THEO PRASIDIS

Η ένατη τέχνη, αυτή των comics, είναι ένα συχνά παραγκωνισμένο και παραγνωρισμένο κομμάτι των καλών τεχνών. Και ιδίως στη χώρα μας.

Αν και τα τελευταία λίγα χρόνια αρχίζει να διαφαίνεται μια μικρή πλην σημαντική βελτίωση αυτής της κατάστασης. Σίγουρα βοηθητικό ρόλο παίζει το διαδίκτυο και η ευρύτερη διάδοση της ποπ κουλτούρας, αλλά και η “ανοιχτομυαλιά” ενδεχομένως των νεότερων γενεών. Όπως και να ‘χει, ευτυχώς συμβαίνει.

Ο σκοπός όμως αυτών εδώ των παραγράφων δεν είναι μια μελέτη πάνω στα comics (όσο ωραία κι αν θα ήταν αυτό – καλό είναι βέβαια να γίνει από κάποιον πιο ειδικό), αλλά ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν Έλληνα συγγραφέα comics, τον Θοδωρή Πρασίδη. Ενεργός επισήμως στον χώρο τα τελευταία 6-7 χρόνια, έχει καταφέρει να κυκλοφορήσουν δουλειές του από σημαντικές στο είδος αμερικανικές εταιρείες και να τραβήξει την προσοχή προς το μέρος του, προκαλώντας αίσθηση με τον τρόπο που στήνει τις ιστορίες του και με τις θεματικές που συνδυάζει, ενώ καταφέρενι να διατηρεί έναν προσωπικό χαρακτήρα και κάνει σαφές ότι πρώτα είναι ο ίδιος λάτρης και fan του είδους και έπειτα επαγγελματίας συγγραφέας. Ας πάμε λοιπόν να δούμε τη δουλειά του χρονολογικά.

Πρώτη κυκλοφορία του Θοδωρή, σε συνεργασία με τον Ολλανδό illustrator Maarten Donders, είναι το The Doomster’s Monolithic Pocket Alphabet και είναι αυτό ακριβώς που περιγράφει ο τίτλος του: ένα αλφαβητάρι τσέπης για doomάδες! Πόσο καλό;; Κι όμως.

Πρόκειται για ένα 64-σέλιδο hard-cover βιβλιαράκι μικρού μεγέθους (εξ ου και «τσέπης») που ασχολείται με μια θεματική για κάθε γράμμα της αλφαβήτου που έχει να κάνει με το Doom Metal και όλα τα σχετικά αντίστοιχα παρακλάδια του σκληρού ήχου, που ο Θοδωρής και ο Maarten τόσο πολύ αγαπάνε. Τα κείμενα είναι πανέξυπνα και πνευματώδη και η εικονογράφηση δεν θα γινόταν περισσότερο ταιριαστή. Μια απολαυστική διέγερση για τα μάτια και το μυαλό. Ενισχυτές, bong, τραγιά, κάσες, ζωντανά έντονα χρώματα. Ένας φόρος τιμής στο Riff (τη μόνη αληθινή θρησκεία) και σε όλες τις υπόλοιπες απόκοσμες απολαύσεις που το Doom απλόχερα μας προσφέρει. Κυκλοφόρησε από τη βαρυσήμαντη Image Comics τον Νοέμβριο του 2017.

Η επόμενη δουλειά του Θοδωρή είναι μια comic book series, που είναι ακόμα σε εξέλιξη, και αποτελείται από πέντε τεύχη, το Swamp Dogs: House Of Crows. Η κυκλοφορία του πρώτου τεύχους έγινε τον Οκτώβρη 2021 από την αμερικανική εταιρεία Black Caravan. Αυτή τη φορά ο Θοδωρής έχει και συνοδοιπόρο στο συγγραφικό του έργο, τον J.M. Brandt, ενώ το αισθητικό κομμάτι αναλαμβάνουν οι Kewber Baal (σχέδιο), Ruth Redmond (χρωματισμός), Steve Wands (γραμματοσειρές) και Robert Sammelin (εξώφυλλα). Πρόκειται για μια ιστορία που λαμβάνει χώρα στον Νότο των ΗΠΑ, με αρκετούς εμπλεκόμενους χαρακτήρες, με πολλές έντονες διαφορές αλλά και συνάμα πολλά κοινά πατήματα, και έναν τελείως ξέφρενο ρυθμό. Ακολουθούμε τις δύο πρωταγωνίστριες, Ayana & Violet, μαζί με μια παρέα φίλων μουσικών, σε μια μακάβρια περιπέτεια μέσα από στοιχειωμένα σπίτια, βάλτους, νεκροταφεία και… ορδές Απέθαντων! Πρόκειται για τον πνευματικό διάδοχο horror και exploitation ταινιών προηγούμενων δεκαετιών (ειδικά 70s και 80s), με όμως απόλυτα contemporary ύφος, που καθηλώνει με την ανάπτυξη της πλοκής και των χαρακτήρων του.

