Δίσκοι από τις μέρες της καραντίνας

OPINIONS

Οι μνήμες από παράξενες μέρες σαν αυτές που ζούμε έχουν δεδομένα μια μεγάλη διάρκεια, αλλά ο καθένας βάζει τις δικές του λεπτομέρειες πάνω τους και τις στολίζει με σημάδια, εικόνες και ήχους. Κάποια από αυτά τα διαλέγει η ίδια η επίδραση της συγκυρίας που γεννά περίεργους συνειρμούς και αναδύει από τη μνήμη τις κατάλληλες ηχητικές εντυπώσεις. Σίγουρα και ο άφθονος χρόνος βοηθά τον καθένα να ψάξει και να επιστρέψει σε άλμπουμ που άφησε για καιρό και για παράξενους ή και πιο προφανείς λόγους θέλει να ζωντανέψει ξανά.

1) Demon “The Plague”
(“The wind she cries, a bell is ringing, stood outside, I could hear the sound…”).

Αν κάτι με σπρώχνει σήμερα τόσο εύκολα στον κόσμο του “The Plague” είναι η σχεδόν ανατριχιαστική αίσθηση πως ζωντανεύουν γύρω μας οι ζωγραφιές του Mike Hannan που κοσμούσαν στην κυκλοφορία του βινυλίου τότε μια πολύ απαιτητική και επιβλητική, συλλεκτική έκδοση. Οι Demon έχουν εγκαταλείψει το κλασικό heavy rock των δυο πρώτων άλμπουμ, αλλά περισσότερο έχουν αφήσει πίσω τους τη σκοτεινή, μυστικιστική, δαιμονική θεματολογία. Η έκθεση για την πανούκλα στο Λονδίνο του 1600 στο μουσείο Hanley, δίπλα στα γραφεία της δισκογραφικής εταιρίας, τα γεγονότα στο Λίβανο, ο Μεγάλος Αδερφός και το “1984” του Orwell, ενίσχυσαν την οργή τους αλλά και τη διάθεση να προχωρήσουν μουσικά. Πολλοί είχαν πει τότε πως ήταν σα να προχώρησαν έξι άλμπουμ μετά. Κι αν αναλογιστεί κανείς πως το άλμπουμ γράφτηκε σε μια βδομάδα, εύκολα καταλαβαίνει τη δύναμη του εσωτερικού κινήτρου που υπήρχε.

Με την προσθήκη του session κημπορντίστα Andy Richards, οι Demon διαμορφώνουν έναν φουτουριστικό, αστικό ήχο με τα τύμπανα να μεταφέρουν σχεδόν ηλεκτρονικές αντηχήσεις, οι κιθάρες να είναι τυλιγμένες με μια αλλόκοτη ψηφιακή εντύπωση και πάνω από όλα αυτά η αγωνιώδης, πνιγμένη στην οργή και την αβεβαιότητα, φωνή του Dave Hill να μας σπρώχνει μέσα στις δυστοπικές κοινωνίες του άλμπουμ. Οι ομάδες των ευπαθών ακροατών οφείλουν να αποφύγουν τη μοιραία επανάληψη της συγκλονιστικής, συγκινητικής απομόνωσης των “Fever In The City”, και “The Only Sane Man”. Το “The Plague” άφησε στη μελλοντική πορεία των Demon στιχουργικά και συνθετικά ίχνη που τους οδήγησαν σε νέες σημαντικές περιοχές έκφρασης.

2) And Also The Trees “Virus Meadow”
(“The rooks, they seemed to follow him wherever he goes”).

