ΤΟ ΚΕΛΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η ευρύτερη διάδοση του rock ‘n’ roll στις νεολαίες τόσων γενεών στις δεκαετίες που πέρασαν, βασίστηκε στο πνεύμα της αλλαγής και της αμφισβήτησης που πρωταρχικά καλλιεργήθηκε στον ήχο του, στους ρυθμούς του και γρήγορα πέρασε και στη θεματολογία του. Βαδίζοντας χέρι χέρι με την εξέλιξη και την τεχνολογία εισήγαγε διαρκώς νέους ήχους στη μουσική έκφραση. Η αλλαγή και η διαφορά έγιναν ουσιαστικά η σημαία στη διαφοροποίηση των γενεών που έψαχναν τη δική τους έκφραση και μουσική ταυτότητα. Η ατέρμονη αυτή αναζήτηση και πορεία διαμόρφωσε στις σκέψεις αλλά και τους κώδικες επικοινωνίας δημιουργών και ακροατών τα μουσικά ιδιώματα, τις κατηγορίες που μικρή σημασία έχουν για κάποιους, μεγαλύτερη για άλλους, αλλά ίσως είναι χρήσιμες για να διευκολύνουν σε αρκετές περιπτώσεις τις ανάλογες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

Η πρόσμιξη διαφορετικών τέτοιων χώρων αποτέλεσε συχνά την αφετηρία ενός νέου φρέσκου μουσικού ορίζοντα, που προφανώς τον οραματίστηκαν, συνέλαβαν και υλοποίησαν αρχικά κάποιοι καινοτόμοι δημιουργοί. Μέσα στη φυσική εξέλιξη του σκληρού ήχου, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, γεννήθηκε και το λεγόμενο progressive metal. Αναμφισβήτητη πατρίδα του η Αμερική και οι δυο πρώτοι θεμέλιοι πυλώνες υψώθηκαν, ο ένας στο Austin του Texas και ο δεύτερος στο Seattle της Washington. Κατά έναν περίεργο τρόπο οι δυο πρώτες εκφράσεις αυτής της ενδιαφέρουσας εξέλιξης, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, περιείχαν σχεδόν όλα τα βασικά στοιχεία του ιδιώματος.


Οι Τεξανοί Watchtower με το πρώτο τους άλμπουμ “Energetic Disassembly” το 1985, έμοιαζε να τιθασεύουν τη thrash έκρηξη με την εγκεφαλική μουσική προσέγγιση των μεγάλων Rush, υιοθετώντας μια σύνθετη συνθετική και εκτελεστική προσέγγιση λες και ήθελαν να κάψουν κάθε πιθανή γέφυρα με το προφανές, το κοντινό, το φιλικό στο αυτί του μέσου ακροατή. Η απαιτητική ικανότητα του (κάθε) μουσικού μοιάζει να θεμελιώθηκε στο άλμπουμ αυτό, όπως άλλωστε και η νομιμοποίηση της υπερβολής (για το μέσο αυτί) που βρήκε το δρόμο της μέσα ακόμα και από τα φωνητικά του Jason McMaster, πέρα από την παράσταση των τριών άλλων βιρτουόζων.

Μια άλλη, εντελώς διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική πτυχή του νέου δρόμου ανέδειξε με εμφατικό τρόπο η κυκλοφορία του άλμπουμ “Rage For Order” των Queensryche, τον Ιούνιο του 1986. Πραγματοποιώντας όλες τις κρυπτικές υποσχέσεις που είχε το “The Warning” στις μυστικές δίπλες του, το κουιντέτο από το Seattle υφαίνει ένα εντελώς φρέσκο μουσικό πανόραμα, στηρίζοντας τη νοοτροπία του στην εγκεφαλική προσέγγιση της περιγραφής διαθέσεων και γεγονότων. Με ιδιαίτερη αντίληψη και φροντίδα στη σημασία του ήχου, και μια οικονομική αλλά νεωτεριστική προσέγγιση στην εκτέλεση, και έχοντας στο θρόνο τους έναν τραγουδιστή που άλλαξε τα πάντα στην πραγματικότητα του σκληρού ήχου, βύθισαν το έργο τους για πάντα στο μέλλον.

