EDDIE VAN HALEN: Ο Χαμογελαστός “Λούντβιχ” της Εξάχορδης

TRIBUTE

Ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της εξάχορδης στον πυκνοκατοικημένο από ήρωες χώρο του rock, γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1955 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Ο πατέρας του, Jan, ήταν ένας εμμονικός jazz μουσικός που έπαιζε πιάνο, κλαρινέτο και σαξόφωνο. Η μεγάλη του αγάπη για τη μουσική ήταν υπεύθυνη για το “Lodewijk” (Ludwig στα ολλανδικά) στο πλήρες όνομα του Edward Lodewijk Van Halen, που αποτελεί φόρο τιμής στον κορυφαίο κλασικό Ludwig Van Beethoven.

Το 1962 η οικογένεια μετακόμισε στην Αμερική με την προτροπή συγγενών τους που ήταν ήδη εκεί, και εγκαταστάθηκε στην Pasadena της California. Από την ηλικία των 6 χρόνων άρχισε μαθήματα πιάνου, ποτέ όμως στην πραγματικότητα δεν έμαθε να διαβάζει νότες. Αντί αυτού έμαθε να απομνημονεύει με κόπο τις κινήσεις των δακτύλων του δασκάλου πιάνου του και ανέπτυξε τις ικανότητες ακρόασης του έως ότου μπορούσε να ακούσει ένα δίσκο και να το ξαναπαίξει. Ισχυρίζεται ότι για δύο χρόνια, κανείς δεν υποψιάστηκε ότι στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να διαβάσει καθόλου τη μουσική. Δεν σταμάτησε όμως ποτέ να καταλογίζει στην αντίληψή του για την κλασική μουσική την ικανότητά του να γράφει τραγούδια.

Γρήγορα γοητεύτηκε από την βρετανική rock εισβολή, ιδιαίτερα από τους The Dave Clark Five και εγκατέλειψε την κλασική μουσική. Ξεκίνησε τη νέα του διαδρομή παίζοντας ντραμς, ενώ αντίθετα ο αδερφός του Alex έπαιζε κιθάρα. Γρήγορα βέβαια οι ρόλοι άλλαξαν και ο Eddie δούλεψε μεθοδικά την τεχνική του βασισμένος σε κιθαρίστες σαν τον Eric Clapton και τον Jimmy Page. Τα αδέρφια σχημάτισαν με τη συνδρομή τριών φίλων το πρώτο τους γκρουπ με το όνομα The Broken Combs, παίζοντας στο σχολείο τους, στη διάρκεια του γεύματος, σε πάρτι και άλλες σχολικές εκδηλώσεις. Γρήγορα η ιδέα της επαγγελματικής ενασχόλησης με τη μουσική κέρδισε έδαφος. Μετά από αλλαγές, και ονόματα όπως Genesis και Mammoth, τα δυο αδέρφια καταλήγουν στο όνομα Van Halen το 1974 ενώ έχει οριστικοποιηθεί και η αρχική κλασική σύνθεση που ολοκληρώνεται από τον Michael Anthony στο μπάσο και τον David Lee Roth στα φωνητικά.

Αφήνουν άμεσα εποχή με τα ενεργητικά τους live, παίζοντας συχνά σε γνωστά club του Los Angeles, όπως το Whisky a Go Go. Το 1977 γνωρίζονται με τον Gene Simmons που βρέθηκε σε μια ζωντανή τους εμφάνιση και εντυπωσιάστηκε, και προσφέρθηκε να τους κάνει την παραγωγή σε ένα demo κάποιων τραγουδιών που προορίζονταν για τον πρώτο δίσκο τους. Ο Eddie πίστευε πως ο Simmons μπορούσε να τους βοηθήσει να μπουν ενεργά στη μουσική βιομηχανία. Ο ίδιος είχε μια περίεργη ιδέα να τους μετονομάσει σε “Daddy Longlegs”, όμως τελικά δεν κατάφερε να τους εξασφαλίσει συμβόλαιο, καθώς ο μάνατζερ των Kiss τότε, Bill Aucoin, θεωρούσε πως δεν είχαν καμιά πιθανότητα να πετύχουν. Έτσι, οι δρόμοι τους χώρισαν.