Από τα μεγάλα παράθυρα ενός παλιού αρχοντικού του 15ου αιώνα που λεγόταν “Step Hill” στο χωριό Inkberrow του Worcestershire άρχισε το ταξίδι των συνειρμών του Simon Jones, που άνθισε στον ορίζοντα της αιρετικής υπαίθρου. Οι ιστορίες και οι θρύλοι από την εποχή που η επιδημία πανούκλας αφάνισε όλο σχεδόν τον πληθυσμό του χωριού, με το αλέτρι να ξεθάβει συχνά κάποιον τάφο ή λείψανα, ήταν ισχυροί λόγοι να επιμείνουν να εμπνέονται από το αγροτικό τους περιβάλλον σε μια εποχή που ήταν πραγματικά αποδεκτό και δημοφιλές για το ευρύτερο ρεύμα του νέου κύματος να είσαι ένας αστός, πνιγμένος σε βιομηχανικό περιβάλλον και μέρος της εργατικής τάξης. Ο υπαινιγμός με τη φωτογραφία των σαπισμένων φρούτων στο εξώφυλλο του «Μολυσμένου Λιβαδιού» παίρνει σάρκα και οστά στο ομότιτλο τραγούδι που γίνεται η σκισμένη, καταραμένη σημαία του χωριού τους. Οι ΑΑΤΤ στο “Virus Meadow” έχουν κάνει γενναία μουσικά βήματα, αφήνοντας τις πρώιμες προφανείς post punk επιδράσεις του ξεκινήματος, τυλίγοντας τη βουκολική ποίηση του Simon με μια μουσική αναπλαστική, εσωτερική, με ήχους που προσεγγίζουν την απομόνωση των ηρώων.

Η σιωπηλή, σχεδόν ασήμαντη και μοναχική αγωνία των πρωταγωνιστών σημαδεύεται από εικόνες σημειολογικές και λεπτομέρειες που αφήνουν χώρο στη φαντασία. Τα οράματα μιας άρρωστης γυναίκας, η παραίσθηση του ταξιδιού του περίεργου Jack, το αλλόκοτο παραμύθι της ακέφαλης, πήλινης γυναίκας, η απλωμένη σκιά της επιδημίας που καταδιώκει, το παρελθόν και το υπερφυσικό που παραμονεύουν σε στιγμιαίες εντυπώσεις του φυσικού περιβάλλοντος, συμπληρώνουν ένα σπουδαίο κεφάλαιο στην εξέλιξη του γκρουπ.

3) Armored Saint “Delirious Nomad”
(“It’s too late now to turn the clock around, frozen world outside, made by foolish pride”).

Οι πιο αξιόπιστοι άγιοι του Los Angeles στην ιστορία του US metal, έχουν αφήσει πίσω τους ένα πετυχημένο ντεμπούτο με έναν μάλλον αποτυχημένο ήχο. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα επιστρέφουν και από το ασυνήθιστο για τον χώρο εξώφυλλο του άλμπουμ είναι φανερή η απόσταση. Με ένα συμπαγές δέμα δέκα τραγουδιών, πολύτιμοι κάτοχοι της mid tempo μαγείας, εμφανίζουν μια ώριμη συνθετική εξέλιξη που σιγοντάρεται ιδανικά από την παραγωγή του σπουδαίου Max Norman.

Γεφυρώνοντας τις ευρωπαϊκές επιρροές τους με την πλούσια άνθιση του σκληρού ήχου στην Αμερική, και με έναν σπουδαίο τραγουδιστή πάνω από τα riff driven κεφάλαια, μεταφέρουν την αγωνία του ψυχρού πολέμου και τον φόβο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος σε έναν δίσκο με μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και κάποιες κορυφές, όπως τα “Nervous Man”, “Over The Edge” και “Aftermath”. Είναι σχεδόν προφανές πως ο τύπος στο εξώφυλλο παρακολουθεί το μανιτάρι να υψώνεται στον ουρανό, ενώ αν έχεις το βινύλιο μπορείς καθώς το ακούς, να ανιχνεύσεις τα βιβλία στα ράφια της φωτογραφίας του οπισθόφυλλου.

4) David Sylvian “Gone To Earth”
(“A silence so rare and more than I can stand, sweeps like a flood through life’s flesh and blood”)

Ήδη από το 1982 “ο ομορφότερος άντρας” της μουσικής βιομηχανίας τότε, περιφρόνησε την επιτυχία των Japan που διαλύθηκαν οριστικά εκείνη τη χρονιά. Δεν είναι μυστικό πως μια γυναίκα κρύβεται συνήθως πίσω από τέτοια δεινά, έτσι η επίδραση της φωτογράφου και σχεδιάστριας Yuka Fujii ήταν καταλυτική και στη διαδρομή που πήρε η προσωπική του καριέρα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80. Αν θέλουμε να κάνουμε έναν παραλληλισμό περιεχομένου, το “Gone To Earth” είναι για τον Sylvian ότι το “Low” για τον Bowie: μια διπλή κυκλοφορία με ένα άλμπουμ pop τραγουδιών και ένα δεύτερο με ambient συνθέσεις.

