PELAGOS: “Revolve”

Η Pori είναι μια φινλανδική πόλη στις δυτικές ακτές της, στα παράλια του κόλπου της Bothnia.

Στη σύγχρονη μουσική της κληρονομιά καταλογίζονται οι Circle, ένα ευέλικτο μουσικό σχήμα που χαρακτηρίστηκε κατά καιρούς από experimental, krautrock, heavy metal, progressive rock, ambient μέχρι και new wave of Finnish heavy metal. 

Από τις αρχές των 90’s μέχρι και τις μέρες μας, έχουν ήδη ένα μακρύ κατάλογο δισκογραφικών κυκλοφοριών, στούντιο αλλά και live. Τρία από τα μέλη που ανδρώθηκαν μουσικά στους Circle, οι Teemu Elo (guitars), Petri Hanger (bass, synths, vocals) και Janne Peltomaki (drums, electronic percussion) έχουν σχηματίσει πια τους Pelagos και καθορίζουν μουσικά το δικό τους ταξίδι στη φιλόξενη και πάντα γενναία στέγη της Svart Records, η οποία συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα.

Οι πρώτες άμεσες συντεταγμένες που προϊδεάζουν στο “Revolve” είναι το εκπληκτικό εξώφυλλο του Adam Burke, και οι τίτλοι των τραγουδιών. Το υγρό στοιχείο, που έχει άλλωστε βαφτίσει και το γκρουπ, είναι έντονα παρόν, μαζί με μια  σχεδόν μεταφυσική επιθυμία διαφυγής, απόδρασης, αστρικής εκτόξευσης. Μια μινιμαλιστική μελαγχολία που διατρέχεται μόνιμα από την εντύπωση του ταξιδιού, μια μουσική αρμολόγηση ευγενική και διακριτική αλλά όχι φτωχή, σπρώχνει τον ακροατή από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Με βάση τις δικές τους περιγραφές, είναι η μουσική της παραλίας από μια πόλη-φάντασμα, εκεί που οι δροσεροί θαλασσινοί άνεμοι γίνονται εκρήξεις, ενώ αντί για φοινικόδεντρα παντού υπάρχουν άγρια, σοβιετικά κτίρια, και ο ήλιος γίνεται μαύρος. 

Με τη σταδιακή ένταξη του “Code” σε αυτό τον μυστηριώδη, ηχητικό κρατήρα που μοιάζει μέσα στην αναμονή του να υπόσχεται μια έξοδο, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τον παραλληλισμό με τον ορίζοντα και την ατμόσφαιρα του “Deeper Kind Of Slumber” των Tiamat. Η μουσική που υφαίνουν οι Pelagos, με τις λεπτομερείς αντηχήσεις των κιθάρων, σαν κρύσταλλα που παράγουν ήχους, τις παρεμβατικές προωθήσεις των synths, και την αλλόκοτη ευγένεια της αφηγηματικής φωνής του Hanger, έχει μια έντονη εσωτερικότητα και έναν πνευματισμό. Παραμένει με συνέπεια και με μια μαύρη γοητεία προσηλωμένη σε έναν συγκεκριμένο πίνακα, χωρίς παράταιρες εκρήξεις ή εκπλήξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ακολουθούν κάποια κουραστική μονοτονία. Είναι αρκετά επιδέξιοι να οικοδομούν και ρυθμούς που διατηρούν το πνεύμα, και να περιέχουν μελωδίες που διακρίνουν τα βήματά τους από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. 

Υπάρχει μια ψυχεδελική υπόνοια, δοσμένη με φρέσκο αέρα ενός καλοσχηματισμένου, ξεκούραστου προοδευτικού rock που είναι μόνιμα υποβλητικό. Και τα τραγούδια δεν αργούν να αποκαλυφθούν και να ξεχωρίσουν στον προσεκτικό ακροατή, αφήνοντας το καθένα το δικό του ιδιαίτερο σημάδι. Δεν είναι δύσκολο να αισθανθείς την αίσθηση της περιπέτειας στο σχεδόν παραισθησιογόνο δεύτερο μισό του “Island of Pelicans”, που σχηματίζει εικόνες στο μυαλό. Με τον ίδιο τρόπο νιώθεις σταδιακά την εμμονική κατεύθυνση του “Aphrodite’s Shore” να σε κυκλώνει, μέχρι που το μαύρο, φολκ φιλί του “Invisible” μοιάζει να σου προσφέρει μια άγνωστη έξοδο και ανακούφιση. 

Το ρυθμικό, οριστικό “Sea Of Tranquility”, σα να ακούς τα βήματα ενός βέβαιου προορισμού, απογειώνεται σε μια φαντασίωση με το κρεσέντο των πλήκτρων, ενώ η ερμηνεία του Hanger στο φινάλε είναι ίσως η βαρύτερη και πιο απολογητική στο άλμπουμ.

Οι μεταφορές είναι πάντα άδικο να υποκαθιστούν τη μουσική, αλλά ένας ανήσυχος Gilmour που έχει επιβαρυνθεί από διάφορα εθιστικά λικέρ, συνοδεύεται  στο κατάστρωμα ενός πλοίου φάντασμα που διασχίζει μια μόνιμα νυχτερινή θάλασσα, από ανήσυχους και περιέργους, ενδιαφέροντες synth-freaks, και τον Brendan Perry να αφηγείται υποβλητικά, ίσως μεταφέρει μια αντήχηση του “Revolve”.

Στην πραγματικότητα το άλμπουμ είναι μια μεγάλη έκπληξη, ένας μικρός θρίαμβος των Φινλανδών, και η λέξη «ντεμπούτο» φέρνει μια μεγαλύτερη, ευχάριστη ζάλη. Οι ίδιοι, ευγενικές, ευαίσθητες ψυχές που έχουν μάθει να ανακαλύπτουν τη διέξοδο και την ομορφιά στην ασχήμια, μοιάζουν απόλυτα έτοιμοι για νέα συναρπαστικά, υπερβατικά ταξίδια. 

Έχουμε ήδη εστιάσει μόνιμα πάνω τους…

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 431 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…