JUDAS PRIEST: “Sad Wings Of Destiny”

Σωτήριον έτος 1988, location (που λένε και τα socials) Πτολεμαΐδα, σε μια μονοκατοικία από αυτές τις παλιές, με τις σιδερένιες εξώπορτες, με την αυλή να έχει γίνει ζούγκλα από την ανεξέλεγκτη βλάστηση, εγκαταλελειμμένη από καιρό.

“Λοιπόν, έτοιμοι μάγκες; Από ΛΑ είπαμε, ναι;”
“Τι παίζουμε τώρα είπαμε;”
“Judas Priest ρε, το “Victim of Changes”, έτσι, για να ζεσταθούμε κιόλας!”
“Οκ, βάρα μπαγκέτα στο πιατίνι, με το 3-4 ξεκινάμε…”



…τρείς πιτσιρικάδες σε ένα δωμάτιο επενδεδυμένο με αυγοθήκες για μόνωση, κρατώντας όργανα στα χέρια. Ο Μήτσος με τη Fender του, ο Πέτρος πίσω από το υποτυπώδες drumkit, ο υποφαινόμενος με ένα μπλε Aria Pro μπάσο (όχι δικό του, δανεισμένο) ξεκινούν την πρόβα τους, μια “τελετουργία” που για κάποιο παράδοξο λόγο λειτουργούσε ως ναρκωτική ουσία απορροφώντας όλη την υπόλοιπη ισχύ του εγκεφάλου τους για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε. Έννοιες όπως “σχολείο”, “γονείς”, “κορίτσια” περνούσαν σε δεύτερη μοίρα, ω ναι, όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν και φάνταζαν εντελώς κενά, αδύναμα να αντιπαραταχθούν μπροστά στην ολική έκλειψη από το πρώτο “ανοιχτό” ακόρντο, την πρώτη κενή νότα στο μπάσο που σου γαργαλούσε τις τρίχες της οπίσθιας οπής, το πρώτο ρολάρισμα στα τύμπανα. Μια αδιόρατη δύναμη που προσέλκυσε χιλιάδες τέτοιες παρέες να πράττουν το ίδιο σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης μας. 



Αυτή τη δύναμη που λειτουργούσε και ως αίτιο και ως αποτέλεσμα ταυτόχρονα, η ιστορία την βάφτισε ως “heavy metal”, δυο λέξεις οι οποίες δηλώνουν την πιο εκκωφαντική, την πιο δυναμική έκφραση που μπορούσε να έχει η μουσική μέσω του distortion, της παραμόρφωσης του ήχου της ηλεκτρικής κιθάρας. Ένα ανθρωποδυναμικό φαινόμενο που σαν μεταδοτική ασθένεια “προσέβαλλε” εκατομμύρια ανάλογους πιτσιρικάδες, δημιουργώντας ένα κίνημα το οποίο επιζεί ακμαιότατο ακόμη και στη σύγχρονη μας εποχή, περικλείοντας πέρα της μουσικής του οντότητας κάτι άλλο πιο σημαντικό, μια ολόκληρη φιλοσοφία αντίληψης και αντιμετώπισης της ζωής.

Αν οι Black Sabbath δημιούργησαν την πιο βαριά (heavy) μορφή μουσικής που είχε ακουστεί ποτέ στον πλανήτη τον Φεβρουάριο του 1970, όταν και ωσάν άλλο big bang κυκλοφόρησε ο θεμέλιος λίθος αυτής της μουσικής, το ομότιτλο album τους “Black Sabbath”, αναμφίβολα οι Judas Priest είναι το συγκρότημα που όρισε την έννοια “heavy metal” πληρέστερα όσο καμία άλλη, παρουσιάζοντας μια πρωτοφανή έκφανση του “rock” που από μόνο του λειτουργούσε ως το αντίπαλο δέος οποιασδήποτε πουριτανικής / “καθαρής” ορθολογιστικής σκέψης στη μεταπολεμική Ευρώπη και Αμερική.