Οι σπουδαίες όμως ζωντανές εμφανίσεις τους ήταν αυτές που τον ίδιο χρόνο τους εξασφάλισαν δισκογραφικό συμβόλαιο με τη Warner Bros. Όταν το 1978 κυκλοφόρησε το ομότιτλο ντεμπούτο τους, ήταν αδιαπραγμάτευτο πως η ιστορία της ηλεκτρικής κιθάρας άλλαξε για πάντα. Ο μοναδικός ήχος της ιδιαίτερης παραμόρφωσης του Eddie, ο περίφημος πια “brown sound”, όπως καθιερώθηκε σε αμέτρητους κιθαρίστες σε ολόκληρο τον κόσμο με βάση τα δικά του λεγόμενα, διαμορφώθηκε από την απόπειρα να προσεγγίσει τον ήχο που είχε το snare στα τύμπανα του αδερφού του, έναν ήχο “ζεστό, μεγάλο και μεγαλοπρεπή”. Με αδιαμφισβήτητη αιχμή του δόρατος την ιδιαίτερη συνθετική και εκτελεστική φλέβα του, οι τέσσερις μουσικοί σκαρφάλωσαν στο βάθρο κάθε πιθανής υπερβολής στο τσίρκο της μουσικής βιομηχανίας. Με μια μοναδική συνύπαρξη της αμερικανικής ελαφρότητας και της εγκεφαλικής εκτελεστικής προσέγγισης, οι Van Halen άλωσαν τις αγορές γιγαντώνοντας το μύθο τους που πήρε τεράστιες πια διαστάσεις με το μυθικό “1984”. Ήδη ως τότε, ο άρχοντας του “tapping” και μιας ολόφρεσκης συνολικής προσέγγισης στον ήχο, έφτασε να θεωρηθεί, καινοτόμος και μοναδικά βιρτουόζος, ο Hendrix της γενιάς του.

Μπορεί να αποτελεί έκπληξη, αλλά οι Van Halen κατείχαν το ρεκόρ για την υψηλότερη αμοιβή εμφάνισης μιας μπάντας στο Guinness Book of Records. Το 1983, εμφανίστηκαν στο αμερικανικό φεστιβάλ για 90 λεπτά, με την αστρονομική αμοιβή του 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων. Η εμφάνιση έγινε για τη Heavy Metal Day του τριήμερου φεστιβάλ που διοργάνωσε ο συνιδρυτής της Apple Steve Wozniak το Σαββατοκύριακο του Day Day στη Νότια Καλιφόρνια. Πήραν μεγαλύτερη αμοιβή ακόμα και από τους David Bowie, Stevie Nicks, The Clash και U2. Ήταν τα χρόνια που οι εικόνες και οι αριθμοί φανέρωναν ξεκάθαρα τη συντριπτική κυριαρχία του φαινομένου van Halen, ενός σχήματος με τέσσερις frontmen, όπως πολλοί χαρακτηριστικά έλεγαν, και όλων των ειδών τα τρελά ακραία κοστούμια, αλλά μόνο έναν μάγο. Βέβαια, πίσω από την αστραφτερή λάμψη της showbiz, ο Eddie υποστήριζε μια ξέφρενη κούρσα ζωής με πολλές καταχρήσεις: πέρα από τα ναρκωτικά, είχε καταλήξει αλκοολικός, εθισμένος ακόμα από τα εφηβικά του χρόνια και μη μπορώντας πια να λειτουργήσει χωρίς το αλκοόλ.

Περιζήτητος και με πολλές συμμετοχές, έφτασε μια ανεπίσημη να παίξει ένα παράξενο παιχνίδι στα στατιστικά της ιστορίας του γκρουπ, όταν κάνοντας χάρη στον φίλο του παραγωγό Quincy Jones, ηχογράφησε σε μισή ώρα το μνημειώδες πια σόλο για το “Beat It” του Michael Jackson. Το έκανε δωρεάν, μια μέρα που οι υπόλοιποι έλειπαν και θεωρώντας πως κανείς δεν θα μάθαινε πως έπαιξε εκεί. Βέβαια η μοίρα τα έφερε αλλιώς, και το “Thriller” που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1982, έμεινε στα charts του Billboard για το απίστευτο διάστημα των 37 εβδομάδων, από τις 26 Φεβρουαρίου 1983 ως τις 14 Απριλίου 1984. Στο μεταξύ, το “1984” των Van Halen, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1984, έφτασε για πέντε εβδομάδες στο νούμερο 2, αλλά δεν κατάφερε τελικά να ρίξει τον Michael Jackson από την κορυφή, έτσι περιορίστηκαν στην κορυφή του single “Jump”.

Ο Eddie γνώρισε εκείνη την περίοδο και την πρώτη γυναίκα του, την ηθοποιό Valerie Bertinelli, που βρέθηκε σε μια συναυλία τους λόγω του αδερφού της Patrick, και τον συνάντησε μετά στα παρασκήνια. Δέκα χρόνια μετά τον γάμο τους, το 1991 θα γεννηθεί ο γιός τους, Wolfgang William Van Halen, με την παράδοση του σεβασμού στους μεγάλους κλασικούς συνθέτες, που είχε προσθέσει το Lodewijk στο όνομα του Eddie, να είναι υπεύθυνη για το “Wolfgang”, στη μνήμη του Mozart. Ο γιός του, μόλις στην ηλικία των 16 ετών θα αντικαταστήσει στο γκρουπ τον αρχικό μπασίστα Michael Anthony, το 2006.