Με αφετηρία τα “Wave”, “Before The Bullfight” και “Laughter And Forgetting” που γράφτηκαν πρώτα, ο Sylvian απλώνει την παλέτα του και στα instrumental τραγούδια, επιμένει και συγκρούεται με τη Virgin για την κυκλοφορία της συνολικής δουλειάς και το καταφέρνει. Στο πρώτο μέρος, ένας ευγενικός συνδυασμός art pop και jazz, με πολλά διακριτικά ηχοχρώματα συνεχίζει να υπηρετεί την ενδοσκόπηση του ίδιου του εαυτού του, καθώς αυτός μεγαλώνει και εξετάζει τις ανθρώπινες αλλά και τις πνευματικές σχέσεις. Το πλήρωμα είναι εκλεκτό: οι ευρυγώνιοι φίλοι της κιθάρας θα συναντήσουν τους Robert Fripp, Phil Palmer και Bill Nelson, τον Ian Maidman στο μπάσο, και τον Mel Collins στο σαξόφωνο, γνωστό από τη συνεργασία του με τους King Crimson. Και επειδή το αίμα νερό δεν γίνεται, την υποβλητική συνοδεία στα τύμπανα έχει αναλάβει ο αδερφός του, Steve Jansen. Το πρώτο μέρος του άλμπουμ είναι μια προσωπική διαδρομή του δημιουργού που αποπνέει μια πνευματική ευγένεια και μοναχική αξιοπρέπεια. Ο ambient δίσκος που ακολουθεί είναι μια άμεση ηχητική απόδειξη πως η μουσική δεν χρειάζεται ενισχύσεις για να σε μεταφέρει σε παράξενους ενδοσκοπικούς κόσμους.

5) Winter’s Reign “The Beginnig”
(“Like the heroes that you loved so well, you lived without a care”)

Οι Δουβλινέζοι είναι ένας σπάνιος κομήτης που πέρασε από το ακμαίο τότε τσίρκο του μελωδικού hard rock και χάθηκε γρήγορα, όσοι όμως τους συνάντησαν έστω και από συγκυρία, δεν τους ξέχασαν ποτέ. Παρά τον τίτλο, έχει προηγηθεί δυο χρόνια νωρίτερα το “The Mini Album”, του 1985. Και αν το “White Fury” που ανοίγει το άλμπουμ προσπαθεί να δημιουργήσει μια μακρινή συγγένεια με το “The Final Countdown”, το φίλτρο των WR είναι τόσο μοναδικό και αυτόνομο που το υποτάσσει μέσα στο κυρίαρχο πνεύμα της απροσδιόριστης μελαγχολίας που διατρέχει ολόκληρο τον δίσκο, αφήνοντας τη σκόνη μιας όμορφης νοσταλγίας να καθίσει ακόμα και στα up tempo τραγούδια του.

Η φωνή του Robie Hurley σημαδεύει με τον λυρισμό της το συνολικό αποτέλεσμα που τους διαχωρίζει τόσο από την υπόλοιπη σκηνή, σαν μια παράταιρη ένσταση στη φωτεινή αφέλεια του ιδιώματος αυτού. Ακόμα και τα προβλήματα της παραγωγής υπερτονίζουν τελικά την ιδιαιτερότητά του. Το παράδοξο είναι πως στη διαδρομή από το EP στο άλμπουμ έχουν αποχωρήσει οι αδερφοί Larkin που ίδρυσαν το γκρουπ.
Σε αυτό το σπάνιο “νόθο” του AOR θα βρει κανείς τον ύμνο “Tears Fall” για τον Phil Lynott, και την υπαρξιακή ελεγεία του “Rememberance”, ενώ όλες οι βαθιές υποσχέσεις που δίνει το πανέμορφο εξώφυλλο πραγματοποιούνται.

