THIRTY SECONDS TO MARS

TRIBUTE

“Brothers”

Ο Shannon είναι ο μεγάλος και ο Jared είναι ο μικρός. Τα δυο αδέρφια είδαν νωρίς τον φυσικό τους πατέρα να τους εγκαταλείπει, να ξαναπαντρεύεται και αργότερα να αυτοκτονεί. Μεγαλώνουν με τη μητέρα τους, τον παππού και τη γιαγιά τους, μετακομίζοντας από τη Λουϊζιάνα όπου γεννήθηκαν, σε διάφορες πόλεις, καθώς ο πατέρας της μητέρας τους ήταν στην Πολεμική Αεροπορία. Η μητέρα τους, Constance, είχε ενταχθεί στο κίνημα των hippies και ενθάρρυνε τους γιούς της να ασχοληθούν με τις τέχνες. Θυμούνται τους εαυτούς τους να μεγαλώνουν γύρω από πολλούς καλλιτέχνες, μουσικούς, φωτογράφους, ζωγράφους, και ανθρώπους του θεάτρου. Ζώντας σε μια τέτοια κοινότητα απέκτησαν μια ευρύτητα χωρίς συγκεκριμένους φραγμούς, γιορτάζοντας τη δημιουργική εμπειρία και έκφραση. Το πρώτο μουσικό όργανο του Jared ήταν ένα σχεδόν σπασμένο πιάνο. Ο Shannon, σε ένα περιβάλλον όπου παντού υπήρχαν χρώματα, καμβάδες και διάφορα μουσικά όργανα, άρχισε να παίζει πάνω σε γλάστρες και τηγάνια, έχοντας από πολύ μικρός ενδιαφέρον για τα κρουστά. Τελικά, απέκτησε το πρώτο του drum kit στην ηλικία των δέκα ετών και άρχισε να εξασκείται μόνος του, αναπτύσσοντας το δικό του στυλ.

Ο μεγάλος αδερφός πέρασε μια ταραγμένη εφηβεία, στη διάρκεια της οποίας εγκατέλειψε το σχολείο και εθίστηκε στα ναρκωτικά. Ζώντας σε ένα διαρκές χάος και έχοντας την αίσθηση πως δεν ανήκει πουθενά, αντιδρούσε στους κανόνες και κάθε είδους συμμόρφωση, επιχειρώντας να ξεφεύγει με κάθε τρόπο. Τελικά ο Jared τον βοήθησε να ξεκόψει από τα ναρκωτικά. Ο μικρός αδερφός κατέληξε στο μεταξύ στη Σχολή Εικαστικών τεχνών της Νέας Υόρκης, ορμώμενος από το ενδιαφέρον του για τη δημιουργία ταινιών, και εκεί γύρισε και πρωταγωνίστησε για πρώτη φορά στη δική του ταινία μικρού μήκους, με τον τίτλο “Crying Joy”. Από το 1992 που μετακόμισε στο Los Angeles, άρχισε να διευρύνει την καριέρα του σαν ηθοποιός με ρόλους σε ταινίες όπως οι “How to Make an American Quit”, “Prefontaine”, “Basil”, “Urban Legend”, “The Thin Red Line”.

Το 1998 τα δυο αδέρφια σχηματίζουν στο Los Angeles τους “Thirty Seconds To Mars”. Με την προσθήκη του αρχικού κιθαρίστα Solon Ben Wixler και του μπασίστα Matt Wachter, πραγματοποιούν τις πρώτες ζωντανές εμφανίσεις τους με άλλα ονόματα. Το τελικό όνομα προκύπτει από ένα σπάνιο χειρόγραφο με τον τίτλο “Argus Apocraphex”, και αποτελεί μια αναφορά, μια τραχιά μετάφραση από το βιβλίο, μια μεταφορά για το μέλλον. Η διαπίστωση πως μπορεί να είσαι τόσο κοντά σε κάτι που δεν είναι απτό, και η παρουσία του θεού του πολέμου, δημιουργούν μια σύντομη φράση που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, λυρική, κινηματογραφική, υπονοούμενη αλλά και άμεση.

