PALE OAKS: “I ‘ve Been Better…” EP

Το EP αυτό είναι το πρώτο πόνημα των Αθηναίων Pale Oaks οι οποίοι μας έχουν απασχολήσει στο παρελθόν – και σίγουρα θα μας απασχολήσουν στο μέλλον – υπό τη μορφή άλλων μπαντών που έχουν προηγηθεί αυτών (πουτάνα κοινωνία…).

Ο ιθύνων νους και κινητήρια δύναμη των Pale Oaks, Άκης Βογιατζής, έχει πλούσιο βιογραφικό, καθώς έχει διατελέσει κιθαρίστας σε μπάντες όπως οι βαριοί και ασήκωτοι For What is Worth, οι προχωρημένοι κι εκπατρισμένοι Coastline Observatory και οι αδικοχαμένοι, εκπληκτικοί, Satelights. Η ίδια η μπάντα έχει κάποια εμπειρία από live, καθώς, έχουν παίξει εντός και εκτός χώρας τα τελευταία δύο, περίπου, χρόνια.

Εξίσου εντυπωσιακοί είναι και οι συνεργάτες , που στρατολόγησε ο Βογιατζής, για να τον πλαισιώσουν στην προσπάθεια του: Ο ίδιος παίζει όλα τα όργανα στο παρόν, πλην των drums τα οποία ηχογραφήθηκαν από το Μανώλη Γιαννίκιο (Whereswilder, Night Knight), ενώ την ηχογράφηση και μίξη έχει  αναλάβει ο Αλεξ Κετεντζιάν, γνωστός για τις συνεργασίες του με τους Planet of Zeus και τους Despite Everything και το mastering έγινε από την Emily Lazar (Foo Fighters, Tegan and Sara, Touche Amore).

Στα επιμέρους στοιχεία, τώρα, οι PO πετυχαίνουν πράματα που ελάχιστες  στην Ελλάδα έχουν πετύχει. Η συγγενέστερη αυτήν τη στιγμή, αν και υπάρχει απόσταση μεταξύ των δύο, είναι οι Waλves, που έχουν την ίδια προοδευτική -με την ευρεία έννοια- προσέγγιση στη μεταμοντέρνα κιθαριστική μουσική, είτε είναι post hardcore είτε indie. Επίσης κατά νου έρχονται χαμένες μπάντες όπως οι Fingercrossed και οι No Balance (των οποίων ο drummer, Θοδωρής Βρανάς, παίζει ζωντανά με τους PO), αλλά, ίσως, η κοντινότερη είναι οι προηγηθέντες Satelights.

Ο Βογιατζής προσπαθεί, κατά μία έννοια, να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στο εμπορικό rock των Σκοτσέζων Biffy  Clyro και τα γκάζια των Jimmy Eat World  και Thrice δια μέσου της synth pop ευαισθησίας των Μ83 και Churches. Αν ακούγεται ακατόρθωτο, οι PO κατορθώνουν ήδη από την εναρκτήρια λούπα του θερμού καλωσορίσματος, “Drink and Share”, να εξαλείψουν οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κάνουν άριστα τη δουλειά τους και ότι κάπως έτσι θα έπρεπε να ακούγονται οι Angels and Airwaves του Tom Delonge, αν είχαν λίγα παραπάνω αρχίδια κι αν δεν ήθελαν, με τη σειρά τους, να αντιγράψουν αναίσχυντα την υπέρμετρα pop αισθητική των U2 κι, εν τέλει, να γράφουν ουσιώδη τραγούδια. Όχι ότι οι PO δεν έχουν μια ισχυρή  pop φλέβα, αλλά δεν ξεχνάνε και τις rock καταβολές τους.

Το “Snow” που ακολουθεί, με το σκερτσόζικο riff του, είναι αρκούντως groovy και αποδεικνύει ότι η μουσική των PO είναι πρωτίστως χορευτική, ενώ το “Thieves” αναμιγνύει επιτυχώς ισόποσες δόσεις χορευτικής μουσική βγαλμένης από ‘80s και των προαναφερθέντων post-hardcore μπαντών, πράγμα που κάνει σε ένα βαθμό και το γκαζωμένο αποχαιρετιστήριο “Disasters”, που θυμίζει indie εκδοχή των Ουαλών Funeral for a Friend (το synth στην εισαγωγή είναι το “Poison” του Alice Cooper;). To πραγματικό διαμάντι του δίσκου, όμως, είναι το άκρως ερωτικό (μάλλον) “Colors”, που στα 3,5 λεπτά κατορθώνει να σε περάσει από μια πλειάδα συναισθημάτων – σε ένα ούτως ή άλλως φορτισμένο συναισθηματικά και νοσταλγικό σύνολο – και στο τέλος να σου επιβάλλει να τραγουδήσεις τα χορωδιακά.

Μία εντυπωσιακά άρτια δουλειά από έμπειρους μουσικούς και σίγουρα ανάμεσα στις 3-4 μπάντες, όπως οι Whereswilder, Wαλves, One Leg Mary, που αναμένεται να σώσουν τον εγχώριο εναλλακτικό rock ήχο. Σίγουρα μια από τις κυκλοφορίες της χρονιάς.