Επόμενη και τελευταία ως σήμερα δουλειά του Θοδωρή Πρασίδη είναι το επικό Black Mass Rising, που κυκλοφόρησε από την TKO Studios τον Μάρτιο του 2022. Πρόκειται για μια ιστορία που ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της κλασικής ιστορίας του Κόμη Δράκουλα του Bram Stoker, βγαλμένη από το μυαλό του Θοδωρή. Τοποθετημένη στην Τρανσυλβανία, ένα χρόνο μετά του θάνατο του νοσηρού Κόμη, όπου οι χωρικοί κάτοικοι της περιοχής τολμούν πλέον να σκέφτονται ένα πιο όμορφο και ελπιδοφόρο μέλλον. Ή μήπως βιάζονται; Ακολουθούμε την ντόπια νεαρή Αουρέλια, μαζί με έναν μυστηριώδη Θεραπευτή, στο τρομακτικό τους ταξίδι για να βρουν και να αντιμετωπίσουν την πηγή του Κακού που φαίνεται πως δεν έχει φύγει για τα καλά από την κόσμο τους. Μια δραματική και αγωνιώδης περιπέτεια, έντονα συναισθηματική, μεγαλόπρεπη και πολυεπίπεδη, με μια αφήγηση που καθηλώνει. Το illustration το έχει αναλάβει η Jodie Muir, η οποία καταφέρνει να δώσει έναν απίστευτά αριστοκρατικό και κινηματογραφικό χαρακτήρα στο έργο, ενώ τις γραμματοσειρές επιμελήθηκε ο Hassan Otsmane-Elhaou. Δεν μιλάμε απλά για έναν φόρο τιμής αλλά για κάτι γνήσια πολύ περισσότερο.

Σε αυτό, αλλά και σε όλες τις προηγούμενες δουλειές του Θοδωρή, είναι πολύ εμφανές ότι η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για τον ίδιο ως πηγή έμπνευσης αλλά και βοήθημα κατά τη συγγραφή. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που διαβάζοντας τα comics του, μου ήρθαν στο μυαλό τραγούδια ή μπάντες. Είναι σχεδόν σαν να ακούς τη μουσική στο μυαλό σου καθώς διαβάζεις. Εξάλλου και ο ίδιος ποτέ δεν αρνήθηκε ότι όντως έτσι είναι, ενώ στο παρελθόν έχει προσωπική ενασχόληση με μουσικά δρώμενα, όπως διοργάνωση φεστιβάλ και κυκλοφορίες δίσκων.
Το πολύ ενδιαφέρον έργο αυτού του νέου συντοπίτη μας δημιουργού, σε συνδυασμό με την αγάπη του για τον σκληρό ήχο και τα πέριξ αυτού, ήταν αρκετή αφορμή για να τον αναζητήσω και να επιδιώξω να κουβεντιάσουμε για όλα αυτά και μερικά ακόμα. Ευτυχώς δέχτηκε. Απολαύστε ανεύθυνα.

-Γεια σου Θοδωρή. Χαίρομαι πάρα πολύ για αυτή την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε. Αρχικά, πώς είσαι; Σε τί φάση σε πετυχαίνουμε;
Γεια σου ρε Δημήτρη! Η χαρά είναι όλη δική μου. Με πετυχαίνεις σε αυτή την φάση της θαλπωρής των Χριστουγέννων, όπου όλα είναι κάπως θολά και δεν είσαι σίγουρος τι μέρα είναι, ποιο ήταν το τελευταίο πράγμα που έφαγες, ή ποιος είσαι. Οπότε είμαι μια χαρά.

-Comic book writer. Πως προέκυψε αυτό; Αυθόρμητα ή το είχες σχεδιασμένο μέσα σου με κάποιο τρόπο;
Κοίτα, πάντα αγαπούσα τις ιστορίες. Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι να ζω κάπου ανάμεσα στους πανέμορφους παραμυθένιους κόσμους του Tony Wolf, και τις παντελώς αλλόκοτες αφηγήσεις βίων Αγίων της Ορθοδοξίας από την γιαγιά μου, που άγγιζαν οριακά το horror. Μετά μπήκε στην ζωή μου το σινεμά, Μπάρτον, Σπίλμπεργκ, Κουροσάβα κτλ., κι έπειτα, στην εφηβεία πια, τα παιχνίδια ρόλων, το heavy metal, και φυσικά, ο Τόλκιν. Και ξέρεις τι γίνεται, κάποια στιγμή η επιθυμία σου να ακούς ιστορίες γίνεται κάπως ανάγκη να πεις τις δικές σου. Οπότε παρόλο που ασχολήθηκα με διάφορα πράγματα στην ζωή μου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα κατέληγα σε αυτό. Το γεγονός ότι προς το παρόν μου έχει κάτσει η μορφή των κόμικς είναι εντελώς συμπτωματικό.