Ο άνθρωπος που δημιούργησε την Frankenstrat, μια διασταύρωση μεταξύ της Fender και της Gibson, συνέχισε παράλληλα με τη μουσική του εξέλιξη να είναι εφευρετικός και να ασχολείται με εξαρτήματα και μαγνήτες, αφήνοντας τη δική του σφραγίδα στην εξέλιξη της ηλεκτρικής κιθάρας. Η συνολική του μεταρρυθμιστική συμβολή τον καθιστά αναμφισβήτητα τον σημαντικότερο ανάμεσα σε σπουδαίους μουσικούς της γενιάς του, και δεν είναι υπερβολική η φετιχιστική υπόσταση που απέκτησαν τα αντικείμενα που σχετίζονται άμεσα μαζί του, όπως η κιθάρα από το δεύτερο άλμπουμ που τελικά θάφτηκε μαζί με τον πρόωρα χαμένο Dimebag Darrell των Pantera.

Το χαμογελαστό παιδί κουβάλησε στους ώμους του και τις δύσκολες αποφάσεις μιας πολυσήμαντης καριέρας, όταν μετά την αποχώρηση του Roth, οι Van Halen συνέχισαν να τροφοδοτούν την hard rock δεξαμενή με το δικό τους φωτεινό, ηλιόλουστο, πολυτελώς ραδιοφωνικό φίλτρο με τον Sammy Hagar πια στο μικρόφωνο. Ο ίδιος εμπλούτισε τον ήδη ζηλευτό κατάλογο συνεργασιών και με άλλα σπουδαία ονόματα όπως ο Roger Waters, αλλά δεν δίστασε να γράψει μουσική και για τον σκηνοθέτη της βιομηχανίας πορνό, Michael Ninn. Στο μεταξύ, το 1998, οι Van Halen κυκλοφόρησαν το “III”, το μοναδικό άλμπουμ με τον Gary Cherone των Extreme, στο μικρόφωνο.

Ο εικοστός πρώτος αιώνας δεν του φέρθηκε και με το γάντι, καθώς διαγνώστηκε αρχικά με καρκίνο στη γλώσσα και τελικά του αφαιρέθηκε με επέμβαση το ένα τρίτο αυτής. Ο ίδιος έριξε την ευθύνη στις μεταλλικές πένες που χρησιμοποιούσε και συνήθιζε να βάζει στο στόμα του, αλλά οι γιατροί πίστευαν πως ήταν καθαρά θέμα καταχρήσεων: πέρα από το ποτό και τα ναρκωτικά, ήταν για δεκαετίες και μανιώδης καπνιστής, ήδη από τα 12 χρόνια του.

Το 2002 θεωρητικά θεραπεύτηκε πλήρως. Το 2007 γύρισε κεφάλαιο στην προσωπική του ζωή, καθώς ολοκληρώθηκε η διαδικασία διαζυγίου με τη γυναίκα του, και συνέχισε με την ηθοποιό Janie Liszewski, την οποία παντρεύτηκε το 2009 με κουμπάρο το γιό του. Ο καρκίνος τον ξαναχτύπησε, στο λαιμό αυτή τη φορά, και στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ταλαιπωρήθηκε με θεραπείες. Στο μεταξύ, μια επανασύνδεση με τον Roth, έφερε το τελευταίο στούντιο άλμπουμ τους. Μια ταχύτατη επιδείνωση της υγείας του με μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο και άλλα όργανα, έφερε τελικά τον θάνατο την Τρίτη 6 Οκτωβρίου.

Ο χαμογελαστός Λούντβιχ του hard rock, ο καινοτόμος και βιρτουόζος σταρ των φανταχτερών κοστουμιών και των καταχρήσεων, αλλά και των απίθανων μαγικών κουτιών με νέους ήχους, άλλαξε σίγουρα τον θαυμαστό κόσμο του σκληρού ήχου. Απλός αλλά ειλικρινής, μίλησε χωρίς ίχνος έπαρσης για “typewriter players”, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα του μιμητισμού, και ποτέ δεν ντράπηκε να πει πως η ζωή χωρίς τη μουσική για τον ίδιο θα ήταν πολύ λίγη. Τα μαγικά του δάχτυλα έβαλαν τον ήλιο της California και μια ατέλειωτη ακολουθία από παραστάσεις και βιώματα σε έναν δρόμο με ήχους που δεν είχαν ακουστεί ποτέ πριν.

About Γιώργος Γεωργίου 443 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…