Ο Jared και ο Shannon είναι οι “Thirty Seconds To Mars”, βασικοί και μόνιμοι ρυθμιστές της εξέλιξης του ήχου και του ύφους τους, ως τις μέρες μας. Είναι όμως αδύνατο να παραβλέψουμε την αξία και τη σημασία, σε όλη αυτή τη διαδρομή που ακολουθεί, του σπουδαίου μουσικού, κιθαρίστα/μπασίστα/περκασιονίστα/βιολιστή Tomo Milicevic. Ο Tomo εισχώρησε στις τάξεις τους το 2003 και με σημαντικά όπλα την κλασική μουσική του παιδεία, την εξοικείωση με τη jazz και την ethnic μουσική αλλά και το πέρασμά του από το heavy metal, αποτέλεσε ένα σπουδαίο όπλο και σχεδόν ισότιμο συνεργάτη.

“A space name for a space opera”

Στην πρώιμη φάση του γκρουπ είχαν ηχογραφηθεί ήδη κάποια demo τραγουδιών με τίτλους όπως “Valhalla”, “Revolution”, “Hero” και “Jupiter”. Κάποια από αυτά κατέληξαν στο πρώτο άλμπουμ με τους τελικούς τίτλους “Fallen”, “Year Zero”, και “Buddha for Mary”. Είχαν την τύχη και τον τρόπο να προκαλέσουν από νωρίς το ενδιαφέρον διάφορων εταιρειών, και να συμφωνήσουν με την Immortal Records, ενώ ένα χρόνο αργότερα μπήκε στο συμβόλαιο και η Virgin. Η πιο σημαντική όμως προσέγγιση που δέχτηκαν, ήταν από τον σπουδαίο και διάσημο παραγωγό Bob Ezrin ( Kiss, Alice Cooper, Pink Floyd), και οι ίδιοι θεώρησαν άμεσα πως ήταν από τους λίγους που μπορούσε να τους βοηθήσει να πετύχουν έναν ξεχωριστό, προσωπικό ήχο.

Το 2001 αποσύρονται στην ερημική εξοχή του Wyoming, σε μια άδεια αποθήκη μέσα σε μια έκταση 15.000 στρεμμάτων. Με υλικό 50 περίπου τραγουδιών, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν από τον Jared, ξεκίνησαν την έντονη περίοδο της προπαραγωγής ενός άλμπουμ που αρχικά είχε τον τίτλο “Welcome To The Universe”. Η πλήρης απομόνωση έδωσε την ευκαιρία να δουλέψουν με ιδιαίτερους ρυθμούς και συνθήκες, ενώ η αντιφατική συνύπαρξη της τεχνολογίας με το φυσικό περιβάλλον, ένιωσαν πως πέρασε τελικά και στη μουσική. Πέρα από την ταραχώδη αλλά συναρπαστική συνεργασία με τον Ezrin, που τους βοήθησε να σκιαγραφήσουν μια εξέλιξη στη διαδρομή του άλμπουμ, κάτι πιο ισχυρό από μια σειρά τραγουδιών, η παρουσία του μηχανικού ήχου/παραγωγού Brian Virtue ήταν πολύ βασικό στοιχείο στον καθορισμό του ήχου του άλμπουμ.

Θεματικά το άλμπουμ είχε σύμφωνα με τους δημιουργούς, μια concept αισθητική που εστιαζόταν στον ανθρώπινο αγώνα κόντρα στην κοινωνική αποξένωση, τη συναισθηματική απομόνωση και την πολιτική κακοποίηση. Με τη χρήση των μεταφορών και της φαντασίας, ακόμα και το όνομα του γκρουπ, που χρησιμοποιήθηκε και σαν τίτλος του, υποδήλωνε την συνεχώς επιταχυνόμενη ανθρώπινη κοινωνία, προτρέποντας για μια απόδραση από αυτή.
Μουσικά, η απόπειρα να δημιουργήσουν ένα φρέσκο progressive, space rock με ηλεκτρονικά στοιχεία αλλά και επιρροές από new wave, ήταν σίγουρα παράτολμο. Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα μουσικό έργο με συνοχή που περιείχε ένα είδος ατμοσφαιρικής ιστορίας. Δεν είναι παράξενο που τα αδέρφια μνημονεύουν σαν επιρροές τους εκείνη την εποχή, πέρα από stoner rock καλλιτέχνες που άκουγαν ενώ μεγάλωναν, σημαντικά ονόματα με δυναμική και εννοιολογικό βάθος όπως οι Rush, David Bowie, Pink Floyd, The Cure.