Θέτοντας κάποια ιστορικά στοιχεία, θα ξεκινήσω με τους Freight, ένα σχήμα που δημιουργήθηκε το 1969 στο Birmingham από δυο συμμαθητές, τον κιθαρίστα Kenneth “K.K.” Downing και τον μπασίστα Ian Hill. Βρήκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τον John Ellis πίσω από τα drums. Τον ίδιο καιρό μια μπάντα με το όνομα Judas Priest διαλύθηκε. Τραγουδιστής της ήταν ο  Al Atkins και καθώς έμεινε χωρίς δουλειά, δέχτηκε να συνεργαστεί με τους Κ.Κ. και Hill και έχοντας διαθέσιμο το όνομα της πρώην μπάντας του, οι Freight μετονομάζονται σε Judas Priest, ηχογραφούν ένα demo και ανοίγουν κάποιες συναυλίες για τους (τεράστιους τότε) Budgie και Slade. Αυτή είναι και η απαρχή των Judas Priest.

Καθώς ο καιρός περνούσε, οι Priest δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν σταθερό line up. Το κύριο πρόβλημα ήταν η πολύ συχνή αλλαγή μελών πίσω από τα drums, ενώ το 1973 έφυγε και ο Al Atkins. Το ίδιο έκανε και ο drummer Chris Campbell (ο οποίος αντικατέστησε τον Alan Moore αλλά στη συνέχεια θεώρησε ότι η μπάντα δεν έχει μέλλον) και οι Judas Priest έφθασαν στο σημείο να διαλύθουν πριν καν συγκροτηθούν!



Τότε ήταν η στιγμή που η κοπέλα του μπασίστα Ian Hill, Sue Halford, υπέδειξε τον αδερφό της για τραγουδιστή. Ο Rob Halford ο οποίος τραγουδούσε σε ένα σχήμα που λεγόταν Hiroshima, ενώθηκε με τους K.K. και Hill φέρνοντας μαζί του και τον drummer των Hiroshima John Hinch. To line up ολοκληρώθηκε το 1974 όταν ο κιθαρίστας Glenn Tipton άφησε τους  Flying Hat Band και προσλήφθηκε για τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα στους Priest. Τα πράγματα άρχισαν να κυλούν ξανά και με αυτήν τη σύνθεση οι Priest μπαίνουν στο studio για να ηχογραφήσουν το debut τους, “Rocka Rolla”, για την εταιρία Gull records. Το budget της εταιρίας ήταν μηδαμινό αλλά οι Judas Priest έχοντας ένα (αξιόλογο για τα δεδομένα) δίσκο στα χέρια τους, αρχίζουν να παρουσιάζουν τη μουσική τους σε live στη γύρω του Birmingham περιοχή και κατόπιν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αγγλίας. Φτάνοντας στο 1976 και έχοντας αποκτήσει μια σχετική φήμη γύρω από το όνομά τους, οι Priest είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα τους. Μέσω της Gull για μια ακόμη φορά, ηχογραφούν δυο singles, τα “Tyrant” και “The Ripper”, και μπαίνουν στο studio για να γράψουν το νέο τους album. Και τι album…!

Το “Sad Wings Of Destiny” μπορείς κάλλιστα να το θεωρήσεις επαναστατική πράξη σε σχέση με ό,τι είχε ακούσει ο κόσμος μέχρι τότε, ένα ολοκληρωμένο αριστούργημα της τέχνης που έθεσε νέα δεδομένα και ορίζοντες και προτυποποίησε μια για πάντα αυτό το “νέο φρούτο”. Μια πιστοποίηση που είχε ως αφετηρία τον πολύ σκληρό ήχο στις κιθάρες, τις επιρροές από την κλασσική μουσική μέσω πολλών λεπτεπίλεπτων piano θεμάτων, το ογκώδες rhythm section και με αιχμή της το φαινόμενο που ονομάζεται Rob Halford, το λαρύγγι του οποίου άλλαξε μια για πάντα τον τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης της σκληρής μουσικής.



Αν και στο οπισθόφυλλο του βινυλίου της Gull αναγράφεται αντίστροφα η track list του δίσκου, με την πρώτη πλευρά να “βαφτίζεται” δεύτερη, το πρώτο κομμάτι που συναντά η βελόνα του pick-up είναι το έπος “Victim Of Changes”, ένα σχεδόν οκτάλεπτο έπος που και μόνο του να είχε κυκλοφορήσει στο δίσκο θα άξιζε τη θέση του στην αθανασία. Sabbath-ικό υπόβαθρο στη δομή του τραγουδιού και τον Halford να τραγουδά με ασυνήθιστο, αλλοπρόσαλλο τρόπο, περνώντας από διακυμάνσεις έκφρασης, από τσιρίδες σε λυρικές απαγγελίες των στίχων, καταπληκτικά solos και γέφυρες που οδηγούν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ρεφρέν που επέδειξε ποτέ η μεταλλική μουσική ιστορία. Μια σύνθεση που σε μεγάλο ποσοστό ανήκει στον Al Atkins αλλά που η μεταφορά του από τους υπόλοιπους Priest έγινε υποδειγματικά.

