DREAM THE ELECTRIC SHEEP: “Beneath the Dark Wide Sky”

Οι εντυπωσιακά ανερχόμενοι Dream The Electric Sleep είναι ένα μουσικό τρίο από το Lexington του Kentucky και το όνομά τους προέρχεται φανερά από παράφραση του τίτλου της νουβέλας επιστημονικής φαντασίας “Do Androids Dream of Electric Sheep?” του Αμερικανού συγγραφέα Philip K. Dick.

Το σχήμα αποτελείται από τους Matt Page (κιθάρα, φωνητικά), Joey Waters (ντραμς, φωνητικά) και Chris Tackett (μπάσο). Το “Beneath The Dark Wide Sky” είναι το τρίτο τους άλμπουμ, ενώ έχουν ήδη προηγηθεί τα “Lost And Gone Forever” (2011) και “Heretics” (2014), προσωπικές, ανεξάρτητες κυκλοφορίες και τα δύο.

Στην αφετηρία της διαδρομής του νέου τους δίσκου και σπρωγμένοι από την ίδια τους την εξέλιξη και διαφοροποίηση στη διαδικασία σύνθεσης νέων τραγουδιών, αποφασίζουν πως χρειάζονται ένα ζευγάρι έμπειρα και ικανά αυτιά να σμιλεύσει ηχητικά το αποτέλεσμα και να τους δώσει τη διαφορά. Στέλνουν τα demo σε διάφορους παραγωγούς της επιθυμίας τους και έκπληκτοι δέχονται το ενδιαφέρον του “πολύ” Nick Raskulinecz με παράσημα από θηρία όπως οι Rush, Foo Fighters, Mastodon και Alice In Chains. Μια συνάντηση στο Nashville ήταν αρκετή να αποκαλύψει τη χημεία μεταξύ τους και να οριστικοποιήσει τη συμφωνία της συνεργασίας. Οι ίδιοι δηλώνουν συγκλονισμένοι από την εμπειρία της δουλειάς μαζί του, την απαιτητική καταδίωξη των καλύτερων αποδόσεων των τραγουδιών αλλά και του λειτουργικού ήχου σε σημείο που κάποιες φορές αποδόμησαν κάποιες συνθέσεις κυνηγώντας μαζί του την ισχυρότερη αίσθηση.

Το “Beneath The Dark Wide Sky” είναι εμπνευσμένο από φωτογραφίες της Αμερικανίδας φωτογράφου Dorothea Lange που τραβήχτηκαν το 1930. H ίδια έτρεφε την ελπίδα πως οι φωτογραφίες της θα μπορούσαν μέσω ειδησεογραφικών δημοσιεύσεων σε περιοδικά να ενημερώσουν τον κόσμο για τις συνθήκες φτώχειας και τον αγώνα της επιβίωσης που έδιναν χιλιάδες αγροτικές οικογένειες και εργάτες μετανάστες στις κατεστραμμένες από ξηρασία μεγάλες Αμερικανικές πεδιάδες. Η Lange ήθελε να δει τις φωτογραφίες της να ρίχνουν ένα αντικειμενικό φως σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, προκαλώντας έτσι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας των Dream The Electric Sleep ομολογεί πως ενδιαφέρεται πολύ για όλους αυτούς που αναρωτιούνται πως η τέχνη ενημερώνει τον τρόπο αντίληψης για τον κόσμο που ζούμε κι αν μπορεί να μας ωθήσει σε αλλαγές: ο Matt Page θέλει να είναι κι αυτός ένας από τους ανθρώπους που προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός πως τα τρία μέλη των Dream The Electric Sleep είναι αθεράπευτα αδηφάγοι ακροατές πολλών, συχνά παράταιρων μεταξύ τους, μουσικών κατευθύνσεων. Από τις κλασσικές αξίες του παραδοσιακού rock και hard, όπως για παράδειγμα οι Beatles, Who και Led Zeppelin, σε pop και νεοκυματικά σχήματα των 80’s, από το σκοτάδι των Neurosis στις τεχνοκρατικές διαδρομές των Rush, Genesis, Peter Gabriel… Ακόμα κι αυτές οι παραπομπές όμως μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα στην προσπάθεια να περιγράψεις τη μουσική τους καθώς μάλλον κάθε ακροατής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει διαφορετικές παραπομπές. Το τεράστιο ταλέντο του τρίο από το Kentucky είναι η οικονομική διαχείριση όλων αυτών των πολύπλευρων ερεθισμάτων, η απόλυτα αναγκαία προσθήκη των επιδράσεων στις συνθέσεις τους και η απέριττη κατάληξη σε ένα δικό τους αποτέλεσμα με πρώτο κύριο όπλο τη σύνθεση.

Σε συνδυασμό με την συνεισφορά του Raskulinecz, ο χώρος που τελικά τοποθετούνται οι Dream The Electric Sleep είναι αυτός του σύγχρονου Αμερικανικού prog rock με πλούσια post και indie στοιχεία. Ακόμα όμως και με αυτή τη συνοπτική περιγραφή, είναι φανερό πως το γκρουπ πίσω από τα άμεσα ανθεμικά του φωνητικά και τις δυνατές μελωδίες σπρώχνει και μια κρυπτική ευφυΐα που ξεκινά από το ιδιόμορφο αλλά πάντα οικονομικό παίξιμο των μουσικών αλλά και από την διαδρομή του άλμπουμ που κάθε άλλο παρά συμβατική χαρακτηρίζεται. Ο χρόνος μόνο υπέρ του έργου τους λειτουργεί και μάλιστα με ταχύτατους ρυθμούς, ανοίγοντας μια συναρπαστική προοπτική. Οι νέοι μικροί διάδρομοι της σκληρής προοδευτικής μουσικής του σήμερα μοιάζουν άλλωστε να ανοίγουν από ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να ακούγονται σαν τους κιθαριστικούς Killers του πρώτου άλμπουμ τους, μαζί με την post μελαγχολική περιπλάνηση των μεταγενέστερων Anathema και την συνθετική μανιέρα των μοντέρνων Rush… και και και…

Όσο κι αν μοιάζει ανώφελο και άδικο να ξεχωρίσει κανείς κορυφές στον ιδιαίτερο αυτό δίσκο, το “Culling the herd” είναι από τα μεγαλύτερα τραγούδια της χρονιάς… όμως αξίζει όλο το ταξίδι. Αν τελικά δεν γίνει το άλμπουμ που θα σημαδέψει ένα συγκεκριμένο μουσικό χώρο, σίγουρα θα δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες. Αξίζει να δώσει κανείς όσο χρόνο του περισσεύει.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 409 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…