Το άλμπουμ κυκλοφορεί τελικά στις 27 Αυγούστου του 2002. Συνολικά χαρακτηρίστηκε σαν ένα φιλόδοξο, πλούσιο έργο με λυρισμό με την επιδίωξη της διαφοροποίησης να μην περνά απαρατήρητη. Η ποικιλομορφία τους στη μουσική και η λεπτομέρεια στον ήχο, προέτρεψαν αρκετούς να γράψουν πως το γκρουπ αψηφά τις τάσεις και τεντώνει λίγο περισσότερο τα μουσικά σύνορα. Η επιβλητική ποίηση του Jared με όλες αυτές τις ιστορίες ζωής να οικειοποιούνται έναν σχεδόν επικό ήχο, έδωσε τον αέρα και την αίσθηση μιας ξεχωριστής space opera που επιχειρεί να ανασύρει τους ήρωές της από τη λήθη.

“The black lines on the glaciers of Greenland”

Η καριέρα του Jared σαν ηθοποιός, έκανε τον διάδοχο του πρώτου άλμπουμ να είναι ο δίσκος των τεσσάρων ηπείρων και των πέντε χωρών. Μέσα σε μια περίοδο τριών ετών το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε πέντε διαφορετικά στούντιο. Το ομότιτλο και άλλα τρία τραγούδια γράφτηκαν στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής, και εκείνη την περίοδο ο Jared αποφάσισε και για τον οριστικό του τίτλο, εγκαταλείποντας τον προσωρινό “Battle Of One”. Ο κιθαρίστας Tomo Milicevic εισχωρεί στις τάξεις του σχήματος και θα παραμείνει σταθερά ως το 2018, ενώ είναι το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ για τον μπασίστα Matt Wachter, που θα αποχωτήσει το 2007. Την παραγωγή ανέλαβε αυτή τη φορά ο Josh Abraham.

Τα αρχεία του άλμπουμ, όχι βέβαια στην τελική μορφή του mastering, διέρρευσαν περίπου πέντε μήνες πριν την κυκλοφορία του, με αποτέλεσμα αυτή να μετατοπιστεί και να γίνει τελικά στις 30 Αυγούστου του 2005. Στα αρχικά τιτλοφορημένα δέκα τραγούδια του υπήρχε και το “Praying For a Riot” μέσα στο “A Modern Myth”, συν δυο επιπλέον hidden tracks, το “Battle of One”, και η απόδοση στο “Hunter” της Björk.

Οι στίχοι στο “Beautiful Lie” είναι περισσότερο άμεσοι και προσωπικοί και λιγότερο εγκεφαλικοί συγκριτικά με το ντεμπούτο. Η μουσική του χαρακτηρίστηκε σαν ένα καλοσμιλευμένο δείγμα μοντέρνου ραδιοφωνικού rock, που έμοιαζε να συνδέει τους Nine Inch Nails, τους The Cure, με τους U2 και τους Staind. Με μια σειρά από ευκολομνημόνευτα, εντυπωσιακά τραγούδια που είχαν τα δικά τους διακριτικά στολίδια κρυμμένα στα καλοδουλεμένα ρυθμικά τους, οι αδερφοί Leto έμοιαζε να ιδρύουν και να περνούν το δικό τους stadium rock σε μεγάλα ακροατήρια, επικαλούμενοι στοιχεία από το πετυχημένο ανάλογο παρελθόν, έχοντας στην πρώτη γραμμή μια φωνή που είχε την ευελιξία να στηρίζεται ανάμεσα σε ντελικάτα συναισθήματα και εντυπωσιακά ξεσπάσματα.

