ARCTIC MONKEYS

Arctic Monkeys.

Οι πιτσιρικάδες που εμφανίστηκαν out of nowhere το 2003, για να αναγεννήσουν το rock πριν καν να κυκλοφορήσουν δίσκο, το mega-group του “Do I wanna know?”, ή το όχημα των προσωπικών επιλογών του Alex Turner, με το crooning του τελευταίου album; Μάλλον είναι όλα αυτά μαζί, μια παρέα από το Sheffield, που ήρθε για να κατακτήσει τον κόσμο, και αν κρίνουμε από την σημερινή τους θέση στο μουσικό πάνθεον, τα κατάφερε παραπάνω από καλά.



Το ντεμπούτο τους, “Whatever people say I am, that’s what I’m not”, το 2006, χρειάστηκε μόλις μια εβδομάδα για να πουλήσει πάνω από 300.000 αντίτυπα, θέτοντας ένα ρεκόρ που κρατάει ακόμα, ενώ σάρωσε κάθε λογής βραβείο από τον μουσικό τύπο, τους κριτικούς και το κοινό. Και όχι άδικα. Όσο και αν οι Άγγλοι έχουν την τάση να προσπαθούν να ανακαλύψουν και να προωθήσουν βιαστικά με υπέρμετρο hype κάθε –ενδιαφέρον ή λιγότερο ενδιαφέρον- νέο γκρουπάκι, εδώ μιλάμε για δισκάρα.

Ένα ονειρεμένο ντεμπούτο, που πολλοί καλλιτέχνες θα παρακάλαγαν να διαθέτουν στην δισκογραφία τους. Με καταιγιστικά riff, τέρμα τα γκάζια στα τύμπανα, το rock πιάνει απ το χέρι το garage και το punk, ισοπεδώνοντας τα πάντα στο διάβα τους. Και ίσως να μην υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα δυο Νο1 singles “I bet you look good on the dancefloor” και “When the sun goes down”. Ηχητικοί οδοστρωτήρες, φτιαγμένοι για να κάνουν τον κόσμο να κοπανιέται δίχως αύριο.



Πριν καν κυκλοφορήσει αυτό το δαιμονισμένο ντεμπούτο, οι Arctic Monkeys, είχαν κατακτήσει ίσως άλλη μια πρωτιά. Μέσω του site τους στο Myspace (αλήθεια να υπάρχει ακόμα αυτό?), και μιας συλλογής από demos που είχαν ηχογραφήσει και κυκλοφορούσε δωρεάν στο internet και από χέρι σε χέρι, το όνομα τους συζητιόταν έντονα στους κύκλους των μουσικόφιλων. Μετά δε από μια εμφάνιση τους στην μικρή σκηνή του Reading festival, αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους με φανατικό κοινό, χωρίς καν να έχουν επίσημη κυκλοφορία.

Σήμερα ίσως να είναι πλέον συνηθισμένο ότι όλα αρχίζουν μέσω του διαδικτύου, το 2002 όμως, όταν οι Alex Turner, Matt Headers, Jamie Cook και Andy Nickolson δημιουργούσαν τους arctic, η προώθηση των γκρουπ γινόταν με πιο παραδοσιακά μέσα, με την αναγνωρισιμότητα που κέρδισαν αυτοί μέσω του internet, να ξεκινάει να αλλάζει σιγά σιγά τον τρόπο που ο κόσμος ανακάλυπτε νέα μουσική.



Η δισκογραφική τους συνέχεια ήρθε το 2007, με το “Favourite worst nightmare”. Και αποτινάσσοντας το βάρος της τεράστιας επιτυχίας του προηγούμενου δίσκου, που έχει λυγίσει ουκ ολίγες μπάντες, σαν να μην υπήρξε ποτέ, νέα όπλα βγαίνουν από την φαρέτρα του Turner και της παρέας του. Ακόμη πιο σκληρό και γρήγορο κάποιες φορές (Brianstorm), πιο ατμοσφαιρικό άλλες, με την rhythm section να δίνει ρέστα, το “fluorescent adolescent” να μυρίζει 60s και το “505”, ίσως το πιο ερωτικό κομμάτι που έγραψαν ποτέ, σε μια λίγο πιο γυαλισμένη παραγωγή, κατακτά εύκολα την κορυφή των charts.

