COCTEAU TWINS

TRIBUTE

“…μια πρόταση για αλήθεια και ειλικρίνεια απέναντι στα τεχνάσματα, για μουσική απέναντι στο εμπόριο, ένα στοίχημα, μια τελευταία ζαριά…”


Το μάλλον παρηκμασμένο λιμάνι του Grangemouth δεν έμοιαζε πια φιλόξενο και ελκυστικό για σύγχρονες σειρήνες, ενώ το τεράστιο διυλιστήριο πετρελαίου και η μεγάλη πετροχημική βιομηχανία καθιστούσαν την πόλη ένα σκοτεινό, αποπνικτικό μέρος. Τουλάχιστον για το ξωτικό που άκουγε στο όνομα Elizabeth Frazer, το μικρότερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας, η ανάγκη απόδρασης ήταν σημαντική και η μουσική έγινε η πιο κοντινή πύλη. Μια βουλιμική έφηβη με έντονες διατροφικές διαταραχές που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κουνιάδο της και τον πατέρα της, εγκατέλειψε το σπίτι της μόλις στα 16, εξαιτίας της punk εμφάνισης που είχε υιοθετήσει. Με τα τατουάζ των Siouxsie & The Banshees να κοσμούν τα χέρια της, και τον παράξενο χορό της σε κάποιο club, τράβηξε την προσοχή του Robin Guthrie και του Will Heggie, που είχαν ιδρύσει το 1979 τους Cocteau Twins, και αυτοί της ζήτησαν να συμμετάσχει στη μπάντα. Ήταν μόλις 17 ετών και δεν είχε ποτέ φανταστεί τον εαυτό της σαν τραγουδιστή.

Τα πρωτόλεια τραγούδια της σύμπραξης των τριών στάλθηκαν με τη μορφή demo στον καταλυτικό για την εποχή ραδιοφωνικό παραγωγό John Peel, και στον Ivo Watts-Russell της 4AD, και οι Twins εξασφάλισαν δισκογραφικό συμβόλαιο με την ανερχόμενη λονδρέζικη εταιρεία.

Το “Garlands” που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1982 έμελλε να είναι το μοναδικό με τον ιδρυτικό μπασίστα Will Heggie. Όσο και αν κάποιοι το χαρακτήρισαν κυνικά σαν “Siouxsie με ηχώ και μάσκαρα”, η απόκοσμη λεωφόρος που καθορίστηκε τόσο από την εύθραυστη αλλά και κτητική φωνή της Elisabeth, άνοιξε διάπλατα και ανάγκασε πολλούς να μιλήσουν για τον χρόνο μηδέν της εναλλακτικής κιθαριστικής μουσικής. Τα εφέ παραίσθησης του Guthrie, η drum machine, και η στοιχειωμένη γυμναστική φωνητικών ανέδειξαν μια νέα γη στο ηχητικό περισκόπιο κριτικών και ακροατών. Το γκρουπ που πήρε το όνομά του από ένα τραγούδι των Johnny & The Self Abusers, που γρήγορα μετονομάστηκαν σε … Simple Minds, καθόρισε το ύφος μιας ολόκληρης εποχής και για περίπου δέκα χρόνια ταυτίστηκε και καθιέρωσε τον περίφημο πια 4AD ήχο, που παρέπεμπε σε ένα όμορφο, σκοτεινό εσωστρεφές ύφος. Η σφραγίδα τους πέρασε και στο αντίστοιχο artwork της εταιρείας.

Μετά την κυκλοφορία του 12ιντσου “Peppermint Pig” μέσα στο 1983, μιας δουλειάς που ο Guthrie ήθελε τόσο να ξεχάσει, αποχωρεί μέσα σε φιλικό κλίμα ο Heggie. Το ντουέτο αρχίζει να σμιλεύει ακόμα περισσότερο τον προσωπικό του ήχο, ο Guthrie αναλαμβάνει τα πάντα και τον Οκτώβριο του 1983 επιστρέφουν με το άλμουμ “Head Over Heels”. Η Frazer αρχίζει και απομακρύνει αισθητά τα φωνητικά της από τους έστω και παράξενους στίχους με συμβατικό λεξιλόγιο σε αινιγματικούς και συναισθηματικούς ήχους, μετατρέποντας τη φωνή της σε ακόμη ένα όργανο. Οι πυκνές κιθάρες με το παροιμιώδες ήδη reverb του Guthrie άρχισαν να καθορίζουν την αντίληψη του αιθέριου εκείνης της εποχής. Ο John Peel συνεχίζει να τους προσφέρει την αμέριστη στήριξη με την εκπομπή του.