Το γκρουπ έκανε ένα ταξίδι στη Γροιλανδία για τα γυρίσματα του βίντεο του ομότιτλου τραγουδιού, που άλλαξε τις ζωές τους. Ο αρχικός προγραμματισμός είχε σαν στόχο την Ανταρκτική, και η κεντρική ιδέα ήταν να δείξουν στον κόσμο πόσο εύκολα χάνουμε την αυθεντική φυσική ομορφιά χωρίς να νοιαζόμαστε για το περιβάλλον. Οι υπέροχοι παγετώνες που ήδη έλιωναν, δεν θα επηρέαζαν μόνο αυτούς που ζούσαν εκεί. Οι μαύρες γραμμές που φαίνονται στο βίντεο είναι τεράστιες ρωγμές στους πάγους της Γροιλανδίας. Υπήρχαν και χιλιάδες άλλες που δεν ήταν ορατές από μακριά, ενώ κομμάτια παγετώνων έσπαγαν κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια τους. Το συνεργείο των γυρισμάτων αρνήθηκε να περπατήσει στους παγετώνες γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο. Το γκρουπ μετέφερε τον εξοπλισμό του μόνο του, μέσα και έξω από το ελικόπτερο, ενώ στη σκηνή με τις σημαίες, το ελικόπτερο προκάλεσε άνεμο που έσπρωξε τα τύμπανα του Shannon περίπου 30 μέτρα μακριά. Οι συνθήκες πτήσης για το πλήρωμα του ελικοπτέρου ήταν τόσο επικίνδυνες κάποια στιγμή, που απαίτησαν από το γκρουπ να επιστρέψει σε αυτό άμεσα, αλλιώς θα έφευγαν και θα τους άφηναν να κοιμηθούν στον παγετώνα. Γυρίστηκαν συνολικά 39 ώρες υλικού.

“At war with the label”

Στα μέσα του 2008 το γκρουπ μηνύθηκε από την δισκογραφική τους εταιρεία, Virgin, για παραβίαση του συμβολαίου, με την αξίωση από αυτή μάλιστα μιας αποζημίωσης του ύψους των 30 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο ισχυρισμός της ήταν πως το γκρουπ δεν κατάφερε να παραδώσει τους τρεις από τους πέντε δίσκους που προβλεπόταν από το αρχικό συμβόλαιο του 1999. Ακολούθησε ένας χρόνος σκληρών δικαστικών αντιπαραθέσεων μέχρι τις 29 Απριλίου 2009, όταν το συγκρότημα ανακοίνωσε πως η υπόθεση διευθετήθηκε με αίσιο τέλος. Με βάση το δεδικασμένο της υπόθεσης της ηθοποιού Olivia De Havilland, πριν από δεκαετίες, το εφετείο της California έκρινε πως καμιά σύμβαση παροχής υπηρεσιών δεν ισχύει στην πολιτεία μετά από επτά χρόνια: ήταν ο περιβόητος πια “νόμος De Havilland” που είχε απελευθερώσει τότε την ηθοποιό από τη σύμβασή της με τη Warner Bros.
Μετά το πέρας της διαμάχης, ο Leto είπε πως οι διαφορές είχαν επιλυθεί πια οριστικά, και υπέγραψαν νέο συμβόλαιο με την ΕΜΙ, την μητρική της Virgin, που δεν ήθελε να τους χάσει και δήλωνε ενθουσιασμένη με την προοπτική να στηρίξει τη νέα τους απόπειρα. Όλα αυτά συνέβαιναν ταυτόχρονα με τη δημιουργία του νέου άλμπουμ, “This Is War”.

Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων το γκρουπ προγραμμάτισε μια συγκέντρωση για τους οπαδούς του, που ονομάστηκε “The Summit”, στο Club Avalon του Los Angeles. Αποτέλεσε ουσιαστικά για τους ίδιους ένα πείραμα να εμβαθύνουν τη σχέση τους με το κοινό τους. Προσκάλεσαν τον κόσμο να αποτελέσει μέρος του επόμενου άλμπουμ, να λειτουργήσουν μαζί με το συγκρότημα σαν ένα συλλογικό μουσικό όργανο, μια χορωδία 1000 ανθρώπων.
Είναι φανερή η διάθεση των δημιουργών, με κεφαλή ως συνήθως τον Jared, να απομακρυνθούν από το ύφος του “A Beautiful Lie”, και με την πρόθεση να δημιουργήσουν κάτι πιο ευρύ και μεγαλόσχημο, σκοπεύουν στην απέναντι πλευρά του ωκεανού για το αναγκαίο επιτελείο του στούντιο. Ο περίφημος Flood, κατά κόσμο Mark Ellis, με ένα ασήκωτο βιογραφικό που περιέχει ονόματα όπως οι U2, , Smashing Pumpkins, Nick Cave, New Order, Depeche Mode, Nine Inch Nails και αμέτρητους άλλους, αναλαμβάνει την παραγωγή στο τελικό στάδιο της οποίας συμπράττει άλλο ένα μεγαθήριο των στούντιο, ο Steve Lillywhite (Simple Minds, XTC, Big Country, Siouxsie and the Banshees). Σε συνδυασμό με τις εμφανώς μεγαλύτερες διάρκειες των τραγουδιών, ήταν ξεκάθαρο πως πέρα από την αλλαγή στους ήχους, τα έντονα στοιχεία από progressive rock, new wave, industrial, αλλά και heavy metal, έγιναν τα εργαλεία να φέρουν στη ζωή έναν δίσκο μεγάλων συγκρούσεων, δυνατών αλλαγών, αλλά και μιας άσβεστης ελπίδας και αισιοδοξίας.

Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 8 Δεκεμβρίου του 2009. Πολλοί χαρακτήρισαν το άλμπουμ σαν μια μοντέρνα rock opera, τη στιγμή που ο ίδιος ο Jared δεν ένιωθε καθόλου βολικά με αυτή την περιγραφή. Με αρκετά πειραματικά στοιχεία, απλωμένες διαθέσεις, πολλά keyboards με ρετρό προσεγγίσεις, επιβλητικές χορωδίες και φορτισμένες μελωδίες, ο δίσκος μοιάζει να φυσά δυνατά προς τα έξω έναν πλούσιο αέρα δύναμης και θριάμβου μέσα από τον αγώνα για ελευθερία, ένα θέμα που σίγουρα ενισχύθηκε από την παράλληλη δικαστική μάχη με την εταιρεία.

Το εντυπωσιακό βίντεο για το εμβληματικό “Hurricane”, ένα τραγούδι που έγραψε ο Jared τον χειμώνα του 2007 στο Βερολίνο, λογοκρίθηκε από το MTV αλλά και από πολλά άλλα κανάλια στον κόσμο. Η σχεδόν ταινία μικρού μήκους που προέκυψε στα πάνω από 13 λεπτά του βίντεο, σκηνοθετήθηκε από τον Bartholomew Cubbins, ένα ψευδώνυμο πίσω από το οποίο βρισκόταν ο Jared. Πίσω από την ίδια ταυτότητα, σκηνοθέτησε και το ντοκιμαντέρ “Artifact”, που κυκλοφόρησε αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2012 και με αφορμή τη νομική διαμάχη τους με την ΕΜΙ, εστιάζει στα δεδομένα και τις πρακτικές της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας.

“Red, yellow, green and blue”

“Θέλω ένα άλμπουμ με παλίρροια και άμπωτη, ένα άλμπουμ με περιεχόμενο και δομή”. Με νέους στόχους και αλλαγμένο ορίζοντα, ο Jared άρχισε να γράφει για το τέταρτο άλμπουμ τους τον Δεκέμβριο του 2011, και σύντομα, πριν αρχίσουν να ηχογραφούν, είχε ήδη έτοιμα περίπου 50 τραγούδια. Μπαίνουν στο στούντιο τον Απρίλιο του 2012 και δουλεύουν πάνω στο άλμπουμ ως τον Δεκέμβριο. Ο Steve Lillywhite έχει επιστρέψει και πάλι στην κονσόλα του Laboratory του Los Angeles, και κάνει τη δύσκολη δουλειά μαζί με τον Jared. Τον Σεπτέμβριο πραγματοποιούν μια νέα εκδήλωση, προσκαλώντας θαυμαστές να συνδράμουν με τα χορωδιακά φωνητικά στο άλμπουμ, όμως αυτή τη φορά, ο αριθμός του περιορίζεται στους 25 καλεσμένους.

Θεματικά το άλμπουμ περιστρέφεται γύρω από τα θέματα του τίτλου του, και χωρίζεται στα αντίστοιχα τέσσερα μέρη που προλογίζονται από μια γυναικεία φωνή. Το concept αναλύεται στο εσωτερικό του άλμπουμ και τα επιμέρους στοιχεία διαχωρίζονται από τα χρώματα: το κόκκινο αντιπροσωπεύει την αγάπη, το κίτρινο τη λαγνεία, το πράσινο την πίστη και το μπλε τα όνειρα.