6) Conception “The Last Sunset”
(“Am I worthy such a sight, who am I to feel joy?”)

Οι Νορβηγοί ανοίγουν τον εντυπωσιακό λογαριασμό τους στην περιβόητη –για πολλούς και διάφορους λόγους- Noise, χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι πολλοί από την αρχή. Αυτό μάλλον συνέβη με το αμέσως επόμενο “Parallel Minds”. Το ντεμπούτο τους όμως ήδη ξεδιπλώνει την προειδοποίηση για όλα αυτά που θα έρθουν. Γιατί όσο κι αν οι βάσεις και οι δεσμοί των τραγουδιών δομικά είναι ακόμα κοντά στο κλασικό metal, υπάρχει αυτή η αισθητή απόπειρα διαφοροποίησης που τις περισσότερες φορές οδηγείται από τις ιδιαίτερες ερμηνείες του Khan. Κάπως έτσι, πρόωρες ενδείξεις ωριμότητας και αναζήτησης σε τραγούδια όπως το εσωστρεφές “Bowed Down With Sorrow” ή το αφηγηματικό “Fairy’s Dance”, ταξιδεύουν πάνω στις φωνητικές χορδές του Khan σε μακρύτερα πεδία.

Φυσικά, δύσκολα παραβλέπεις τον Ostby. Δεν θα σε αφήσουν τα βαριά ριφ που φλερτάρουν συχνά και με το power metal, ούτε τα έξυπνα leads, ούτε τα ακουστικά του στολίδια, ούτε φυσικά το φλαμένγκο που θα το συναντήσουμε και στη συνέχεια της πορείας τους, ενώ στο επικό “Among The Gods” σου τα κάνει όλα.

Ο Ostby έχει και τη διορατικότητα να ανοίξει χώρους στο συγκλονιστικό ομότιτλο τραγούδι όπου ο Khan αγγίζει τον ουρανό. Αν ψάχνεις μια λίστα με τραγούδια για τις ώρες που θα μιλάς μόνο με τον εαυτό σου, ξεκίνα από αυτό και πάρε μαζί σου τα βράχια και τον ουρανό από το εξώφυλλο. Μια μοναχική απάτητη κορυφή σε ένα άλμπουμ που μέσα στην πρώιμη ωμότητα αναδύει και μια βόρεια αίσθηση περισυλλογής και απομόνωσης.

7) Mike Oldfield “Tubular Bells”
(“The Power of Christ compels you!”)

Είναι ο δίσκος, το δημοφιλέστερο θέμα του οποίου χιλιάδες άνθρωποι άκουσαν χωρίς ποτέ να τον έχουν αποκτήσει. Είναι ο πρώτος δίσκος για τον 19χρονο τότε πολυτάλαντο Mike Oldfield. Όπως όλες οι ιδιοφυίες κουβάλησε τους προσωπικούς του δαίμονες και τα προβλήματα του οικογενειακού του περιβάλλοντος, σε μια διαδικασία σύνθεσης και ηχογράφησης που σχεδόν τον στέγνωσε ψυχικά, άνοιξε ολομόναχος το δρόμο του με μια ηχογραφημένη κασέτα που μοίρασε και έφτασε στους υπεύθυνους της πρωτοσύστατης τότε Virgin.

Ο νεαρός μουσικός έπαιξε και ηχογράφησε σχεδόν τα πάντα μόνος του και με την επιμονή του να εκφραστεί χωρίς στίχους, άνοιξε έναν νέο δρόμο στην εποχή του για την οργανική μουσική. Η περίεργη ιστορία του σκηνοθέτη του “Εξορκιστή”, William Friedkin, που είχε απορρίψει το αρχικό soundtrack, βρέθηκε στα γραφεία του προέδρου της Atlantic Records και τυχαία διάλεξε από ένα σωρό δίσκων να ακούσει τη δουλειά του Oldfield, μας δίνει δικαιώματα να φανταζόμαστε συσχετισμούς ανάμεσα στο μέγεθος του ταλέντου και τη δύναμη της συγκυρίας. Η εισαγωγή του πρώτου μέρους του “Tubular Bells” ταυτίστηκε με την ταινία, οι πωλήσεις του άλμπουμ απογειώθηκαν και μαζί του γιγαντώθηκε και η Virgin σαν εταιρία που έδωσε αυτή την ευκαιρία στον Oldfield.