Για το “The Ripper” του Glenn Tipton τι να πει κανείς; Ένα τραγούδι το οποίο ίσως και να αποτελεί τη σφραγίδα της έννοιας “heavy metal”, εμπεριέχοντας όλα μα όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της μουσικής. Δύναμη, πάθος, στακάτες κιθάρες που επιφέρουν το headbanging, μια σωματική συνέπεια που μόνο αυτή η μουσική φέρει. Συγκλονιστικός ο Tipton (δεν υπάρχει κιθαρίστας που να πιάνει την κιθάρα του πιο ερωτικά, σαν να έχει αγκαλιά τη γυναίκα της ζωής του, πράγμα που είναι και το πιο πιθανό), εμπνευσμένα solos και ένας λυρισμός ο οποίος είναι διάχυτος στο δίσκο αποδεικνύοντας ότι είναι αναπόσπαστο δομικό στοιχείο της μουσικής, όσο σκληρή κι αν είναι αυτή. Κάτι που διατρανώνεται με το εκπληκτικό ακουστικό “Dreamer Deceiver”, μια μπαλάντα στην οποία ο Halford ίπταται σε όρια που κανένα άλλο λαρύγγι δεν είχε προσεγγίσει, με στίχους που παντρεύουν την ποίηση με τα καθημερινά θέματα του μέσου ανθρώπου δίνοντας αξιωματικές αρχές για κάθε εν δυνάμει ακόλουθο, μετατρέποντας τις νότες σε φιλοσοφία. Ένα κομμάτι που λειτουργεί ως intro για το “Deceiver” (που επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως επίλογος του προηγούμενου), με το χαρακτηριστικό του riff / επιτομή της heavy metal riff-ολογίας – όταν λέμε “γκα ρα γκα γκα”, αυτό ακριβώς εννοούμε, για να σου το αποδώσω με γράμματα.



Η πιο αγαπημένη μου σύνθεση, ένα τραγούδι που θα με συνεπαίρνει μέχρι τη στιγμή που τα νεύρα μου θα πάψουν να αντιδρούν με το περιβάλλον, είναι το “Tyrant”, η γέννηση του progressive metal για τον γράφοντα και από τις σπουδαιότερες συνθέσεις που έχουν γραφτεί ποτέ από καταβολής του ηλεκτρισμού. Intro με το “Prelude”, μια δίλεπτη σουίτα για πιάνο και κιθάρα με έντεχνα δυσαρμονικό τέλος και απότομη έναρξη του “Tyrant” με ένα από τα σπουδαιότερα riffs που γράφτηκαν ποτέ, τρομερές μεταβολές στις συναισθηματικές του στάθμες από μια πανέξυπνη ακολουθία solos που λειτουργούν σαν αυτόνομες συνθέσεις μέσα στο τραγούδι, καταπληκτικό ρεφρέν που θέλεις να το τραγουδάς μέχρι να σβήσει ο ήλιος και ένας επίλογος που δημιούργησε όλη τη σχολή των υψίφωνων τραγουδιστών που απετέλεσε αυτό που λέμε “power metal”. Τραγούδι – τατουάζ στην ψυχή (αυτά προτιμά ο γράφων, που ό,τι θέλει να χαράξει μόνιμα, αυτό το κάνει στην ψυχή του και όχι στο καθαρό δερματάκι του).

Το “Genocide” είναι η πιο “hard rock” στιγμή του “Sad Wings Of Destiny”, ένα αμερικανοπρεπές mid tempo τραγούδι, από αυτά που έχεις συνοδεία ένα καφάσι μπίρες δίπλα σου και αδειάζεις μπουκαλάκια. Με δομή παρόμοια των θεών του boogie rock AC/DC, το “Genocide” αποτελεί άλλη μια απολαυστική στιγμή, καθαρά ψυχαγωγική μουσική χωρίς αποπροσανατολισμούς. Ένα στακάτο κομμάτι που διασταυρώνει την απλότητα των Bad Company με την τεχνοτροπία του Jimmy Page στις κιθάρες, κάτι που διαφαίνεται ολοκάθαρα στον επίλογό του, που κάλλιστα θα μπορούσε να αναγνωριστεί σε δουλειές των Led Zeppelin.