-Έχεις ήδη κάποιες δουλειές που έχουν εκδοθεί. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη χρονικά που είναι το The Doomster’s Monolithic Pocket Alphabet και είναι αυτό που λέει ο τίτλος του, σωστά; Το Αλφαβητάρι του Doomά! Και μάλιστα κυκλοφόρησε από την Image Comics. Πες μας λίγα λόγια για αυτό.
To Doomster’s είναι που λες μία ατόφια παραδοξότητα, ένα σκληρόδετο βιβλιαράκι τσέπης για την doom metal, που έχει όμως την μορφή ενός χαριτωμένου παιδικού αλφαβήτου με εικόνες. Μιλάμε δηλαδή για κάτι που φαινομενικά απευθύνεται σε τόσο niche κοινό, που ακόμη και σήμερα απορώ πώς εκδόθηκε. Για μένα ήταν ένα love letter στην stoner/doom κοινότητα, μια ευκαιρία να παίξω με τα κλισέ και τα inside jokes μιας υποκουλτούρας στην οποία ήμουν ενεργό μέλος για κάποια χρόνια λόγω Fuzztastic Planet Festival. Επέλεξα για εικονογράφο τον Ολλανδό Maarten Donders, που ήταν ένας από τους αγαπημένους μου της σκηνής αλλά δεν είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί του μέσω του φεστιβάλ, και αρχίσαμε να το δουλεύουμε, με την φιλοδοξία να το κάνουμε μια αυτοέκδοση και να το πουλάμε σε διάφορα μουσικά φεστιβάλ. Μέχρι που μια βραδιά, ενώ διάβαζα το Saga της Image, μου ‘ρθε να βάλω ότι υλικό έχω μέσα σ’ ένα email, και να τους το στείλω, έτσι για πλάκα. Μετά από είκοσι λεπτά μου απαντάει ο εκδότης της Image ότι ναι, το γουστάρω αυτό το πράγμα και θέλω να το βγάλω.

-Προσωπικά το θεωρώ ένα πάρα πολύ όμορφο και τσαχπίνικο μικρό βιβλιαράκι που έχει θέση στο ράφι κάθε μερακλή χεβιμεταλλά!
Να ‘σαι καλά! Ναι, το βλέπω αυτό και στα cons που πηγαίνω. Ακόμα και τώρα τραβάει τα βλέμματα. Λίγο το μικρό του μέγεθος, λίγο το ψαρωτικό εξώφυλλο με το μωβ διαόλι του Maarten. Όλοι όσοι περνάνε από τον πάγκο μου έχουν έναν φίλο για τον οποίο θα ήταν το τέλειο δώρο!

-Μετά προχωράμε στο Swamp Dogs: House Of Crows που είναι ένα comic book series, αρκετά διαφορετικό δηλαδή από το προηγούμενο. Έχουν ήδη κυκλοφορήσει κάποια τεύχη και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο 2023 απ’ ότι καταλαβαίνω.
Σωστά. Το Swamp Dogs, ενώ ξεκίνησε δυνατά τον Οκτώβρη του ‘21, και κανονικά θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τώρα, χτυπήθηκε από μια ατυχία, είχε ο artist μας μια δύσκολη περιπέτεια με την υγεία του, κι έμεινε πίσω. Όντως, το πλάνο είναι να κυκλοφορήσουν μέσα στην χρονιά τα δυο τεύχη που εκκρεμούν, το 4 και το 5 δηλαδή, και να τυπωθεί αισίως και το trade paperback αυτού του πρώτου arc.

