SUBTERRANEAN MASQUERADE: “Mountain Fever”

ALBUM

Είδος: Progressive rock, metal
Εταιρεία: Sensory Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 14 Μαΐου 2021

Το μεγαλύτερο επίτευγμα για έναν μουσικό ή καλύτερα μια ομάδα μουσικών που αγαπούν χρηστικά ένα πλήθος ερεθισμάτων από διαφορετικούς χώρους, είναι να τιθασεύσουν με ισορροπία όλες αυτές τις εντυπώσεις μέσα στο δικό τους φίλτρο. Η ιδιαίτερη περίπτωση των Ισραηλινών που πορεύονται από το 1997 υπό τις αυστηρές επιλογές του κιθαρίστα/ηγέτη Tomer Pink, έχει ήδη προσφέρει ένα εξωτικό μουσικό ταξίδι που προτρέπει τις γεωγραφικές τους συντεταγμένες να αγκαλιαστούν με οικουμενικά μουσικά ιδιώματα. Συναρπαστικοί μουσικοί ταξιδιώτες με πολύχρωμο ήχο μας άφησαν με το τελευταίο πλήρες έργο τους, το άλμπουμ “Vagabond” του 2017, να υποθέτουμε τη συνέχεια.

Ανοίγοντας τη νέα φρέσκια μουσική τους πρόταση, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σημαντική αλλαγή πίσω από το μικρόφωνο της μουσικής αυτής κολεκτίβας, καθώς οι Kjetle Nordhus (Green Carnation) και Paul Khur (November’s Doom) που μοιράστηκαν τα καθαρά φωνητικά και τα growls αποτελούν παρελθόν. Ο νεοφερμένος Vidi Dolev μοιάζει να είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, καλύπτοντας όλο το φάσμα φωνητικών εκφράσεων όπως μας έχουν συνηθίσει οι Masquerade. Πέρα από την ομαλή αλλαγή και τη διατήρηση του φωνητικού dna του γκρουπ, τολμώ να διακρίνω μια ελκυστική θεατρικότητα στην υπέροχη παράσταση του νέου ακόμα και απέναντι στους επώνυμους και καθιερωμένους προκατόχους του. Όλη αυτή η ετοιμόλογη παλέτα του, που συχνά θωπεύει τον ακροατή και με μια σχεδόν pop προσέγγιση, ο ίδιος την αποδίδει στην πρώτη του δασκάλα φωνητικών που έτυχε να είναι μια ιδιαίτερη avant garde ακροάτρια, και αφού τον μύησε σε μια ξεχωριστή ακολουθία ανθρώπινων ήχων, τον έκανε να εκτιμήσει αντίστοιχα και την λειτουργικότητα του φιλικού και ραδιοφωνικού ύφους.

Μαζί με τον Vidi, το δεύτερο νέο πρόσωπο είναι ο ντράμερ Jonathan Amar, που πραγματικά ακούγεται σα να έπαιζε χρόνια με τον Golan Farhi, συμπληρώνοντας ένα συναρπαστικό rhythm section, που μόνο του αποτελεί ατραξιόν για το άλμπουμ. Φυσικά δεν είναι και η μοναδική, καθώς όλες οι υποσχέσεις που προσφέρει απλόχερα το εξωτικό για ακόμα μια φορά artwork του Costin Chioreanu , ζωντανεύουν σε μια ακολουθία δέκα καταπληκτικών συνθέσεων που επιχειρούν να ξορκίσουν τον αναγκαστικό περιορισμό του νομαδικού τους πνεύματος.

