21OCTAYNE: “Into the Open”

Εδώ έχουμε μια καινούρια μπάντα, απαρτιζόμενη όμως από μέλη με μουσική εμπειρία που ξεκινά από το hard rock και φτάνει μέχρι το power metal.

Ο τραγουδιστής Hagen Grohe έχει τραγουδήσει στην τελευταία σύνθεση του προσωπικού σχήματος του μεγάλου Joe Perry (“Have Guitar Will Travel”, 2009), o Marco Wriedt είναι από το 2007 κιθαρίστας στους Axxis, ο μπασίστας Andrew “The Bullet” Lauer έχει παίξει με τον Paul Gilbert και ο Alex Landenburg έχει χτυπήσει τα δέρματα των Axxis, Annihilator, Stratovarius και Rhapsody.

Οι Wriedt και Landenburg βρέθηκαν από το ’08 στους Axxis. O ντράμερ είχε υπόψη του τον μπασίστα Lauer από καιρό, έτσι, όταν τον Αύγουστο του 2010 βρέθηκαν και τζάμαραν για ατέλειωτες ώρες κάπου στη Βαυαρία, είδαν ότι το μυστήριο πράγμα που λέγεται “χημεία” ήταν παρόν. Η συμμετοχή του Hagen Grohe ήταν ιδέα του Lauer. Η μουσική επάρκεια επομένως, η εμπειρία και, όπως λένε οι ίδιοι, η διαπροσωπική χημεία είναι εδώ.

Τώρα, πώς αυτή η χημεία μεταφράζεται σε άλμπουμ είναι ένα διαφορετικό θέμα. Οι “επιρροές” τους, που περιχαρείς αναφέρουν ως “διαφορετικές μεταξύ τους” δεν είναι απαραίτητο να συνδιάζονται. Ούτε είναι απαραίτητο, αν συνδυάζονται, να παράξουν κάτι πρωτότυπο. Ούτε, ακόμη κι αν ο συνδυασμός τους καταφέρει να ακουστεί “πρωτότυπος”, πάει να πει ότι “λειτουργεί” ως “μοντέρνο” hard rock, αν στέκει τέτοιος όρος.

Το να ξεκινούν τα κομμάτια με μετα-grunge ξυσίματα (“She’s Killing Me”, “My Teddy Bear”, “Your Life”, “Leave My Head”), το να περιέχουν (“Turn The World”) ή να βασίζονται (“Me, Myself & I”) σε indie ‘90s περάσματα, το να είναι καλοπαιγμένα και με progressive νύξεις (“The Heart [Save Me]”), ή το να ξεκινούν διστακτικά και να  εξελίσσονται σε uptemo grooverάκια κατά κανόνα περιχυμένα με τευτονική στιβαρότητα, (“Don’t Turn Away”, “Your Life”), λυπάμαι, αλλά δεν φτάνει.

Το κομμάτι που στέκεται πολύ καλά είναι το ομώνυμο, καθώς πατάει γερά στα πρότυπα της power ballad και αφήνει με την απλή, συμφωνική, δομή του χώρο στον Hagen να φτάσει στο θεό. Επίσης ακούγεται καλά το εναρκτήριο “She’s Killing Me” που δείχνει να ξέρει που πατάει, σε αντίθεση με την εκτός τόπου και χρόνου ακουστική μπαλάντα “I Will Always Be There” που θα πρέπει να την έφτιαξε κάποιος ανέμπευστα ρομαντικός, διερωτώμαι για ποιό είδος μουσικής.

Η ανάμιξη ειδών και στυλ από το ευρύ φάσμα του σκληρού ήχου -όπως νοηματοδοτήθηκε ο όρος στα ‘90s- μπορεί να τέρπει τη ματαιοδοξία (“τί καλοί μουσικοί που είμαστε”) των συμμετόχων μουσικών, αλλά στη μίξη αυτή έχει αποξέσει τα αιχμηρά χαρακτηριστικά όλων των επι μέρους ειδών που αναμειγνύονται, με αποτέλεσμα να ακούς κάτι δουλεμένο, αλλά κυκλοθυμικό, το οποίο -cross my heart- δεν ξέρω σε ποιόν απευθύνεται. Ίσως σε ένα εναλλακτικό κοινό που δεν θέλει “ταυτότητες”. Η παθιασμένη φωνάρα του Hagen και η άριστη ηχητική πλευρά αδικείται από αυτή την αίσθηση στυλιστικού αποπροσανατολισμού που διατρέχει πεισματικά το κάθε κομμάτι. Είναι εύκολο να λες, αγαπητέ Marco Wriedt, “ο ήχος μας αγκαλιάζει διαφορετικές επιρροές, μου αρέσει να έχω ανοιχτό μυαλό” και “θέλουμε να παίζουμε μπροστά σε ευρύ και ποικιλόμορφο κοινό”. Εσείς θέλετε, όμως ποιό είναι το κοινό που θα το πιάσει το αστείο; Καλή τύχη.

Για να το θέσω κι αλλιώς, πόσους ακόμη Alter Bridge μπορεί να χρειάζεται ο μάταιος τούτος κόσμος;