-Southern gothic στον Νότο των ΗΠΑ, σημαίες της Συνομοσπονδίας, metal μπάντες, ρεμάλια, voodoo magic και θανατικό… Από που έχεις αντλήσει έμπνευση για αυτή τη δουλειά σου; Είναι πάντως πολύ rock’n’roll.
Αυτό που θέλαμε αρχικά να κάνουμε με τον συν-σεναριογράφο μου J.M. Brandt ήταν ένα remake της υπέρτατης Eurohorror καλτιάς Tombs of the Blind Dead, μεταφέροντας την πλοκή από την Ισπανική ύπαιθρο στον Αμερικανικό Νότο, και μετατρέποντας τους απέθαντους από Ναΐτες Ιππότες σε Ομοσπονδιακούς Στρατιώτες. Μόλις εντοπίσαμε τον κάτοχο των δικαιωμάτων της ταινίας, έναν ηλικιωμένο κυριούλη κάπου στην Ισπανία, μας έγινε αμέσως σαφές θα γινόταν αρκετά δύσκολη η ζωή μας αν επιλέγαμε αυτό το μονοπάτι, οπότε αποφασίσαμε να το κάνουμε εντελώς δικό μας. Έχουμε στήσει μια ολόκληρη μετα-αποκαλυπτική μυθολογία, και το House of Crows, αυτα τα πρώτα 5 τεύχη δηλαδή, είναι μόνο η αρχή. Οι επιρροές πολλές και οφθαλμοφανείς: grindhouse horror και blaxploitation από τα 1970s, slasher films και προαστιακός τρόμος από τα 1980s, αλλά και πιο πίσω, Hammer Horror και Universal Monsters. Επίσης stoner comedies, band lifestyle, heavy metal, sludge, βασικά όλη η NOLA σκηνή σε κόμικ.

-Τρομερά ενδιαφέροντα τα όσα λες και με πορώνουν ακόμα περισσότερο! Αφενός γιατί όλα αυτά τα cult films μου αρέσουν κι εμένα στο τέρμα, αφετέρου γιατί προσκυνώ το “Tombs of the Blind Dead” συγκεκριμένα. To θεωρώ αισθητικά απλά κορυφαίο. Metal fun fact: είχαν αφιερώσει και οι Ισπανοί Machetazo έναν ολόκληρο δίσκο τους στην Blind Dead series, το “Simfonías Del Terror Ciego”.
Ε λοιπόν το Tombs είναι ένα γνήσιο horror ανοσιούργημα που οδήγησε σε μια σειρά ανεκδιήγητων sequels και spinoffs, και συνεχίζει μέχρι σήμερα να λατρεύεται υπόκωφα στους κύκλους των cult film buffs, αλλά και των χεβιμεταλλάδων. Η δε αρρωστημένη εικονογραφία του, αυτοί οι σκελετωμένοι τύποι δηλαδή με τις κουκούλες, έχει επηρεάσει κόσμο και κοσμάκη, από την death/doom κάφρους Hooded Menace, μέχρι ολόκληρο το brand identity του γνωστού online shop με metal merch Holy Mountain Printing.

-Ποιοι είναι οι λόγοι που επέλεξες ένα ζευγάρι από δύο κοπέλες, και μάλιστα από διαφορετικές φυλές, ως τις main πρωταγωνίστριες; Υπάρχει κάτι περισσότερο σε αυτό πέραν του ότι είναι super coοl;
Ένα πράγμα που προσπαθώ να κάνω με την δουλειά μου είναι να γράφω ιστορίες παραδοσιακά ανδροκρατούμενων genres μέσα από οπτικές γυναικών, ή μειονοτήτων. Δημιουργούνται πολύ ενδιαφέρουσες προοπτικές όταν αντιστρέφεις αυτές τις δυναμικές. Είναι δηλαδή μια εξερεύνηση που με εξιτάρει. Η Ayana και η Violet είναι δύο πολύ ενδιαφέρουσες πρωταγωνίστριες. Προφανώς και είναι κουλ και σέξι, αφού παίζουμε μέσα στις συμβάσεις του exploitation genre, αλλά είναι σέξι με έναν τρόπο ανεπιτήδευτο και εντελώς φυσιολογικό. Την κατέχουν την σεξουαλικότητά τους, αν με καταλαβαίνεις. Και την χρησιμοποιούν όχι ως μέσο επίδειξης και εκμετάλλευσης, αλλά τρυφερότητας και επαφής, σύνδεσης. Το βασικό μας μέλημα ήταν να στήσουμε ένα ρομάντζο αληθινό, ειλικρινές, και ευαίσθητο, μέσα σε ένα genre που δεν είναι και τόσο γνωστό για την ευαισθησία του.

-Πολύ ωραία και πρωτότυπη οπτική οφείλω να πω. Δίνει αυτό το extra κάτι στο όλο πακέτο. Οι περσόνες που δημιουργείς, από το σημείο που βγουν από το μυαλό σου και έπειτα, αποκτούν σιγά-σιγά “δικό τους” χαρακτήρα και τρόπους που κάπως ξεφεύγουν από τον απόλυτο έλεγχο της πένας σου;
Το όλο ζήτημα για μένα είναι να βρω την φωνή του χαρακτήρα. Είναι μια διαδικασία που μερικές φορές μου παίρνει κάποιο χρόνο, ενώ άλλες συμβαίνει ακαριαία, αλλά όντως, από την στιγμή που θα “ακούσω” την φωνή του στο μυαλό μου, και το εννοώ κυριολεκτικά, τον ίδιο τον τρόπο που μιλάει, ο χαρακτήρας γράφεται μόνος του.

