PAIN OF SALVATION: “Remedy Lane Re:visited (Re:mixed & Re:lived)”

Στο τέλος Ιανουαρίου του 2002 οι Σουηδοί Pain Of Salvation απελευθέρωσαν στα ανυπόμονα αυτιά ενός απαιτητικού -και ήδη από το “Perfect Element” κακομαθημένου κοινού- το νέο τους πόνημα με τον τίτλο “Remedy Lane”.

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση η εποχή που ο Daniel Gildenglow και οι συνοδοιπόροι του διαλύονται επικίνδυνα σε έναν εκφραστικό ορίζοντα χωρίς σύνορα και καθωσπρεπισμούς.

Ο αρχηγός, αβυσσαλέος και δύστροπος από τη γονιδιακή του κατασκευή, αναλαμβάνει την απόπειρα της αυτοκάθαρσης από φαντάσματα και σκιές του παρελθόντος και του παρόντος όπως τόσοι άλλοι στοιχειωμένοι καλλιτέχνες έκαναν στο παρελθόν, με μια λύσσα και ακρότητα που μαρτυρούν από την πρώτη στιγμή πως είχαμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ ΑΝΑΓΚΑΙΟ, μια κατάθεση έκφρασης επείγουσα και αυθεντική.

Η υποδειγματική υπακοή τόσης μουσικής πολυπλοκότητας που κρύβει το άλμπουμ και τα τραγούδια του στη συνολική ευκρίνεια και δύναμη της ατμόσφαιρας, στην υποβλητική διαδικασία της ταύτισης του ακροατή με τον δημιουργό και την αγωνία του, τα πάθη του, τα λάθη του και τις εκκλήσεις του για νέες ευκαιρίες, η συμπαγής ροή μέσα από  μια τεχνοκρατική καταιγίδα μεταπτώσεων και η τελική σκοτεινή γοητεία του άλμπουμ που σε τραβά με την αυτοκαταστροφή του πανούργα στην επανάληψη.. .ΟΛΑ τελικά σχηματίζουν ένα κανάλι που μοιάζει απρόσβλητο ή “as good as it gets” όπως έγραψε κάποιος.

Η στριφνή, ιδιότυπη παραγωγή του “Remedy Lane”, αρμονική ιδιοτροπία του βασικού δημιουργού του, τυλίγει σαν δέρμα αυτό το σκοτεινό, βαθύ ταξίδι, ένα ρούχο που θα κάνει τη διαδρομή περισσότερο αξέχαστη και ανεπανάληπτη, περισσότερο απόκοσμη και ξεχωριστή, λιγότερο εύπεπτη και συγγενική σε ανθρώπους που θα το δοκιμάσουν βιαστικά και από απόσταση. Για περίπου 14 χρόνια έχουμε ζήσει αυτή τη διαδρομή με όλες τις σημαντικές της λεπτομέρειες να γρατσουνούν επαναληπτικά τις μνήμες μας, όλες οι ρυτίδες αυτού του απαραίτητου μονόλογου και ο δρόμος για την κάθαρση είναι πια γνώριμες και αναγκαίες, έχουν γίνει αυτόματες και αυτονόητες για όλους αυτούς που μεγάλωσαν και δικές τους δοκιμασίες στο χρόνο με τη συντροφιά του…

Σήμερα ο αρχηγός, έχοντας ανοίξει ξανά τα ντουλάπια του “Remedy Lane” και με τη συνδρομή του παλιού γνώριμου μηχανικού ήχου, Jens Bogren, παρουσιάζει το ηχητικό λίφτινγκ του άλμπουμ με ένα υποδειγματικό- είναι η αλήθεια- remix που προσφέρει μεγαλύτερη ευκρίνεια και διαχωρισμό. Η ερώτηση που αυτόματα ακολουθεί είναι “ποιός τα χρειάζεται πια”…

Απέναντι στην βαρυσήμαντη και μακριά, χρονικά, προϊστορία του άλμπουμ για ανθρώπους που ποδοπάτησαν το τελευταίο του δευτερόλεπτο, η σημερινή διαυγής έκδοση του “Remedy Lane” είναι πιθανά περιττή κι άχρηστη. Ατυχής μάλλον κι η παράξενη κι ελαφρώς ειρωνική δήλωσή του να ταυτίσει αυτή την επανακυκλοφορία με την απαίτηση πολλών πιστών ακολούθων του γκρουπ για επιστροφή σε τέτοια μουσικά εδάφη… “για όλους εσάς που συνεχίζετε ακούραστα να ζητάτε άλλο ένα Remedy Lane, λοιπόν, εδώ είμαστε, ευχαρίστως, είναι σχεδόν ακριβώς σαν το Remedy Lane…”

Το πακέτο της επανακυκλοφορίας του άλμπουμ περιλαμβάνει και την ζωντανή απόδοση του δίσκου από την εμφάνιση των POS στο Prog Power USA Festival to 2014. Η σύνθεσή τους εκτός του Daniel, περιλαμβάνει τους Ragnar Zolberg (κιθάρες, φωνητικά), Daniel Karlsson (πλήκτρα), Gustaf Hielm (μπάσο, φωνητικά) και Leo Margarit (ντραμς, φωνητικά). Όπως ήταν αναμενόμενο, η εμφάνιση του γκρουπ είναι απλησίαστη, με τα συνήθη δεδομένα απαιτήσεων του Daniel από τον εαυτό του και τους γύρω του να κυνηγούν πολύ μακρινές κορυφές. Όσο όμως κι αν ο ίδιος αναζητεί επικοινωνιακά τεχνάσματα να παραμείνει επίκαιρος μέχρι την επόμενη πραγματική φορά, δεν πρέπει να ξεχνά πως οι εξομολογήσεις από καρδιάς δεν διασκευάζονται … ούτε επισκευάζονται.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 408 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…