TODD LA TORRE: “Rejoice In The Suffering”

ALBUM

Είδος: US metal
Εταιρεία: Rat Pak Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 5 Φεβρουαρίου 2021

Ο τραγουδιστής/ντράμερ από το St. Petersburg της ηλιόλουστης Florida είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που του δόθηκαν ελάχιστα περιθώρια να απλώσει τον εαυτό του χωρίς ενδοιασμούς. Ήταν βέβαια ένα πεδίο που ο ίδιος επέλεξε, και βρέθηκε να παίζει πρώτη αλλαγή για κάποιες από τις πιο πολυσύνθετες και απαιτητικές, φωνητικά, ντίβες του χώρου. Η αναμφισβήτητη ελαστικότητα και ευρύτητα της φωνής του, που πιστοποιήθηκε αρχικά με εντυπωσιακό τρόπο με την παρουσία του για περίπου τρία χρόνια στους λαβωμένους Crimson Glory, ήταν σα να προδιάγραψε τη μοίρα του. Ανεβάζοντας αισθητά επίπεδο στο ζήτημα της “χρυσής αλλαγής”, και με την δοκιμαστική εμφάνιση των Rising West, έγινε ο άνθρωπος που θα τολμούσε να μπει στα παπούτσια του τεράστιου Geoff Tate.

Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή με όλες τις αποχρώσεις που περιλαμβάνει ένα τέτοιο εγχείρημα. Κάνοντας συνοπτικά ταμείο σε ένα θέμα που για να εξαντληθεί δεν θα φτάσουν τα χρόνια που μας έχουν απομείνει, οι Queensryche έχουν ανακτήσει ένα βασικό μέρος του μουσικού τους dna, δισκογραφούν αισθητά πάνω από μια απλή αξιοπρέπεια και έχουν επαναφέρει στο ζωντανό τους ρεπερτόριο το υλικό που σμίλευσε τον θρύλο τους, με ανανεώσεις σε αυτές τις επιλογές, πάντα ευπρόσδεκτες από ένα κοινό του γκρουπ που είχε αποκτήσει πολλά στερητικά.

Και ο Todd; Ποιος είναι άραγε ο Todd; Ποια είναι η φωνή του; Ποια είναι η μουσική που μιλά πρωταρχικά μέσα του; Έπρεπε να περιμένουμε ως την αυγή του επίσης δυστοπικού 2021 για να πάρουμε στα χέρια μας την απάντηση. Το προσωπικό άλμπουμ του frontman των Queensryche έχει πολλούς και ισχυρούς λόγους να υπερασπίζεται σθεναρά τον χαρακτηρισμό του “προσωπικού”. Πρώτα από όλα όλη η συνθετική δουλειά αλλά και η αναπαραγωγή της στο στούντιο έγινε από δυο ανθρώπους, τον La Torre, και τον κιθαρίστα/μπασίστα Craig Blackwell, παιδικό του φίλο, με τον οποίο τον συνδέει μια ισχυρή, μακροχρόνια σχέση βασισμένη πολύ και στη μουσική. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, η συνεργασία, η επικοινωνία και το αποτέλεσμα οφείλουν πολλά στην αβίαστη συνεννόηση μεταξύ των δυο φίλων. Όσο ο Torre ήθελε να αφήσει με ακρίβεια τον εαυτό του να απελευθερωθεί και τη φωνή του να λειτουργήσει χωρίς την παραμικρή σύμβαση, άλλο τόσο ο Blackwell ήθελε να γράψουν μουσική που αγαπούσαν σε όλη αυτή τη διαδρομή του χρόνου, κάνοντας μια αφιέρωση στη σφαίρα των ακουσμάτων που τους άνδρωσαν μουσικά, μέσα από μια διαδικασία που πρώτα από όλα ευχαριστούσε τους ίδιους. Όλα αυτά βέβαια έγιναν φιλτραρισμένα μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα και με την προσθήκη και άλλων στοιχειών, δίνοντας συνολικά ένα επίκαιρο άλμπουμ.

Μέσα στα 45 κύρια λεπτά του άλμπουμ (υπάρχει και η ειδική έκδοση με τρία επιπλέον τραγούδια που σχεδόν αγγίζει τη μια ώρα διάρκειας) υπάρχει μια πανοραμική θεώρηση αυτού που λέμε US metal, με μια διαδοχική παρέλαση από τέσσερα τραγούδια στην έναρξη που σε χτυπούν δυνατά στη μούρη και σε ξαφνιάζουν με την ένταση και την ακρότητα κάποιων μερών τους. Χρησιμοποιώντας αναγωγές για να διευκολύνει κανείς την περιγραφή της εντύπωσης, δεν γίνεται να μην καταφύγεις πρώτα από όλα στους Metal Church και μετά στους Fight του Rob Halford. Είναι άλλωστε ένα βασικό μέρος της αποκάλυψης του La Torre σε αυτό το άλμπουμ, πόσο Halford-ικός ακούγεται σε αρκετά τραγούδια.

Η κρυφή γοητεία του δίσκου, που αποκαλύπτεται όσο προχωράς στο χρόνο του, είναι η περιεκτικότητα σε διαθέσεις και εντυπώσεις, χωρίς να χάνει τη δύναμή του. Πέρα από την φωνή-ουράνιο τόξο του La Torre που γεννά τόσες διαφορετικές στιγμιαίες αντιδράσεις στον ακροατή και έχει την ευελιξία να στηρίξει πολλά διαφορετικά συναισθήματα προκαλώντας ανατριχίλα, υπάρχουν και οι στροφές σε κάποιες ιδιαίτερες συνθέσεις που βυθίζουν τον ακροατή σε άλλα δεδομένα. Η πρώτη ιδιαίτερη παγίδα είναι το “Crossroads To Insanity”, για να ακολουθήσει το “Vexed”. Η βαθύτερη και δυσκολότερη όμως απόπειρα είναι το “Apology”, με τον La Torre να επιχειρεί μια επώδυνη κατάδυση στην αυτοκτονία του πατέρα του, σε μια σκοτεινή και ιδιαίτερη σύνθεση.

Με μια σειρά από ριφ που τιμούν όλα τα πεδία του αμερικανικού metal, μέχρι και το thrash, και τη φωνή του σε μια τροχιά χωρίς καθοδηγήσεις, το άλμπουμ θα τραβήξει ένα ευρύ κοινό του σκληρού ήχου, έχοντας ένα κατάλληλο δόλωμα για τον καθένα, αλλά και με τη βοήθεια της πολύ καλής παραγωγής που έκαναν οι δυο φίλοι, αφήνοντας τη μίξη και το mastering στον “Zeuss” (Christopher Harris).

Αν κάτι ξεχωρίζει αισθητά τον La Torre από πολλούς άλλους τραγουδιστές του χώρου, είναι η πλαστικότητα που έχει να περιέχει πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες στο λαρύγγι του. Μικρή σημασία έχει αν αυτό είναι μια επίκτητη ιδιότητα της ιδιαίτερης αποστολής που είχε ως τώρα ως αντικαταστάτης.

Αυτό που συνεχίζει να αντηχεί ισχυρά και μετά πια το “Rejoice In The Suffering”, είναι πως υπάρχει σήμερα χώρος και χρειαζόμαστε και τον αυτόνομο La Torre, απελευθερωμένο από κάθε άλλη δύσκολη αποστολή.

Facebook: https://www.facebook.com/Official.ToddLaTorre/

About Γιώργος Γεωργίου 484 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…