Αν, λοιπόν, στα προηγούμενα άλμπουμ, ο τρόπος κλειδί για τον Tomer ήταν να ταξιδέψει σε ένα ξεχωριστό μέρος και να αφήσει την εκφραστική του ικανότητα να απλωθεί μέσα από το πνεύμα του περιπλανώμενου καλλιτέχνη, αν η Ινδία ήταν η μήτρα κυριολεκτικά του “Vagabond”, ο ερχομός της πανδημίας και ο αναγκαστικός εγκλεισμός τους, ουσιαστικά επέβαλλε μια νέα τακτική. Ο Tomer μένει σε μια τοποθεσία των Golan Heights, σε μια πρώην ηφαιστειώδη περιοχή. Η δημιουργία νέας μουσικής στην πατρίδα μετέτρεψε το ταξίδι σε πνευματικό, μια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης. Αυτό είναι το βουνό του τίτλου του δίσκου και ο πυρετός είναι αυτή η αλλόκοτη αίσθηση της εξορίας που μπορεί να αισθάνεται κάποιος στην ίδια του την πατρίδα.

Ο Vidi αντέδρασε άμεσα στον τίτλο που πρότεινε ο Tomer, και όντας ο ίδιος ένας πολίτης του κόσμου που πέρασε αρκετά χρόνια στον ευρωπαϊκό βορρά, έψαξε βαθιά μέσα του σε μια περίπλοκη σχέση αγάπης και ενοχής για τον τόπο του και γέμισε τα στιχουργικά κεφάλαια του δίσκου. Έχοντας δεδομένο το ευρηματικό και πολύπλευρο συνθετικό τους παρελθόν, ξέρουμε πως μας περιμένουν θαυμάσιες εκπλήξεις μουσικών μεταστροφών, αλλά το κερδισμένο στοίχημα είναι η μοναδική ροή. Όσο μαεστρικά συναρμολογημένα και αν είναι όλα τους τα έργα ως σήμερα, αυτό εδώ είναι ένα πανούργο rollercoaster ήχων.

Η μηχανή του Tomer μοιάζει σήμερα να έχει αγγίξει κορυφές δημιουργίας και εκτέλεσης στο καλύτερο άλμπουμ της καριέρας τους. Ένα ευέλικτο, τόσο εύχρηστο progressive rock με πλήθος από μεταλλικούς υπαινιγμούς, συνεχίζει να στολίζεται με τα τοπία της Μέσης Ανατολής, να δέχεται τις jazzy πολυτέλειες των πνευστών, τα νεοκλασικά χαλιά υποβολής, και τους ethnic ήχους μιας παγκόσμιας μουσικής γιορτής με μια ισορροπία που θα ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι μουσικοί αλχημιστές του κόσμου. Έχοντας και τον καλύτερο ήχο ως τώρα, με τις ευλογίες των David Castillo, Jens Borgen και Tony Lindgren, η συγκυρία της συμφωνίας με την Sensory Records μοιάζει ικανή να απογειώσει επιτέλους αυτή τη σπουδαία μπάντα. Σε ένα άλμπουμ που περίμενε υπομονετικά μέσα στον παροπλισμό της καραντίνας περίπου έναν χρόνο να απελευθερωθεί, και ο τελευταίος δύσπιστος μπορεί εύκολα να επιλέξει τυχαία οποιοδήποτε κεφάλαιο από τα δέκα, και να δοκιμάσει τον πλούτο του. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα θαυμαστά που γίνονται, το “Inward”, που συμπυκνώνει μουσικά τα πολλά τους πρόσωπα και θεματικά την εσωτερική, κρίσιμη αυτή αναζήτηση, είναι ένα διαμάντι στη χρυσή λάβα.

Όσο ειρωνικά θριαμβευτικό και αν ακούγεται πως η τιμωρία του εγκλεισμού του νομάδα, τον οδήγησε απρόσμενα στην κορυφή, λίγη σημασία έχει ποια μυστική διαδικασία γέννησε τον πυρετό του βουνού. Η “εξορία” για τον τυχερό ακροατή είναι η αποφυγή κάθε πλήξης και το εισιτήριο για όλα τα μέσα μεταφοράς της δημιουργικής φαντασίας.

55 από τα πολυτιμότερα λεπτά της χρονιάς που διανύουμε.

Facebook: https://www.facebook.com/Submasq/
Instagram: https://www.instagram.com/subterranean_masquerade/
Website: https://www.submasq.net/shop

About Γιώργος Γεωργίου 524 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…