ODIN’S COURT: “Turtles All The Way Down, Vol. II”

O πολυμουσικός- κιθαρίστας Matt Brookins ηγείται των αμερικανών (από το Maryland) progsters, Odin’sCourt. Mε την έναρξη της παρουσίας τους να τοποθετείται στο 2002, φτάνουν φέτος αισίως στην ένατη δισκογραφική τους δουλειά που ουσιαστικά αποτελεί το δεύτερο μέρος του άλμπουμ του 2015, όπως άλλωστε μαρτυρά και ο τίτλος του.

Για άλλη μια φορά ο Brookins , πέρα από το βασικό συνθετικό βάρος, έχει ηχογραφήσει κιθάρες, φωνητικά, πλήκτρα και μπάσο. Ο Rick Pierpont σε κιθάρες / δεύτερα φωνητικά και ο Gary Raub στα τύμπανα / δεύτερα φωνητικά συμπληρώνουν την ομάδα του στούντιο. Στις συναυλίες το μπάσο αναλαμβάνει ο Jason Pierpont, ενώ φυσικά δεν γίνεται να παραλείψουμε τον τραγουδιστή Dimetrius La Favors,που από το 2013 έχει αναβαθμίσει φωνητικά το γκρουπ και μαζί με τον Brookins έχουν καθιερώσει αυτή την συχνή τακτική των ερωταπαντήσεων στα τραγούδια τους.

Η αρχική σύλληψη του αφεντικού των Odin’sCourt μιλούσε για μια τριλογία, την “Turtles Trilogy”, και για την ώρα μας προσφέρει το δεύτερο βήμα της. Θεματικά, ασχολείται με ζητήματα σχετικά με την αντίληψη του ανθρώπου για το σύμπαν και το άτομο, και πως κάθε νέα ανακάλυψη μπορεί να προκαλέσει αυτό που συνήθως πιστεύουμε και αντιλαμβανόμαστε για το περιβάλλον.

Η αιχμή του δόρατος σε αυτή την απόπειρα της ηχητικής ανάπλασης του θέματος είναι οι φωνητικές μελωδίες που σχηματοποιούν αυτό τον φλοιό του δίσκου: οι Odin’s Court δεν επιτίθενται με εξάρσεις επίδειξης και φορτωμένα σχήματα. Με έμφαση τα επικά ηχητικά ρεφρέν, ακόμα και με χορωδίες-όχι όμως υπερφίαλες-και με τη συμμετοχή της ευαίσθητης φωνής της Michelle Loose Schrotz (με παρουσία σε πλήκτρα και φωνητικά στους While Heaven Wept), ο άμεσος στόχος είναι το τραγούδι και το μήνυμά του.
Ακόμα και στο ιδιαίτερα φιλόδοξο εικοσάλεπτο τραγούδι “A Brief History of Time”που ανοίγει το άλμπουμ, υπάρχει μια αβίαστη, ευπρόσδεκτη ροή που έχει να κάνει με τον χώρο που δίνεται στη μελωδία και τον ξεκάθαρο ορίζοντα του τραγουδιού, χωρίς επιβαρυντικές περίπλοκες επιδείξεις.

Η συνταγή και η μάλλον θεραπευτική μούσα του Brookins ολοκληρώνονται σχεδόν ιδανικά στα μικρότερα σε διάρκεια τραγούδια του δίσκου, όπως άμεσα φανερώνει το “Will I See You Again” με μια stadium rock ικανότητα εθισμού. Αμέσως μετά, το “Unmoved Μover” είναι ένα αέρινο single με μια ευπρόσδεκτη νοσταλγία στο ρεφρέν, και το “Killing Curiosity” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εγκεφαλικό, μελωδικό hard με εξαιρετική δουλειά στις φωνές. Στην ίδια φιλοσοφία, το “Event Horizons” οδηγείται από την φιλική λειτουργία των φωνητικών, τους υποβλητικούς διαλόγους των φωνών, και το γνώριμο πια διακριτικό, αλλά υποστηρικτικά λυρικό υπόβαθρο.

Μετά το σύντομο κιθαριστικό instrumental “Infinite Regression”, έρχεται το “The Burning Tides of Time” με ένα αρχικό χαρακτηριστικό θέμα του Brookins που θα φέρει στο μυαλό αρκετών τις σπουδαίες μέρες του Tsamis. O χρόνος πάλι σαν θέμα οικοδομεί το δεύτερο πιο απαιτητικό και πλούσιο τραγούδι του άλμπουμ, με περιπετειώδη διαδρομή, πάντα κάτω από το φως της μελωδίας.

Η σφραγίδα του “My Final Journey” είναι όπως άλλωστε θα ταίριαζε σε όσα προηγήθηκαν, ένα πανέμορφο τραγούδι με επιτακτικό ρυθμό και υμνικό χαρακτήρα.Το δεύτερο μέρος της “Turtles Τrilogy” είναι πλημμυρισμένο στον λυρισμό, με λιτά όμορφα τραγούδια που στοχεύουν άμεσα στην καρδιά του ακροατή. Με σημαία τη νοσταλγία και το φως μιας μακρινής ελπίδας, οι Court προσφέρουν ένα ρέον και ευαίσθητο μελωδικό κομψοτέχνημα.

Ακόμα και η άδικη σε πολλές παραμέτρους παραγωγή προσδίνει τελικά μια ποιητική, ηρωική  ιδιαιτερότητα. Αυτός που ψάχνει την ειλικρινή αμεσότητα και την προσωπική έκφραση πέρα από τάσεις και συμβάσεις, θα βρει το δρόμο, ακόμα και μέσα από τις μικρές ατέλειες του “Vol.II”.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…