SLIPKNOT: “The End, So Far”

Είδος: Nu metal/ Alternative metal
Εταιρία: Roadrunner Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 30 Σεπτεμβρίου 2022

Το τέλος μια εποχής, πάντα έρχεται, νομοτελειακά. Ακόμα κι όταν μιλάμε για τους Slipknot, που θα μπορούσαμε ακολουθώντας τους στη τρίτη πλέον δεκαετία της ύπαρξής τους να βρούμε διάφορα μικρότερα “τέλη” εδώ και εκεί – ο κύκλος των δύο ή τριών πρώτων άλμπουμ, ο χαμός του Paul Gray, η απώλεια του Joey Jordison. Καριέρα πλούσια, με το απαραίτητο δράμα που ντύνει όλες τις σπουδαίες ιστορίες, μετρημένη δισκογραφική παρουσία και όχι φλυαρία, και σίγουρα μια λάμψη, ειδικά στη σκηνή, όπου οι εννιά μασκοφόροι μανιακοί επιβεβαιώνουν πως ανήκουν σε μια από τις μεγαλύτερες και επιδραστικότερες μπάντες της σύγχρονης εποχής του σκληρού ήχου.

Παρόλα αυτά, ποτέ δεν ήταν πιο έκδηλο από τώρα ότι οι Slipknot κλείνουν ένα κεφάλαιο για τα καλά. Ο τελευταίος δίσκος τους σε συνεργασία με την Roadrunner είναι γεγονός, οι ίδιοι δεν είναι καθόλου διακριτικοί στο να επικοινωνήσουν αυτό το ορόσημο αν θέλετε στην πορεία τους, δηλώνοντάς μας πως αυτό είναι το “The End”, “so Far” όμως. Το τι έπεται, ο χρόνος θα το δείξει, υποψία μου (και βασικά ευχή μου) είναι πως οι Slipknot θα σκαρφιστούν κάτι ξεχωριστό για να προχωρήσουν στο μέλλον, αλλά αυτά θα τα δούμε όταν φτάσουμε σε εκείνο το σημείο. Προς το παρόν, πάμε να δούμε τι έχουμε στο νέο, έβδομο, και για την ώρα “αποχαιρετιστήριο” πόνημα των εννέα περίεργων τύπων από την Iowa, με τους οποίους πολλοί μεγαλώσαμε μαζί.

Μοιραία το The End, So Far διακατέχεται από μια συναισθηματική φόρτιση. Ο ίδιος ο Corey Taylor περιέγραψε τον δίσκο σαν “μια βαρύτερη εκδοχή του Vol. 3 The Subliminal Verses”, δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ παρόλο που καταλαβαίνω τι ήθελε να πει, αν και σίγουρα στα highs του τόσο σε έμπνευση όσο και “βαρύτητα” δεν ξεπερνά το αριστούργημα υπ’ αριθμόν 3. Δεν υπάρχει εδώ κανένα The Blister Exists, κανένα Duality, κανένα Before I Forget, αλλά όντως υπάρχει μια μπάντα που εξερευνεί τον ήχο της, στους δρόμους που η ίδια άνοιξε σε κομμάτια όπως τα Vermilion, Virus of Life ή Danger.

“Ωχ” θα σκεφτεί κάποιος “ντεμέκ αβάν-γκαρντ άλμπουμ από τους Slipknot” και ακούγοντας το εναρκτήριο κομμάτι Adderall ενδεχομένως σχηματίσει λάθος άποψη. Όχι, το The End, So Far δεν είναι δήθεν πειραματικό ή παράδοξα περίεργο, κάθε άλλο, περισσότερο δείχνει την εξέλιξη ενός συγκροτήματος που ξέρει ότι οι μέρες του “κοπανιστού” Nu metal έχουν περάσει στο πάνθεον του παρελθόντος, και προσπαθεί κάπου να εμπλουτίσει τον ήχο του, να βρει νέες ηχητικές διόδους και προσεγγίσεις. Και φυσικά το Adderall είναι ένα από τα απροσδόκητα highlights του δίσκου, ένα ονειρικό feelgood “καθαρό” κομμάτι, με μια σχεδόν 00s trip-hop ποιότητα –τρομερό γκρουβομπάσο- και μια πανέμορφη νηφάλια ερμηνεία από τον Corey Taylor, ιδανικό wtf opener.