Είναι αυτονόητο πως κάθε αλλαγή και καινοτομία αντιμετωπίζεται δύσκολα, κυρίως από τους συντηρητικούς. Όμως βέβαια και ο χρόνος δουλεύει πάντα ευεργετικά, λυγίζοντας ουσιαστικά τις επιφανειακές δυσκολίες προσέγγισης. Επειδή όμως οι γαστρονομικές μεταφορές είναι πάντα πιο ελκυστικές, ένα φαγητό κερδίζει ανάλογα και με τον τρόπο που μαγειρεύεται ή ακόμα και από το πώς σερβίρεται. Οι αναλογίες των Dream Theater (που είχαν ξεκινήσει ως Majesty από το μουσικό κολλέγιο Berklee της Βοστώνης) στο δεύτερο άλμπουμ τους, “Images And Words”, τον Ιούλιο του 1992, πέρασε αυτό το άτυπο μουσικό ιδίωμα, που είχε υποστηριχτεί σθεναρά από τις εναλλαγές στις σελίδες των Queensryche και τους εξίσου σπουδαίους συνοδοιπόρους τους από το Hartford, Fates Warning, σε ευρύτερα ακροατήρια. Ακολούθησε μια πραγματική καταιγίδα από κυκλοφορίες που ίσως κάλυψαν σχεδόν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των γνωστών πια παραμέτρων και συντεταγμένων του χώρου, πέρα από κάποιους αληθινούς νεωτεριστές που πρόσθεσαν το δικό τους αποτύπωμα στο μωσαϊκό του ιδιώματος.

Θεωρητικά, η δημοφιλία του progressive metal δημιούργησε νέες γέφυρες για άλλα είδη και ήχους, υπερβαίνοντας τα κιγκλιδώματα ανάμεσα στα οπαδικά στεγανά της μουσικής. Σκεπτόμενος κανείς τη σημασία ενός νέου ολόκληρου μουσικού ορίζοντα που πέρα από την αρχική του προσέγγιση αφήνει μια ανοιχτή υπόσχεση σχεδόν απεριόριστη και ίσως απροσδιόριστη, τόσο μουσικά όσο και θεματικά, νιώθει πως έχουν δημιουργηθεί νέα κεκτημένα στη συνείδηση μιας μερίδας ακροατών που θεωρούν αυτονόητη την ελευθερία έκφρασης αλλά και την ανάγκη αναζήτησης του καλλιτέχνη.

Φτάνοντας βέβαια στο λεγόμενο τελευταίο κύμα του σκληρού προοδευτικού ήχου, είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους νεώτερους ακροατές και τους παραδοσιακούς. Με βάση νέα στηρίγματα εξέλιξης όπως το post rock/metal ή το djent, ή και πιο φιλικά στο αυτί ρεύματα όπως το λεγόμενο indie rock, η κυρίως ευρωπαϊκή νέα φρουρά του σκληρού προοδευτικού ήχου υφαίνει τις δικές της διαφοροποιήσεις με τους πιονιέρους της να τραβούν εμφατικά νέους δρόμους. Με αιχμές τους Leprous και τους Tesseract, και πολύ κοντά τους Haken, το νέο κρουστικό κύμα διαφοροποιείται σημαντικά και δεν φοβάται να οικειοποιηθεί στοιχεία που όπως αποδείχτηκε πια, τρομάζουν και απωθούν τον παραδοσιακό ακροατή.