Ακολουθεί το “Humbug”, το 2009. Ηχογραφημένο στις ΗΠΑ, με τον Josh Homme στην παραγωγή, απ’ την μια δεν καταφέρνει να είναι καλύτερο από τους προκατόχους του, απ’ την άλλη όμως δεν απογοητεύει και μας παρουσιάζει μια πιο διευρυμένη εκδοχή των Arctic Monkeys. Με τα keyboards να αποτελούν πλέον βασικό μέλος των συνθέσεων και διάφορα  νέα όργανα να προστίθενται, το συγκρότημα δείχνει την διάθεση του να ταράζει διαρκώς τα νερά στα οποία κινείται και να μην φοβάται να εξερευνήσει νέους δρόμους.



Σταθεροί στο δισκογραφικό τους ραντεβού, μετά από 2 χρόνια (2011)κυκλοφορούν το “Suck it and see”. Ο ήχος κινείται σε λίγο πιο pop μονοπάτια, με την βρώμια και την σκοτεινή αίσθηση του ήχου των πρώτων album να αρχίζει να απομακρύνεται λίγο. Άλλο ένα Νο 1, κι άλλες headline εμφανίσεις σε Glastonbury και λοιπά παγκόσμια φεστιβάλ, και οι Arctic Monkeys θεωρούνται πλέον το μεγαλύτερο Βρετανικό γκρουπ. Κι όμως, η απολυτή κορύφωση δεν είχε έρθει ακόμα. Ταράζουν τα νερά δεν είπαμε πιο πάνω; Το 2013, το τσουνάμι που ακούει στο όνομα “ΑΜ”, πλημμυρίζει  τον κόσμο ολόκληρο. Με το “Do I wanna know”, να αποτελεί ένα από τα πιο παιγμένα τραγούδια σε ερτζιανά και μπαράκια της χώρας μας, τους μαθαίνει και το μη rock κοινό (με τα καλά και κακά που μπορεί να σημαίνει αυτό).

Μετά την πατρίδα τους, υποκλίνεται σε αυτούς και η Αμερική, όπως και κάμποσες άλλες χώρες του κόσμου, φέρνοντας αμέτρητες διακρίσεις και βραβεία. Ένας δίσκος που θα θεωρείται σίγουρα κλασσικός στο μέλλον, με το riff του “R U Mine” να δεσπόζει, με arabella, με knee socks, με Why’d you only call me when you’re high, με, με, με….. Ακόμη και το εξώφυλλο αποτελεί ένα minimal αριστούργημα (θυμίζοντας μου το unknown pleasures σε αισθητική). Η έμπνευση του Turner, αντλούμενη από μια ασύλληπτη γκάμα μουσικών ειδών και καλλιτεχνών, από τον Bowie και τους Velvet Underground μέχρι την hip hop του σήμερα, βρίσκεται στο απόγειο της και ο δίσκος αποτελεί μάλλον το masterpiece της δισκογραφίας τους.



Μετά από την πενταετή παγκόσμια αναμονή για νέο δίσκο, φέτος μας παρέδωσαν το “Tranquility base hotel”. Με μία τεράστια στροφή στον ήχο τους, ξένισε πολλούς παλιούς fans (και εμένα μαζί), αλλά ίσως να προσελκύσει νέους κοντά τους. Σε πολύ πιο χαλαρούς ρυθμούς, με έναν Turner να δείχνει την λατρεία του στο crooning, ο δίσκος συνθετικά είναι γραμμένος πάνω από ένα πιάνο και όχι με βάση τις κιθάρες, σε πολύ πιο χαλαρούς ρυθμούς. Μην ξεγελιέστε όμως. Σίγουρα ο ερωτισμός του τελευταίου δίσκου θα είναι παρών στο επερχόμενο live, το setlist όμως αποτελείται από υλικό από όλη τη δισκογραφία τους. Άρα ετοιμαστείτε για μεγάλες στιγμές…