απ’ έξω, διαπιστώνω με χαρά ότι περιμένουν άτομα διαφόρων ηλικιών, ελάχιστα μεν, αντιπροσωπευτικά δε, για την περίσταση. Τέσσερα πιτσιρίκια δίπλα πίνουν μπίρες, περιμένοντας να πιάσουν θέσεις στο κιγκλίδωμα και κάνουν προβλέψεις για τις επιδόσεις του πενηνταεξάχρονου Moore. Η κοπελίτσα  καθησυχάζει τους υπόλοιπους μαλλιαρούς φίλους της ότι πρόκειται να αποδώσει τα μέγιστα. Κάτι ήξερε…

Όταν πλέον μπαίνουμε στο χώρο έχει πάει εννιά παρά. Περί τις εννέα και μίση, αν δε με απατά η μνήμη μου, εμφανίζονται οι δικοί μας Callas, οι οποίοι, παρόλο που έχουν λίγο πιο γραμμικές ηχογραφήσεις, ζωντανά τα καταφέρνουν περίφημα.

Το κουαρτέτο ακολουθεί αρκετά πιστά τον ανεξάρτητο ήχο των Sonic Youth προσθέτοντας στην παλέτα πιο σκοτεινές επιρροές από τους Νεοϋορκέζους θεούς του θορύβου. Φαίνονται σφιχτοδεμένοι σα μονάδα και αρκετά άνετοι με το θόρυβο που παράγουν. Οι συνθέσεις είναι έξυπνα στημένες και σέβονται τις καταβολές τους. Σίγουρα πέραν αυτού μου έκανε εντύπωση η drummer – μηχανάκι που χτυπούσε αρκετά δυνατά και μετρονομικά  ώστε να δίνει άλλη δυναμική στον ήχο του γκρουπ.

Κατά τις 10:30, και κατόπιν κάποιων τροποποιήσεων στον εξοπλισμό που βρίσκεται επί σκηνής, ο headliner, έχοντας ένα αναλόγιο μπροστά του, βαράει το πρώτο ακόρντο του “Orgasmatron” μετά από ‘shrooms, του εναρκτήριου “Forevermore”. Η υπόκωφη παραμόρφωση του ακούγεται τόσο εκτός τόπου (με την καλή έννοια ρε κακεντρεχείς) , σε συνδυασμό με αυτό που προβάλλει ο προτζέκτορας στο φόντο, που οποιαδήποτε ψυχεδελική μπάντα θα χρειαζότανε κάποιου είδους επιφοίτηση για να πετύχει το ίδιο τριπάκι.

Εκ πρώτης, ο Moore δείχνει πιο cool από τις μανιασμένες μέρες του ’80 -’90 (56 γαρ) και είναι λίγο περίεργη η αίσθηση του να βρίσκεται παρών χωρίς τους Sonic Youth, πράγμα πολύ εξόφθαλμο. Από την άλλη, όμως, ο πανύψηλος πρωταγωνιστής της βραδιάς δείχνει αειθαλής τόσο στις κινήσεις του επί σκηνής, όσο και εκτελεστικά, καθώς η ατσούμπαλη φυσιογνωμία του δεν έχει αλλάξει ούτε χιλιοστό. Επίσης είναι αξιομνημόνευτο ότι συνεχίζει να μην πιάνει ούτε ένα συμβατικό ακόρντο στη χαρακτηριστικότατη Jazzmaster του. Οι συνεργάτες του, που περιλαμβάνουν και το επίσης πρώην μέλος των Youth, κυμαίνονται στο ίδιο μήκος κύματος και υποστηρίζουν επάξια τον νεοϋορκέζο άρχοντα του θορύβου. Μάλιστα, οι τρεις εκ του κουαρτέτου έχουν ξαναεπισκεφτεί τη χώρα μας (πλην την ανέκφραστης μπασίστριας Debbie Googe).

Το σετ απαρτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από κομμάτια του αρκετά καλού περσινού “The Best Day”, που αποδίδονται πάρα πολύ καλά από την μπάντα. Καλή επιλογή κομματιών, θεωρώ, καθώς κάποιο τραγούδι των Youth εδώ θα ακουγόταν άτοπο και μακριά από την αντίληψη του πάντα πρωτοπόρου Moore. Τα κομμάτια είναι εκτεταμένα σε διάρκεια και πολλές φορές προσαυξάνονται χρονικά και από την ίδια μπάντα με εκτεταμένα μέρη αδυσώπητου feedback, που σε κάνει να σκέφτεσαι από τους λογαριασμούς που άφησες απλήρωτους μέχρι την μπίρα που θα πιεις στα καπάκια ή και το νόημα της ίδιας σου της ύπαρξης. Αυτό εκλάβετέ το όπως θέλετε γιατί αυτόν ακριβώς τον αντίκτυπο είχε. Οι κιθάρες από ένα και σημείο του live και μετά βιάζονται, ξύνονται, γρατζουνίζονται προς απόδειξη του μύθου και προς τέρψιν του αποσβολωμένου κοινού.

Κατόπιν λαϊκής απαιτήσεως η μπάντα ξαναβγαίνει περί τις 12:15 στη σκηνή, για να εκτελέσει το “Pretty Bad’ από το solo “Psychic Hearts” του 1995, όπου οι Moore και Shelley έχουν συνεργαστεί ξανά και επειδή είναι μπεσαλήδες ανεβαίνουν αυτοδικαίως  και για δεύτερο κομμάτι του ιδίου δίσκου. Το σχήμα του Moore τα κατάφερε περίφημα και, μπορώ να πω, ότι αποχώρησε στις 12:30 όσο θριαμβευτικά θα απέρχονταν και οι  Youth σε μια αντίστοιχη συναυλία.  Δεν ξέρω τι έκανε ο Ranaldo, αλλά σήμερα ο Moore με κέρδισε για τρισχιλιοστή φορά.

Thurston Moore setlist
Forevermore
Speak ToThe Wild
Germs Burn
Detonation
The Best Day
Grace Lake
Pretty Bad
Ono Soul

Photos: Ανδρέας Πανόπουλος