Το “Love, Lust, Faith and Dreams” κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου του 2013. Με την πειραματική διάθεση του προηγούμενου άλμπουμ να συνεχίζει να υπάρχει σε πιο ελεγχόμενες δόσεις, η μουσική συνεχίζει να θεμελιώνεται πάνω σε art rock και στοιχεία ηλεκτρονικής μουσικής. Τα πλήκτρα και οι χορωδίες ενισχύουν τη στιλιστική του ποικιλία, προσδίνουν μια επική και κινηματογραφική απόχρωση αλλά ο σκελετός του παραμένει μια ιδιαίτερη έκφραση μοντέρνου rock που χρησιμοποιεί διάφορους τρόπους να επεκτείνει και να διαφοροποιήσει το όραμα του προηγούμενου άλμπουμ. Η φλέβα από το δημοφιλές πια δράμα του Leto είναι τυπικά εκεί, ίσως με ένα φρεσκοφορεμένο κοστούμι, αλλά με τη βιωματική της δύναμη να παραμένει η σταθερά του γκρουπ.

Από τα singles του άλμπουμ, το “City Of Angels” ήταν εμφανώς εμπνευσμένο από την εμπειρία του Leto να ζει με την οικογένειά του στο Los Angeles, και να επηρεάζεται από την κουλτούρα του. Οι επιδιώξεις των δημιουργικών του φιλοδοξιών είχαν χτίσει μια σχέση “αγάπης/μίσους” με την πόλη. Το τραγούδι έχει να κάνει με τους ανθρώπους που έρχονται στην πόλη των αγγέλων να ζήσουν το όνειρό τους και να πραγματοποιήσουν τους μεγαλύτερους στόχους τους. Ο Jared σκηνοθέτησε το βίντεο του τραγουδιού και εκτός από τους τρεις βασικούς δημιουργούς του σχήματος, εμφανίζονται και άλλες καλλιτεχνικές προσωπικότητες της πόλης όπως οι Alan Cumming, Ashley Olsen, Corey Feldman, James Franco, Juliette Lewis, Kanye West, Lily Collins, Lindsay Lohan, Olivia Wilde, Selena Gomez, Shaun White, and Steve Nash.

“Tomo just left the building”

Από το Νοέμβριο του 2015 η δημιουργική ομάδα του γκρουπ ξεκίνησε να γράφει νέα μουσική με τον Jared να εκφράζει την επιθυμία του να πειραματιστεί και να εξερευνήσει νέα μουσικά μονοπάτια. Ταυτόχρονα αρχίζει να εργάζεται σε ένα ντοκιμαντέρ με τον τίτλο “A Day in the Life of America”. Η ταινία τελικά περιλαμβάνει υλικό που γύρισε ο ίδιος από την επέτειο της 4ης Ιουλίου 2017, στη γιορτή της Ημέρας της Ανεξαρτησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έκανε πρεμιέρα στο Tribeca Film Festival του 2019 και κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2021, και αποτελεί θεματικά ένα συνοδευτικό κομμάτι του πέμπτου άλμπουμ τους που ονομάστηκε “AMERICA”.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν ξανά στο Los Angeles, και μαζί με τον Jared που ανέλαβε την παραγωγή βοήθησαν διάφοροι άλλοι παραγωγοί-dj, όπως το ντουέτο Yellow Claw, και οι Zedd, Robopop. Η αλλαγή στον ήχο είναι παραπάνω από αισθητή, η ηλεκτρονική φύση της μουσικής επιβάλλεται στα υπόλοιπα στοιχεία, τραβώντας μαζί της μέχρι και στοιχεία από techno και χορευτική μουσική, οι πομπώδεις εντάσεις έχουν υποχωρήσει και παρά τα σκληρά θέματα της πολιτικής, του sex και της δόξας, η προσέγγιση είναι εντελώς διαφορετική. Τον σχεδιασμό του artwork ανέλαβε ο Willo Perron μαζί με τον Leto. Το άλμπουμ διαθέτει πολλά διαφορετικά εξώφυλλα και απεικονίζουν μια σειρά από λίστες λέξεων που αντικατοπτρίζουν τα θέματα του άλμπουμ: συνταγογραφημένα ναρκωτικά, εμβληματικά ονόματα της Αμερικής, ονόματα από εμπορικές φίρμες, αγαπημένες σεξουαλικές στάσεις, Youtubers με μεγάλα κέρδη, διάφορα extreme sports και άλλα δημοφιλή θέματα της αμερικανικής επικαιρότητας.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 6 Απριλίου του 2018 και δίχασε κοινό και κριτικούς με τη δραστική αλλαγή στον ήχο και το ύφος. Υπήρξαν αυτοί που χαρακτήρισαν το άλμπουμ μια πολύ τολμηρή και ριψοκίνδυνη δημιουργία που αντανακλά εύστοχα μια τεράστια και πολωτική χώρα, όντας τόσο διαφορετικό όσο η ίδια η χώρα. Κρίνοντας το “AMERICA” σαν μια αναφορά στην πρόσφατη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, η λύση που φαίνεται να προτείνεται είναι η μορφή της ενότητας μέσω των διαφορών, υτης συνοχής μέσα από την ποικιλία. Σε αυτούς που στάθηκαν κάπου στη μέση, χαρακτηρίζοντας τον δίσκο περίεργο που απαιτεί υπομονή για να ξεκλειδώσει, βρέθηκαν και οι αφοριστικοί που βρήκαν τα υπερβολικά ηχητικά τεχνάσματα μάλλον κενά και άσκοπα, που δεν στηρίζονταν τελικά από εξίσου ισχυρές συνθέσεις. Είναι το πρώτο άλμπουμ για το γκρουπ στην Interscope, μετά από την οριστική φυγή από την Virgin, και κατά συνέπεια την ΕΜΙ, το 2014.