-Και μετά προχωράμε στο Black Mass Rising, την τελευταία δουλειά σου. Ένα graphic novel παρά απλά comic θα έλεγα εγώ, μιας και έχει έναν πιο μυθιστορηματικό χαρακτήρα και πυκνότερο περιεχόμενο. Συμφωνείς;
Το Black Mass Rising γράφτηκε με την δομή ενός limited series, έξι δηλαδή τεύχη, με τα οποία ολοκληρώνεται και η ιστορία του. Η TKO Studios, η αμερικάνικη εκδότρια εταιρεία, το κυκλοφόρησε σε δύο φορμάτ: ένα κουτί το οποίο συμπεριλαμβάνει τα έξι τεύχη ξεχωριστά, για αυτούς που γουστάρουν να διαβάζουν τα κόμικς τους με αυτόν τον τρόπο, και το trade paperback, που περιέχει και τα έξι τεύχη μαζί σε ένα ενιαίο βιβλίο, το οποίο ναι, θα μπορούσες να αποκαλέσεις graphic novel. Τα λέω όλα αυτά για να επισημάνω ότι οι ορολογίες graphic novel και comic book series έχουν να κάνουν με τεχνικά ζητήματα, με την δομή δηλαδή ενός βιβλίου, και τον τρόπο που γράφεται και εκδίδεται, όχι με την ποιότητα ή το περιεχόμενό του.

-Μπράβο και ευχαριστώ για τις επισημάνσεις σου. Πάντως νομίζω ότι διακρίνω έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα στο Black Mass Rising όσον αφορά τον Θοδωρή.
Χαίρομαι που σου δίνει αυτή την εντύπωση, γιατί είναι όντως μια αρκετά προσωπική δουλειά. Να φανταστείς ότι κατά την διάρκεια της δημιουργίας του θρήνησα ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις θανάτους στον στενό οικογενειακό μου κύκλο, συν το συλλογικό στρες που βιώσαμε όλοι μας με την πανδημία. Οπότε μεσολάβησε εκτεταμένη ενδοσκόπηση. Υπήρχε ένα κάπως συσσωρευμένο πένθος το οποίο έπρεπε κάπως να εκτονωθεί. Επιπλέον, οι θεματικές που αγγίζει το βιβλίο, είτε μεταφυσικές, όπως η διφορούμενη φύση του καλού και του κακού, και η αδιαφορία ενός παντοδύναμου Θεού μπροστά στην ανθρώπινη οδύνη, είτε πιο εσώτερες, όπως η άντληση δύναμης από την απώλεια, και η αποδοχή του εαυτού μας, βρίσκονται ούτως άλλως στο κέντρο των αφηγηματικών ενδιαφερόντων μου.

-Ίσως βιάζομαι, αλλά είναι το magnum opus σου μέχρι στιγμής;
Εντάξει κι εσύ, magnum opus, πρώτο βιβλίο είναι! Αλλά είμαι περήφανος για αυτό, παρόλες τις αδυναμίες του.

-Εντάξει τι να κάνω; Ήθελα να χρησιμοποιήσω κάπου αυτή την έκφραση! Ας σταθούμε λίγο στην εναρκτήρια σεκάνς του, η οποία κατ’ εμέ είναι για σεμινάριο στο είδος. Απόλυτα ατμοσφαιρική και ειδυλλιακή στην αρχή, κάνει τον αναγνώστη να νιώσει ότι βρίσκεται εκεί παραδίπλα, μας συστήνει έναν από τους βασικούς χαρακτήρες, και στα καπάκια μας κάνει ένα απίστευτο μπάσιμο στην πλοκή με έναν τρομακτικά ευθύ και απότομο τρόπο.
Όταν μου ήρθε η ιδέα για το Black Mass, προτού καλά καλά ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου την πλοκή και πλάσω τους χαρακτήρες, ήξερα δύο πράγματα: πώς θα ξεκινήσει, και πώς θα τελειώσει. Ήξερα δηλαδή ακριβώς την πρώτη, και την τελευταία εικόνα του βιβλίου. Οπότε έπρεπε απλά να βρω τα ενδιάμεσα. Η εναρκτήρια σεκάνς λοιπόν, με αυτό το παραδοσιακό Ρουμάνικο παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά και οι στρατιώτες, εξυπηρετεί τρεις σκοπούς. Πρώτον, εισάγει την βασική μας ηρωίδα, την Aurelia, με χιούμορ και ελαφρότητα, αλλά και λέγοντας παράλληλα κάτι σημαντικό για αυτήν. Δεύτερον, δημιουργεί ένα ειδυλλιακό κλίμα, όπως πολύ σωστά το περιγράφεις, που μου δίνει την ευκαιρία να το αντιστρέψω μέσα από μια ανείπωτη τραγωδία, πράγμα που σίγουρα είναι ζητούμενο στην αρχή μιας καλής ιστορίας τρόμου. Τρίτον, θέτει την πλοκή σε κίνηση, και δίνει τον τόνο ολόκληρου του βιβλίου, εισάγωντας την θεματική της μάχης ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση. Είναι ίσως η αγαπημένη μου σκηνή σε ολόκληρο το βιβλίο, χτυπάει όλες τις σωστές νοτες.