Ο δίσκος, που χρωστάει στον Sibelius όσα και στον John Cage, ηχογραφήθηκε με τα δανεικά “tubural bells” του John Cale, και χώρεσε στο διαχρονικής αντοχής ταξίδι του folk, ambient, prog, classical και rock θέματα, πάτησε την κορυφή των charts τον Μάρτιο του 1974.

8) Trouble “The Skull”
(“The only flame that burns inside is my mortal death”)

Θα μείνει ένα από τα άλυτα μυστήρια το ερώτημα γιατί η παγκόσμια κοινότητα του σκληρού ήχου περιφρόνησε τόσο αυτό το μοναδικό γκρουπ από το Σικάγο. Ακριβώς ένα χρόνο μετά το πλακωμένο ομότιτλο (ή “Psalm 9” όπως καθιερώθηκε) ντεμπούτο τους, επιστρέφουν πιο πλούσιοι σε διαδρομές, πιο εκλεκτικοί, πιο ελαστικοί συνθετικά και σίγουρα πιο doom. Με επτά τραγούδια ζοφερού metal με ψυχή, οι Trouble υψώνουν τον σκοτεινό ναό του doom metal στην άλλη πλευρά του ωκεανού και μας αφήνουν με ένα άλμπουμ που είναι ποτισμένο με προσωπικά αδιέξοδα.

Ο Eric Wagner σηκώνει τη σημαία του προσωπικού μαρτυρίου με ερμηνείες που κρέμονται ανάμεσα στην τελευταία οργή του απελπισμένου και τον σιωπηλό πόνο του πληγωμένου. Οι στίχοι προσεγγίζουν τον θάνατο, την κατάθλιψη, την απώλεια με μια ποιητική πολυτέλεια που δεν συνηθιζόταν τότε και επηρέασε αρκετά χρόνια αργότερα πολλούς εκφραστές του ίδιου χώρου, και οι αναφορές στη Βίβλο υποστηρίζουν ταιριαστά έναν μυθικό συμβολισμό. Η προσφορά των Bruce Franklin, Rick Wartell στις κιθάρες είναι σημείο αναφοράς, όπως και σε κάθε δουλειά τους, καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα από τα κορυφαία κιθαριστικά δίδυμα στην ιστορία του metal.

Απέναντι σε ένα δίσκο που περιέχει τη συγκλονιστική ενδεκάλεπτη, λυτρωτική τελικά, διαδρομή του “The Wish”, το υποβλητικό, υμνικό, αργό βάδισμα της προσωπικής θυσίας του ομότιτλου, και δίπλα τους ευθύβολα μαθήματα του κορυφαίου βρετανικού σκοταδιού από το Birmingham, οι αντιστάσεις είναι περιττές. Είναι αργά για να επανορθώσουμε;

9) Fates Warning “A Pleasant Shade Of Gray”
(“Let nothing bleed into nothing, and did nothing at all”)

Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ομάδας του Matheos έχει κλείσει δύσκολα και επώδυνα. Με τα οικονομικά τραυματισμένα, προβλήματα με την εταιρία και απώλειες σπουδαίων συνεργατών και φίλων, ο αρχηγός στέκεται μπροστά σε άλλο ένα σταυροδρόμι, άλλη μια δύσκολη προσωπική και καλλιτεχνική απόφαση. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απελευθερωθεί στην σκέψη του από όλα όσα προηγήθηκαν και να αναλάβει ολομόναχος να ακολουθήσει ένα ξένο μονοπάτι, χωρίς φραγμούς, αναγκαιότητες, ημερομηνίες. Έγραψε όλη τη μουσική σε μια προσωπική περίοδο ανοίγματος σε νέα ακούσματα και με μια αφαιρετική νοοτροπία οδηγήθηκε σε νέα δεδομένα, με κάποια από αυτά να τον ακολουθούν σε όλη την πορεία του γκρουπ από τότε. Η είσοδος του Joey Vera, που κούμπωσε ιδανικά στις νέες συντεταγμένες και η συνδρομή του φίλου Kevin Moore συντέλεσαν στο ιδιαίτερο χρωμόσωμα του άλμπουμ.