Στη διάρκεια της περιοδείας με τον τίτλο “Monolith” για την προώθηση του άλμπουμ, ανακοινώθηκε πως ο Milicevic θα έκανε ένα διάλειμμα λόγω προσωπικών θεμάτων. Όμως τον Ιούνιο του 2018, ο Tomo ανακοινώνει με επίσημη δήλωσή του την αποχώρησή του από το συγκρότημα, τονίζοντας πως αυτή η απόφαση είναι η καλύτερη τόσο για τον ίδιο όσο και για το γκρουπ. Ο κύκλος αυτός κλείνει οριστικά και από τη στιγμή αυτή οι Thirty Seconds To Mars είναι πια το ντουέτο των αδερφών Leto.

“Jared and the others”

Ίσως τα χαρακτηριστικά της ανδρόγυνης ομορφιάς του να έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την πυκνότητα με την οποία χρησιμοποιήθηκε ο χαρακτηρισμός “μεσσίας του rock”. Με σχεδόν ύποπτη ευαισθησία στα μεγάλα ζητήματα, με αναμφισβήτητη φιλανθρωπική δράση και συγκινητική δραστηριοποίηση για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, ο Jared μπορεί την ίδια στιγμή να σε κάνει να μειδιάσεις όταν αναφέρεται με υπερβολή στους θαυμαστές του σαν “οικογένεια”. Ανήσυχος και τελειομανής, ριψοκίνδυνος και ευέλικτος, καταφέρνει την ίδια στιγμή να παραμένει ραδιοφωνικός, οικουμενικός, μια υπέρ του δέοντος καταναλωτική πρόταση μοντέρνου εναλλακτικού rock. Ηθοποιός και rock star, vegan και προστάτης των ζώων, κυνηγός μιας απροσδιόριστης σχεδόν πνευματικής διεξόδου, αλλά και απόλυτος χρήστης κάθε πιθανής τεχνολογίας στον τρελό κόσμο της μουσικής βιομηχανίας, φαίνεται να τεμαχίζεται σαν τους παγετώνες της Γροιλανδίας σε πράγματα που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους, κρατώντας τελικά τη μουσική του σε ένα οριακό μονοπάτι ανάμεσα στην καινοτόμα δημιουργία και στην ευκολία της καθημερινής χρήσης. Αν τελικά θα τον θυμάσαι σαν τον άνθρωπο που ενσάρκωσε τον Harry στο “Requiem For A Dream”, ή σαν το νέο πρόσωπο του οίκου Gucci για το πρόσφατο άρωμα “Guilty”, μικρή σημασία έχει.

Το σίγουρο είναι πως δεν είναι εύκολο να τον ξεχάσεις.

About Γιώργος Γεωργίου 517 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…