-Απόλυτα. Επίσης πολύ θετική εντύπωση μου έκανε το artwork της Jodie Muir, το οποίο δεν θυμίζει ιδιαίτερα comics αλλά έχει ένα πιο ζωγραφικό στυλ, αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι. Σίγουρα συμβάλλει πολύ στο όλο concept του έργου.
Πολύ σωστά το λες, και αυτός ήταν και ο στόχος μου. Ήθελα για αυτό το πρότζεκτ μια αισθητική που να είναι ίσως πιο κοντά στο concept art ταινιών, ή βίντεο παιχνιδιών, παρά στα κόμικς. Ήθελα δηλαδή εικονογράφο, όχι παραδοσιακό comic book artist. Έψαξα αρκετό καιρό για το κατάλληλο χέρι, και μόλις ανακάλυψα την δουλειά της Jodie έπαθα σοκ. Είδα στους πίνακές της μια αυθεντική ονειρική ποιότητα, αλλά και ξεκάθαρες αφηγηματικές προοπτικές. Και ήμουν τυχερός γιατί είδε και αυτή τον εαυτό της στο κείμενο. Η Jodie ήταν η πρώτη, και ουσιαστικά η μόνη μου επιλογή. Είναι η ψυχή αυτού του βιβλίου.

-Πως προκύπτουν οι συνεργασίες με τους visual artists κάθε φορά; Ποιες παραμέτρους έχεις κατά νου για να αποφασίσεις;
Η μοναδική παράμετρος είναι η ιστορία. Όταν αρχίζω να δουλεύω πάνω σε μια ιστορία, μου αποκαλύπτεται σιγά σιγά μια συγκεκριμένη αισθητική. Οπότε ξεκινάει παράλληλα μια έρευνα για τον άνθρωπο που όχι μόνο μπορεί να εξυπηρετήσει αυτήν την αισθητική καλύτερα, αλλά που ιδανικά έχει να δώσει πράγματα από τον εαυτό του στην ίδια την ιστορία. Δεν ψάχνω δηλαδή απλά κάποιον να ζωγραφίσει το βιβλίο μου. Ψάχνω έναν συνδημιουργό.

-Είσαι χεβιμεταλλάς (μου αρέσει πιο πολύ από το “metalhead” ή το σκέτο “μεταλλάς”) με την ευρεία έννοια θα έλεγα, σωστά; Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η μουσική που αγαπάς στην συγγραφή των ιστοριών σου; Είναι φανερό ότι σίγουρα σε επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό, αφού μπορούμε να δούμε έμμεσες ή και άμεσες αναφορές. Που και πως γίνεται αυτή η σύνδεση;
Μου αρέσει κι εμένα ο όρος χεβιμεταλάς, και αν και δεν είμαι απαραίτητα αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους, είναι τιμή μου να με αποκαλεί κάποιος έτσι. Το heavy metal είναι μια από τις αγνότερες μορφές αγάπης, τέλος. Είναι ασύλληπτο το πόσο εκεί είναι για σένα, αν το αφήσεις. Συνοδοιπόρος στη ζωή, χωρίς υπερβολές. Επιπλέον, είναι τόσο πλούσιο σε ποίηση, δραματικότητα, και εικονογραφία, που το αφήνω ελεύθερο να επηρεάζει πλήρως τις δουλειές μου, αισθητικά, συναισθηματικά, θεματολογικά, αφηγηματικά.