Η μέρα ενός ανθρώπου σε πραγματικό χρόνο, οι σκέψεις του, οι μνήμες του, οι ανησυχίες του, γεμίζουν το ημερολόγιο του δίσκου. Ο Matheos οικοδομεί το σκηνικό που ταιριάζει γάντι στη δική του ψυχοσύνθεση, ένας άνθρωπος στεγνός από αδιέξοδα και στιγμιαία άπραγος, μπροστά στο παράθυρο κοιτάζοντας τη βροχή καθώς η μέρα οδηγείται αργά προς το σκοτάδι. Οι εμμονικοί κύκλοι γύρω από τα πράγματα που δεν έγιναν και τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, συνεχίζουν να απασχολούν το μυαλό στη διάρκεια της άγρυπνης νύχτας μέχρι το ρολόι να θέσει εθιμοτυπικά την έναρξη ενός νέου κύκλου. Όμως το μυαλό και η ψυχή του πρωταγωνιστή βρίσκουν την πολυτελή θέληση να κινήσουν τη ζωή προς τα μπρος με έναν αριστοκρατικό σεβασμό στην αποτυχία και την επίκληση της ελπίδας.

Πέρα από την επαφή με ένα από τα κορυφαία άλμπουμ της καριέρας τους, η συγκυρία παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς παίρνει σάρκα και οστά ο νέος πυρήνας του γκρουπ και ο Alder ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στους τρόπους ερμηνείας του, όπως εξυπηρετεί αλλά και καθοδηγεί η αισθητική του “APSOG”.

10) Tiamat “A Deeper Kind Of Slumber”
(“I breathe in the fumes of oils unfathomed, with glory and pride, I confess myself doomed”).

Ήδη από το “Wildhoney” οι υπαινιγμοί ήταν πολύ σοβαροί για να τους αγνοήσει κανείς, όμως τρία χρόνια αργότερα οι Tiamat χρίζονται σαμάνοι μιας πολύχρωμης μουσικής θρησκείας και πολίτες αυτού του κόσμου χωρίς σύνορα. Η πολυμορφία και η τόλμη αυτού του άλμπουμ είναι μια πύλη σε μια ιδεατή σφαίρα που η αντίληψη της εντύπωσης συνυπάρχει με την άμεση επίδραση της ουσίας. Ο συνδυασμός του ιστού της ατμόσφαιρας που αιωρείται στις αισθήσεις σου με τα μια σειρά από μελωδίες που μένουν γρήγορα στη μνήμη, κάνει τη λειτουργία του άλμπουμ πολυσήμαντη.

Ένα χαρμάνι παγωμένης γοτθικής μελαγχολίας και ψυχεδελικής ευρύτητας σε σπρώχνει σε ένα ταξίδι εικόνων και σκέψεων. Ο Edlund γλιστρά με την υπόγεια φωνή του μέσα σε αυτή την αγορά των ήχων, συμφιλιώνει trip hop, ethnic, neoclasical και gothic ακτίνες που πέφτουν πάνω στην ηλεκτρική μάσκα του. Είναι περίεργο που οι Tiamat δεν χαίρουν μεγαλύτερης εκτίμησης από θεωρητικά προοδευτικούς ακροατές, καθώς μάλλον είναι οι μοναδικοί που έσπρωξαν με τόση τόλμη την Floyd-ική επίδραση σε νέα πεδία.

Αν ο εγκλεισμός των ημερών σε κάνει να χρειάζεσαι ένα μαγικό χαλί, ανέβα σε αυτό το άλμπουμ. Ένα καλάθι από κοσμήματα, με διαμάντια σαν το “Atlantis As a Lover” και το ομότιτλο. Ένα εξωτικό εισιτήριο στο ταξίδι που πάντα γαληνεύει, εξορκίζει, θεραπεύει.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 418 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…