LEPROUS: “Aphelion”

ALBUM

Είδος: Progressive rock/Metal
Εταιρεία: Inside Out Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Αυγούστου 2021

Η πρώτη υπόκωφη αντήχηση μοιάζει σαν ένας απόκοσμος συναγερμός: το καπάκι που αποκαλύπτει την επόμενη μέρα του κόκκινου ουρανού, ανοίγει αφήνοντας την αγωνιώδη φωνή του Einar να υπενθυμίσει την απεγνωσμένη αναζήτηση της εξόδου. Είναι γρήγορη όμως η διαπλάτυνση του “Running Low” σε μια σοφή σκυταλοδρομία ιδιωμάτων με συμφιλιωμένα αποτυπώματα: jazzy, νεοκλασικά, pop, όλα τα βέλη των Νορβηγών κυκλώνουν σωστά το κέντρο του στόχου.

Σαν το χέρι που υψώνεται να δείξει, περιμένουμε την επόμενη θέση τους και ο απόκρημνος βόρειος μουσικός φάρος τους είναι πια ορατός και διαθέσιμος σε κάθε κρίση.

Χωρίς να έχουν φοβηθεί στιγμή να κάνουν την εκφραστική ειλικρίνεια γέφυρα για νέους τόπους, συνεχίζουν σε έναν προοδευτισμό που περισσότερο από όλα ευαγγελίζεται την οικουμενικότητα της μουσικής. Έχοντας πάντα μπροστά τον άνθρωπο που έκανε τη φωνή του ακόμα ένα μουσικό όργανο, μάλλον τον βασικό αχθοφόρο που μεταφέρει τις πρωταγωνίστριες των μελωδιών, συνεχίζουν να ανοίγουν δημιουργικό δρόμο, με άλλους τρόπους αυτή τη φορά. Ο Einar, που και στο παρελθόν δεν φοβήθηκε ποτέ να εκτεθεί δημόσια, είναι ο πιο κατάλληλος να συνθέσει το εσωστρεφές κινηματογραφικό score αμέτρητων ανώνυμων ομοιοπαθών και μη. Ίσως αυτή τη φορά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για γενναίες αποφάσεις…

Οι μελωδικές του εξόδιες εκρήξεις συνεχίζουν να κυνηγούν την οριστική λύση από τον φόβο των προσωπικών σκιών, είναι επαναληπτική και στοχευμένη η εξέλιξη των κορυφώσεων αυτών που υποδηλώνει πως ο εκφραστής τους ανακαλύπτει πια περισσότερο φως συγκριτικά με το άμεσο παρελθόν.

Η ιδανική απόδοση χώρων στα αντίστοιχα χρώματα ήχων ή ακόμα και η πετυχημένη τους συνύπαρξη αλλού, από τη μια δυναμώνει τον χαρακτήρα, τον ρεαλισμό και την ένταση των συνθέσεων, από την άλλη αποδεικνύει μια εμπειρία ευστοχίας που μπορεί χωρίς ενοχές να στηρίζεται στην απογυμνωμένη λειτουργία της οικονομίας.
Η οικουμενική ικανότητα αυτών των χαμαιλεόντων θριαμβεύει στην έναρξη του “All The Moments” , όταν σαν πειραματικοί ταξιδιώτες από το μέλλον διαχειρίζονται μια αλλόκοτη bluesy περιγραφική εντύπωση με σπίθες από gospel και μετά σπρώχνουν το μέλλον του τραγουδιού σε μια διαδρομή όπου τα κοστούμια πέφτουν και αλλάζουν συνέχεια, με την ντελικάτη κρυμμένη ψυχή του ήρωα να ορμά προς την έξοδο. Και ο Einar έχει γίνει σημειολογικά εξαιρετικός χρησιμοποιώντας τη φωνή του σαν ένα φακό που παίζει με αυτά που σου δείχνει. Με όμορφη εμμονή σε επαναλήψεις και ομοιοκαταληξίες, ή γειτονικές φράσεις που μοιάζουν να μονομαχούν ερωταπαντώντας μεταξύ τους, κάνει το δικό του πατινάζ πάνω στο επιλεκτικό δάπεδο των ήχων και αφήνει υπέροχα το ίχνος του με ένα τέλειο παράδειγμα γι’ αυτό το “Have You Ever?”.