Παρακολουθείς τη μουσική σκηνή σήμερα; Ξεχώρισες κάποιες κυκλοφορίες για το 2022;
Ίσως όχι όσο στενά την παρακολουθούσα παλαιότερα, που δεν έχανα τεύχος Hammer, και είχα μονίμως ανοιχτά Bunalti και Metal Archives για να δω τι θα αγοράσω στην επόμενη κάθοδό μου στα δισκάδικα της Θεσσαλονίκης, αλλά αρκετά στενά θα έλεγα. Από τις φετινές κυκλοφορίες ξεχώρισα μεταξύ άλλων το ονειρικό heavy metal των Sumerlands, την glitter αλητεία των Sonja, τους κοσμικούς παλμούς των Messa, τα προοδευτικά παραστρατήματα των Elder και Naxatras, τις θρηνώδεις τελετουργιες των Thy Listless Heart και The Temple, την θανατερή σαπίλα των Druid Lord και Spectrum Mortis. Η κορυφή της λίστας όμως με τα καλύτερα του 2022 ανήκει δικαιωματικά στους λατρείες Ghost, οι οποίο με το Impera γίνονται αυτό που πάντα ήταν προορισμένοι να γίνουν: η κορυφαία ροκ μπάντα των καιρών μας. Είμαστε τυχεροί που έχουμε έναν καλλιτέχνη της γενιάς μας με τις γνώσεις, τις επιρροές, το όραμα και την αποφασιστικότητα του Tobias Forge. Νομίζω ότι θα δούμε σπουδαία πράγματα από αυτόν.

-Πέραν της μουσικής, ποια άλλα βιώματά σου ή ενδιαφέροντα συμβάλλουν στο αποτέλεσμα που βλέπουμε εμείς οι αναγνώστες;
Ο τρόπος που ζούμε, οι φίλοι που έχουμε, η δουλειά που κάνουμε, η κουλτούρα που καταναλώνουμε, όλα αυτά είναι βιώματα, και όλα μας επηρεάζουν όταν δημιουργούμε, είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι. Αλλά κοιτώντας λίγο πιο πίσω, θεωρώ ότι δύο είναι τα γεγονότα που όρισαν την ευαισθησία, την αντίληψη, και την αισθητική μου: πρώτον, το ότι με μεγάλωσε μια δυνατή, εργαζόμενη μητέρα, μιας και ο μπαμπάς έφυγε νωρίς από την ζωή, και δεύτερον το ότι ζω από μικρός —με ένα σύντομο διάλειμμα οκτώ περίπου ετών— σε μια μικρή πόλη της Ελληνικής επαρχίας, με όλα όσα συνεπάγονται.

-Είσαι φαντάζομαι ταυτόχρονα και φίλος/αναγνώστης των comic. Έχεις κάποια για να μας προτείνεις; Σε ποια άλλα media έχεις ιδιαίτερη αγάπη;
Η αλήθεια είναι ότι δεν διάβαζα κόμικς από μικρός. Το σινεμά ήταν πάντα η μεγάλη μου αγάπη. Τα κόμικς τα έπιασα ουσιαστικά την τελευταία δεκαετία. Αλλά με κέρδισαν πλήρως, με την μοναδική οπτική γλώσσα τους, και τις απεριόριστες αφηγηματικές δυνατότητές τους. Και εκτός από το προφανές επαγγελματικό ενδιαφέρον, αγοράζω όσο πιο πολλά μπορώ γιατί είναι και υπέροχα σαν αντικείμενα. Είναι μικρά έργα τέχνης. Για τους φίλους του Rockway.gr και του heavy metal θα πρότεινα το The Last God του Black Label της DC, που είναι το έπος σκοτεινής ηρωικής φαντασίας που έλειπε από το μέσο. Αναζητήστε το, θα το λατρέψετε.

-Καταφέρνεις να βιοπορίζεσαι από τη συγγραφή; Με τι άλλο καταπιάνεσαι; Θέλω σίγουρα να αναφέρουμε το Fuzztastic Planet Fest, που πραγματοποιήθηκε για τρεις χρονιές αν δεν κάνω λάθος. Και πες μου επίσης σε παρακαλώ… το όνομα του φεστιβάλ προέρχεται από το animated film Fantastic Planet του 1973; Εμένα πάντως αυτό μου ήρθε κατευθείαν στο μυαλό.
Δυστυχώς ακόμα όχι. Τρέχουμε παράλληλα με την γυναίκα μου μια μικρή επιχείρηση με 3D printed εργαλεία και μεταξοτυπίες για καλλιτέχνες και δημιουργούς κοσμημάτων. Το Fuzztastic Planet Festival ήταν το πρώτο διεθνές μουσικό φεστιβάλ ψυχεδελικής heavy rock μουσικής στην Ελλάδα. Το ξεκίνησα ταπεινά το 2013 σε μια παραλία της Καβάλας, αλλά στην συνέχεια με πλαισίωσε μια ομάδα εξαιρετικών παιδιών από την Ξάνθη, οι πρώην Decibel Prods, το μεταφέραμε στην Λίμνη Κοκκινογείων στην Δράμα, το ανοίξαμε, το μεγαλώσαμε, και το φτάσαμε αρκετά κοντά σε παρόμοια ευρωπαϊκά φεστιβάλ του είδους που ευδοκιμούν μέχρι σήμερα. Και είσαι απόλυτα σωστός, το όνομα είναι αναφορά στο Fantastic Planet, μιας και η υπέροχη αυτή ταινία του Ρενέ Λαλού είναι ακριβώς το vibe που ήθελα για το φεστιβάλ, μουσικά και αισθητικά. Ήταν ένα πολύ όμορφο όνειρο που απλά έκανε κάποια στιγμή τον κύκλο του, και πήρε ο καθένας μας τον δρόμο του.