Τα επόμενα δύο κομμάτια αποτελούν θεωρώ τα εμφανή λαϊβάδικα maggot-pleasers, The Dying Song (Time to Sing) και The Chapeltown Rag (το οποίο ακούσαμε και το καλοκαίρι στο Release). Σίγουρα πρόκειται για τα δύο πιο straightforward ολντσκουλάδικα Slipknot κομμάτια του δίσκου, δεν προσφέρουν τίποτα καινούριο αλλά δείχνουν πως το συγκρότημα αν θέλει μπορεί να κοπανήσει “ολόσωστα” ακόμα, ενώ τα ρεφραίν είναι αρκετά catchy και στα δύο. Παρόλα αυτά, αν κάποιο εκ των δύο προορίζεται για το χιτάκι του δίσκου (μάλλον το The Chapeltown Rag, που είναι κάπως πιο δυνατό σε όλους τους τομείς), a.k.a. το αντίστοιχο Duality, Psychosocial, Sulfur κλπ, ε είναι κάπως υποδεέστερα, συγκριτικά πάντα με ύμνους του παρελθόντος. Κατά τα άλλα μια χαρά, κυλάνε νεράκι και μας πορώνουν για να φτάσουμε στο Yen, το αντίστοιχο Vermillion θα λέγαμε του The End, So Far. Υποθέτω αυτή η slow-burn angst-y αισθητική του θα αρέσει σε πολλούς, προσωπικά δεν είναι η κούπα με το τσάι μου όταν ακούω Slipknot, αλλά παραδέχομαι ότι είναι κομμάτι που σου μένει.

Κάπου εδώ περνάμε στο “δεύτερο σκέλος” θα λέγαμε του άλμπουμ, καθώς τα τέσσερα πρώτα κομμάτια είναι αρκετά πιο συγκεκριμένα σε ύφος, ενώ έχω την αίσθηση ότι εδώ ο δίσκος γίνεται πιο συμπαγής αισθητικά. Από εδώ και εμπρός έχουμε μια δουλειά που θεωρώ ότι θέλει ακροάσεις για να γίνει αντιληπτή αυτή η ηχητική διεύρυνση/εξέλιξη που ανέφερα. Αν θα πρέπει να βρω ένα πρόβλημα συνολικά είναι ότι ενώ οι προθέσεις είναι σίγουρα καλές, σε στιγμές ο ήχος του The End, So Far γίνεται λίγο τουρλουμπούκι, υπάρχουν εξαιρετικά σημεία αλλά και μερικά ολίγον meh και όλα αυτά ακόμα και εντός του ίδιου κομματιού. Παρόλα αυτά ο υπομονετικός ακροατής θα ανταμειφθεί με μερικά από τα πιο ώριμα εβερ –όσο κλισέ και να ακούγομαι αυτή τη στιγμή- συνθετικά σημεία των Slipknot, και με τραγούδια που έχουν layers να ξεδιπλώσουν, όσο και αν δεν μπορώ να αποβάλλω την αίσθηση ότι θα μπορούσαν να το κάνουν λίγο καλύτερα όλο αυτό που επιχειρούν. Ακόμα και έτσι, όσο ακούς το The End, So Far, τόσο πιο πολύ σε “πιάνει”, και αυτό είναι σίγουρα υπέρ του.