Μέσα σε αυτό το ψηφιδωτό εντυπώσεων που υποστηρίζονται από τις συνεργασίες των ήχων, το κλασικό δίπλα στο μοντέρνο, ο περίτεχνος πειραματικός ηλεκτρισμός που δοκιμάζει όλες τις πιθανές περιφρονημένες φωνές της κιθάρας δίπλα στη διαχρονική συνέπεια των πνευστών, κάποια στιγμή η επιμονή του συναισθήματος σε ξεγελά πως πηγαίνεις σε μονόπλευρη περιγραφή όπως στο συγκινητικό “The Shadow Side”. Tελικά ένα εξωτικό σόλο σε παίρνει από το χέρι και σε βγάζει άξαφνα αλλά αρμονικά από τη δύσκολη σκηνή.

Αν υπάρχει μια παγίδα με κινούμενη άμμο, ανάμεσα στα δέκα στιγμιότυπα του δίσκου, αυτό είναι το απόλυτο “On Hold”, ένα δραματικό ραντεβού των εγχόρδων με τη φωνή, σε μια από τις συγκλονιστικότερες, συγκινητικές και ομοιογενείς αφηγήσεις των 56 νέων λεπτών τους.

Σαν ένα σπουδαίο έργο που φροντίζει να συγκεντρώσει σταδιακά τους πρωταγωνιστές του στη σκηνή πριν την αυλαία, το πλήθος των μεταβολών, των δυναμικών, των συντονισμών και των φωνητικών αποχρώσεων στο “Nighttime Disguise” δημιουργεί μια υπερπληθωρική εντύπωση ενός τελευταίου αποχαιρετισμού που δεν χρειάζεται καν ένα τελευταίο βλέμμα πίσω. Μέσα στις συντεταγμένες του θα χωρέσουν και παλιότεροι ακροατές που θα συναντήσουν και τα πιο ακραία φωνητικά του Einar στο φινάλε του άλμπουμ.

Αν δικαιολογημένα η εξέλιξη των τελευταίων χρόνων έχει καταλογιστεί στον Einar, η πραγματικότητα είναι πως ο ίδιος απολαμβάνει την παρουσία μουσικών που έχουν μάθει τη σημασία της απαραίτητης λεπτομέρειας που είναι ξεχωριστή και διαφορετική σε κάθε τραγούδι. Η συμμετοχή ή η αναμονή του καθένα είναι ένα πραγματικό μάθημα σε μια εποχή που ένα μεγάλο μέρος της μουσικής στενάζει από συνοδευτικά στεγανά, πανομοιότυπους σκελετούς ρυθμικών και μια ηχητική καταιγίδα από κλισέ. Μαζί με την διαλογή των εντυπώσεων από τελείως διαφορετικούς χώρους, που σπρώχνουν τα τραγούδια τους σε μια ευγενικά πολύπλευρη ομοιογένεια, οι μουσικοί των Leprous μοιράζουν τους χρόνους τους και αφουγκράζονται την καρδιά και το πνεύμα του τραγουδιού. Κάπως έτσι πετυχαίνει το ριψοκίνδυνο και φιλόδοξο πείραμα της απόπειρας να παντρέψεις το avant garde με το εύκολο και φιλικό στο αυτί και να καταλήξουν σε ιδανική συγκατοίκηση.

Με τη σκιά του Βούδα με το μικρό παιδί στον ώμο του να έχει σηματοδοτήσει μια ολόκληρη νέα εποχή εκφραστικής ευρύτητας για τους ίδιους, το ακρωτήρι αυτό παραμένει ορατό από το σκάφος του “Aphelion”, αλλά οι Νορβηγοί συνεχίζουν να είναι κάποιοι που δεν θα κάνουν δεύτερη φορά τον ίδιο δίσκο. Οι διαφοροποιήσεις τους είναι πια λιγότερο προφανείς αλλά εξίσου σημαίνουσες, η εξέλιξη μοιάζει να σπρώχνει την παραγωγικότητα μιας ξεχωριστής καρδιάς με την εντολή ενός ευρηματικού και δεκτικού νου, και ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος για τα τόσο περιεκτικά κεφάλαια του δίσκου. Και πολύ γρήγορα θα αποκαλύψει το θαύμα του σε όποιον μείνει.

“Seven deadly sins”… απέναντι στη μετριότητα, όλα τους ως σήμερα.

Official website: http://www.leprous.net/
Facebook: https://www.facebook.com/leprousband

About Γιώργος Γεωργίου 524 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…