Είναι μάλλον υπεραισιόδοξη η εντύπωση και αντίληψη για το ευρύτερο μουσικό σύμπαν που κερδήθηκε με τα χρόνια , καθώς ουσιαστικά το progressive metal αυτό που έκανε στη διάρκεια των δύσκολων 90’s αλλά και στη συνέχεια, ήταν να συνδέσει επιλεκτικά συγκεκριμένους ήχους και είδη όπως το εξίσου μάλλον τυποποιημένο progressive rock, και περισσότερο το λεγόμενο neoprog, ή σε πιο ελαστικές περιπτώσεις το art rock με fusion στοιχεία. Η απέχθεια μεγάλου μέρους των παλιών ακροατών απέναντι σε σύγχρονα γκρουπ που οδηγούν την κούρσα της εξέλιξης, δείχνει στην πραγματικότητα πως το progressive metal μάλλον τελικά αυτοπεριορίστηκε και ταμπουρώθηκε σημαντικά σε μια συγκεκριμένη μανιέρα με μικρές επιλογές απόκλισης.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποδεικνύει εμφατικά την ανάπαυση και δυσκαμψία των παραδοσιακών ακροατών είναι οι μεταμορφώσεις των Pain Of Salvation, που χρονικά κατατάσσονται κάπου στη μέση της εξέλιξης του είδους. Οι αλληθωρισμοί του Gildenlow είτε προς ήχους του παρελθόντος ή σε πιο σύγχρονους και μοντέρνους χώρους κόστισαν και μέτρησαν απώλειες μέρους των ακροατών που φαντάζονται το σχήμα να δραστηριοποιείται ανάμεσα σε συγκεκριμένα όρια. Κάπως έτσι ερμηνεύεται και η οργή απέναντι στην εξελικτική πορεία των Leprous, που μοιάζουν να απαγκιστρώνονται συνεχώς από προαπαιτούμενα σε ήχους και ύφος, χαράζοντας μια αληθινά υπερβατική πορεία. Από την άλλη, η επιλεκτική σοφή χρήση στοιχειών του djent αλλά και η συνεχής απομάκρυνση και εμπλουτισμός με άλλους ήχους των Tesseract, εξακολουθούν να κρατούν σε απόσταση τους φίλους της παλιάς σχολής που ευκολότερα θα δεχτούν τις χαμηλά κουρδισμένες κιθάρες από κάποιον παλιό γνώριμο σαν τον Jim Matheos.

Και όσο βέβαια είναι θεμιτό και σεβαστό το προσωπικό γούστο του καθένα, μοιάζει αληθινός παραλογισμός να αντιμετωπίζεις φραστικό τραμπουκισμό και κτητική μανία από ανθρώπους που θεωρούν πως γνωρίζουν το χωράφι του progressive σαν την παλάμη τους και τους είναι δύσκολο και ίσως προσβλητικό να επιτρέψουν σε έναν καλλιτέχνη να ακολουθήσει την εσωτερική του φωνή. Αν λοιπόν, αυτό το ιδίωμα που καμώθηκε πως προσπέρασε τα στεγανά και έριξε το φως του σε νέους ορίζοντες, απέτυχε να διαμορφώσει ελαστικούς ακροατές που θα δοκιμαστούν με πολιτισμό σε νέα πειράματα, τότε φαίνεται πως ο κύκλος της ανθρώπινης ύπαρξης και η βιωματική του μορφή είναι πιο ισχυρά από την επίδραση της τέχνης και του πνεύματος. Μοιάζει πως οι άνθρωποι που κάποτε αντιμετώπισαν με τόλμη το κριτικό πνεύμα, τη στενομυαλιά και την αυστηρότητα συντηρητικών ακροατών απέναντι στα πρώτα σημαντικά άλμπουμ του prog που θεωρούνται πια σήμερα αξιώματα και δεν αγγίζονται, έχουν σχηματοποιηθεί και βολευτεί μέσα στις κατακτήσεις μιας εποχής, έχοντας κλείσει την ανήσυχη διαδρομή τους και μην έχοντας τη φλόγα και την ανάγκη να αφουγκραστούν τις επιλογές των νέων σημαιοφόρων.

Πιθανά η ίδια η παγίδα της ζωής με τα δεδομένα της που αλλάζουν όσο μεγαλώνεις, και δημιουργούν ή απαιτούν διαφορετικά ερεθίσματα από τις τέχνες, καθορίζει σημαντικά την ικανότητα απορρόφησης αλλαγών. Ίσως κάποια χρόνια αργότερα οι σημερινοί φίλοι των φρέσκων ηρώων να δείξουν την ίδια στατικότητα και δυσκαμψία σε νέες αλλαγές. Αυτό που οφείλει να απομένει πάντα, τουλάχιστον σε ανθρώπους που ταύτισαν τις βιωματικές τους περιπέτειες με τον χώρο αυτό, είναι ο σεβασμός και η παραδοχή της ελευθερίας του καλλιτέχνη να επιλέξει τα εργαλεία της έκφρασης.

About Γιώργος Γεωργίου 451 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…