Με το “Epitaph” αποστεγανοποιείται εκ νέου η χρήση του piano ως φυσικό όργανο του rock, κάτι που μόνο οι Queen απέδωσαν τόσο άριστα στο ίδιο πλαίσιο. Εξαιρετική σύνθεση στην οποία εκτός από τη μελωδικότητα του κυρίως θέματός του, ακούμε τον Halford να πλήττει ολόκληρο το καθεστώς  “ορθολογισμού” με την ερμηνεία των φωνητικών γραμμών του, προσδίδοντας αυτό το στοιχείο της “αλλοφροσύνης” με έναν απαράμιλλο θεατρικό τόνο στην ερμηνεία. Αποδεικνύει ότι δεν είναι απλά η “φωνή” μιας μπάντας, αλλά μια ακόμη βασική συνθετική συνιστώσα, κάτι που ολοκληρώνεται με το “Island Of Domination”, ένα ακόμη σύνολο κιθαριστικών και φωνητικών layer, με αλλεπάλληλες εναλλαγές φράσεων που οδηγούν σε έναν τρελαμένο σαματατζίδικο επίλογο, ο οποίος είναι και αυτός που κλείνει αυτή τη δισκάρα.



Αυτά που ακολούθησαν του “Sad Wings Of Destiny” είναι λίγο πολύ γνωστά στους φίλους metallers. Η βιομηχανία “μυρίστηκε” την κότα με τα χρυσά αυγά στο πρόσωπο των Priest και η CBS, δίνοντας το ποσό των 60.000 στερλινών (ποσό υπέρογκο για τα δεδομένα της εποχής) τους υπέγραψε, αλλάζοντας το μέλλον τους εν μια νυκτί. Από τότε, οι Judas Priest δεν σταμάτησαν να δημιουργούν επίσης τεράστιες δουλειές, δίσκοι που απετέλεσαν αυτόνομες σχολές για όλο το φάσμα του heavy metal, επιρροή εσαεί αυτού του θαυμαστού μουσικού είδους που όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που συγκινούνται με την ηλεκτρική φύση της Τέχνης, θα επιζεί.
 
…η πρόβα τελείωσε, ακάπνιστα τσιγάρα στα τασάκια πάνω στους ενισχυτές, κουτάκια μπίρας εδώ κι εκεί… κλείνουν την πόρτα πίσω τους και βιαστικά πάνε να βρουν την παρέα τους με παροιμιώδη ανυπομονησία… ο λόγος; “Ρε σεις, βγάλαμε το “Victim of Changes”! Βγάλαμε το Victim of Changes”!!! Πάμε, πάμε να το πούμε στους άλλους, θα τρελαθούν οι μαλάκες, κουνηθείτε!”…

…Οι πιτσιρικάδες, έγιναν ολόκληροι άντρες, χώθηκαν για τα καλά στην, “τρομακτική” κάποτε, μέση ηλικία. Κάποιοι από αυτούς “σοβαρεύτηκαν”, έκαναν οικογένειες, ζουν την “κανονική” ζωή. Αλλά κάποιοι άλλοι, απλά δεν μπόρεσαν να ξεχάσουν όλες αυτές τις παρελθοντικές αλλά επανεμφανιζόμενες (και όλο και πιο high definitioned όσο περνάει ο καιρός, άλλο “τρελό” πάλι κι αυτό) εικόνες, αυτά τα αλλοτινών καιρών gifάκια τα οποία κάθε φορά που πιέζεται το play, διαστέλλουν τα χείλη, μουσκεύουν τα μάτια, σφίγγουν το στομάχι και σκιρτούν την καρδιά. Ολικές επαναφορές που μόνο οι Marty McFly που απέμειναν σε κουνιστές καρέκλες να κοιτούν τα ηλιοβασιλέματα μπορούν να νιώσουν. Ζήτω το heavy metal, να περνάτε καλά και λοβ όνλι.



(για την Ντίνα, ένα ποίημα με πόδια)

Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευθεί αρχικά στη στήλη “Σκάσε και Άκου” του έντυπου περιοδικού Retroplanet.

http://www.retroplanet.gr/
https://www.facebook.com/retroplanetmag/?fref=ts

Ιορδάνης Κιουρτσίδης
About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 875 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.