-Το παίρνω ακριβώς όπως το έγραψες στην προσωπική σου σελίδα: “He lives a rather undramatic life in his hometown Drama, Greece, with his wife and two sons, heirs to a kingdom of sword and sorcery books, heavy metal vinyls, and more band t-shirts than any sane person should ever be allowed to own.” Αρχικά επαινώ το πνευματώδες χιούμορ και μετά ρωτώ: αυτά τα δύο αγόρια τι θα κληρονομήσουν από το πατέρα τους τελικά (πέρα από τα εκατομμύρια που βγάζεις από τη συγγραφή comics!);
Ελπίζω μια σωστότερη και πιο ενσυνείδητη στάση ως προς την διαχείριση των χρημάτων τους, αν και δεν το βλέπω.

-Πόσο σημαντική είναι η φαντασία στη ζωή σήμερα; Εσένα σε βοηθάει;
Όχι απλά σημαντική, η φαντασία είναι το μόνο πράγμα που έχουμε, το μόνο πράγμα που είναι αληθινά δικό μας σε αυτήν την περίεργη και τόσο σύντομη ζωή. Και μάλιστα παρατηρώ ότι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο έχω ανάγκη να κουρνιάζω μέσα σε αυτήν, σε όλες τις εκφράσεις της. Και επιστρέφω πάντα σε αυτό που είχε πει ο Τόλκιν, ότι δηλαδή “η φαντασία είναι απόδραση, και αυτό είναι το μεγαλείο της. Αν εκτιμούμε την απελευθέρωση του μυαλού και της ψυχής, αν είμαστε υπερασπιστές της ελευθερίας, τότε έχουμε ξεκάθαρο καθήκον να δραπετεύουμε, και να παίρνουμε μαζί μας όσο περισσότερους ανθρώπους μπορούμε!”

-Λίγο πριν κλείσουμε, θα ήθελα να μας πεις τι σχέδια έχεις στα σκαριά αυτή τη στιγμή για το μέλλον. Κάποια νέα δουλειά;
Αυτή την στιγμή ετοιμάζω το επόμενο βιβλίο μου, ένα graphic novel βουκολικού τρόμου στην ελληνική ύπαιθρο των αρχών του 19ου αιώνα, το οποίο θέλω να πιστεύω ότι θα κυκλοφορήσει προς τα τέλη της χρονιάς.

-Εξαιρετικά. Ακούγεται πάρα πολύ καλό. Θα το αναμένουμε. Αφήνω λοιπόν τα τελευταία σχόλια σε σένα, αφού πρώτα σε ευχαριστήσω θερμά για την κουβέντα μας αλλά και για το έργο σου.
Με τιμάς. Εγώ ευχαριστώ εσένα και το Rockway.gr, για το ενδιαφέρον, τον χώρο, και την στήριξη. Και θα χαρώ πολύ να σας δω κι από κοντά σε κάποιο επερχόμενο con, κι εσάς και τους αναγνώστες σας. Τα φιλιά μου!

Για περισσότερες πληροφορίες για τον ίδιο, το έργο του, αλλά και για άλλα ενδιαφέροντα άρθρα και απόψεις του, επισκεφθείτε την προσωπική του ιστοσελίδα https://www.theoprasidis.com/

https://linktr.ee/theoprasidis

93
About Δημήτρης Κωνσταντινίδης 21 Articles
Ερωτευμένος με το σκληρό metal από μικρή και ευαίσθητη ηλικία, όταν μια μοιραία στιγμή άκουσε το "Ride The Lightning" από παλιά κασέτα Maxell. Έπειτα ανακάλυψε τους Slayer και έπαθε πώρωση σε βαθμό μανίας. Μουρμουράει συνεχώς κάποιο riff και παίζει ρυθμούς drums με τα δάχτυλά του. Με ιδιαίτερη αδυναμία επίσης: στο black metal, σε οτιδήποτε obscure, στο d-beat, στον ζύθο, στις grim μέταλ πόζες, στον Stanley Kubrick, στον Dario Argento, στο DIY, στις ωραίες μυρωδιές. A metalhead to the punks, a punk to the metalheads.