Το δυναμικό Hive Mind βρίσκει τη μπάντα σε πλήρη συνέργεια καταστροφής, πορωτικό αλλά και κάπως ατμοσφαιρικό ταυτόχρονα, με το Warranty που ακολουθεί να συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, με μια πιο thrashy ριφολογία αλλά και ένα χεβιμεταλικό majestic feeling σε σημεία στο οποίο δεν μας έχουν συνηθίσει οι Slipknot. Συνέχεια με το ιδιόρρυθμο Medicine for the Dead, mid tempo, σχεδόν prog metal κιθάρες, μια παράδοξη ατμόσφαιρα και ένα μελωδικό ρεφραίν με την χροιά του Corey Taylor να το κάνει trademark Slipknot σε μια σύνθεση που μπορεί να βοηθήσει τη μπάντα να εξερευνήσει το μέλλον της, κρατήστε το αυτό. Ακολουθεί ίσως το πιο ιδιαίτερο κομμάτι του The End, So Far, το υπέροχα περίεργο Acidic, το οποίο είναι ταυτόχρονα ήρεμο μα και δυναμικό, “άρρωστο” μα και μελωδικό, grungy αλλά και μεταλλικό, πολύπλοκο αλλά και straightforward, love it or hate it τραγούδι σίγουρα, ασφαλώς σε καμία περίπτωση αδιάφορο.

Heirloom το επόμενο, και η πρώτη υποψία κοιλιάς πλανάται λίγο στην ατμόσφαιρα, το θεωρώ από τις πιο αδύναμες στιγμές στο δίσκο, δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο εδώ. Ακολουθεί το H377 το οποίο επαναφέρει το τσουγκα τσουγκα κοπάνημα στο προσκήνιο, με σχεδόν ραπάρισμα από τον Taylor και ένα γηπεδικό ρεφρέν, καλό γενικά, λίγο άνισο μετά από εκεί που μας πήγαν νοητά στα προηγούμενα.

Και φτάνουμε στο κλείσιμο σιγά-σιγά, με το De Sade να μοιάζει ως το ιδανικό τελευταίο κομμάτι, μελωδικό, διαθέτει ένα γλυκόπικρο πάθος και μια καθαρκτική ποιότητα – όπως και πανέμορφα σόλο στις κιθάρες. Ωστόσο το πραγματικό φινάλε είναι well… το Finale, μια σύνθεση με οπερατική φλέβα, επιτελεί το σκοπό της.

Την παραγωγή του άλμπουμ ανέλαβε η μπάντα με τον Joe Barresi που έχει δουλέψει σε ένα σωρό πράγματα, από τους Clutch μέχρι τους Avenged Sevenfold και θα έλεγα πως ο ήχος ακούγεται πιο γεμάτος και πλούσιος σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ, αναδεικνύοντας αυτό που θέλησαν να κάνουν εδώ οι Slipknot.

To The End, So Far σίγουρα δεν είναι μια αγγαρεία για “να φύγουμε από την Roadrunner”. Σίγουρα επίσης δεν είναι ο καλύτερος δίσκος του συγκροτήματος, αλλά θα έλεγα πως είναι ο πιο ιδιαίτερος και φιλόδοξος. Αν είχε λίγο διαφορετική σειρά στα κομμάτια, αν ήταν λίγο πιο “σφιχτό” και μικρότερο σε διάρκεια, αν τα highs του ήταν υψηλότερα, ίσως και να είχαμε ένα εξαιρετικό άλμπουμ, αλλά οκ, κατανοώ πως πολλά εδώ τα “αν”. Ωστόσο, το The End, So Far διαθέτει το απαραίτητο βάθος για να ανταμείψει τον ακροατή που δεν ήρθε να κάνει τουρισμό με χιτάκια, διαθέτει τις στιγμές που θα πωρώσουν τον αέναο nu-μεταλλά, δείχνει μια μεγάλη μπάντα που κλείνει ένα κεφάλαιο και αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είναι σύνηθες όταν μιλάμε για καλλιτέχνες με σχεδόν 30 χρόνια καριέρας στη πλάτη.

Official Site: https://slipknot1.com/
Facebook: https://www.facebook.com/slipknot
Instagram: https://www.instagram.com/slipknot/
Twitter: https://twitter.com/slipknot
Spotify: https://open.spotify.com/artist/05fG473iIaoy82BF1aGhL8

101
About Γρηγόρης Βούλγαρης 11 Articles
Ελπίζω μέσα από τα κείμενά μου να δώσω το στίγμα μου γιατί είναι άβολο να γράφω πράγματα για μένα, αλλά μου αρέσει το metal σε όλες -σχεδόν- τις εκφάνσεις του. Επίσης τα video games και το NBA. Και οι μπίρες... α, και το ρούμι!