Την ίδια χρονιά συμμετέχουν στο φιλόδοξο project της 4AD με το όνομα “This Mortal Coil”, με τον δημοφιλή καρπό της διασκευής στο “Song To The Siren” του Tim Buckley. Στη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας του TMC, γνωρίζονται με τον πολυοργανίστα Simon Raymonde που προσχωρεί οριστικά στο σχήμα, συμπληρώνοντας το περίφημο τρίο της συνέχειας.

Ο Raymonde αναλαμβάνει άμεσα το μπάσο για το τρίτο άλμπουμ τους, ενώ συνεισφέρει και στην παραγωγή με τον Guthrie. Η αρχική πρόθεση της εταιρείας να προσλάβει τον Brian Eno για παραγωγό λήγει με τη διακριτική του αποχώρηση, καθώς νιώθει πως μάλλον η μπάντα δεν τον χρειάζεται. Το ιστορικό πια “Treasure” που κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 1984 είναι το πρώτο τους που σκαρφαλώνει στο Top 40, απολαμβάνει μαζικής θετικής υποδοχής από τον τύπο και καθιερώνει και το single ‘Lorelei”.

Όπως συχνά συμβαίνει, η ευδαιμονία κοινού και κριτικών δεν συμβάδιζε με την άποψη των δημιουργών του “Treasure”: ο Raynonde το θεωρούσε ημιτελές και βιαστικό, και ο Guthrie το είχε χαρακτηρίσει “έκτρωση” και το χειρότερο άλμπουμ τους με διαφορά. Είναι όμως γεγονός πως μέχρι σήμερα θεωρείται από πολλούς φίλους της μπάντας η κορυφαία τους δουλειά. Οι εφευρετικές φωνητικές γραμμές που έκαναν τελικά αυτή την αποξένωση τόσο ελκυστική, έκαναν πολλούς να γράψουν για πραγματικό θρίαμβο και για τη συνάντηση με τη φωνή του θεού. Ο όρος dream pop, όσο και αν πραγματικά περιορίζει αυτή την απροσδιόριστη συνολική τους αίσθηση, αρχίζει να ακούγεται όλο και πιο συχνά. Για κάποιους ο επίφοβος ρομαντισμός του άνοιξε αργότερα το δρόμο για μπάντες όπως οι Sigur Ros, ενώ παροιμιώδης παραμένει η δήλωση του Robert Smith πως έβαλε να ακούσει το άλμπουμ καθώς ετοιμαζόταν την ημέρα του γάμου του.

Στο μεταξύ ο Raymonde λαμβάνει μέρος στο δεύτερο δίσκο του project This Mortal Coil, το ‘Filigree & Shadow” του 1986, και το ζεύγος, που ήδη βρισκόταν σε σχέση, προχωρά μόνο του στο επόμενο έργο, που τιτλοφορείται “Victorialand”, από το αντίστοιχο τμήμα της Ανταρκτικής. Ο ήχος τους γίνεται πιο ντελικάτος και λεπτός, με γλυκές παλλόμενες κιθάρες, χωρίς πολλά κρουστά, και η συνολική αίσθηση μοιάζει με ασφαλές, αρμονικό, ιαματικό γλίστρημα σε έναν κόσμο βαθιάς ηρεμίας που μοιάζει να μην χωρά απειλές. Οι στίχοι για ακόμα μια φορά είναι απροσδιόριστοι, η Fraser χρησιμοποιεί ακόμα και ξένα βιβλία, αλιεύοντας λέξεις των οποίων τη σημασία δεν ξέρει, απλά και μόνο για τον ήχο τους. Κάποιοι από τους τίτλους των τραγουδιών είναι παρμένοι από το βιβλίο του David Attenborough που συνόδευε το ντοκιμαντέρ του BBC “The Living Planet”, από τα αντίστοιχα αποσπάσματα για την Αρκτική και την Ανταρκτική. Το αιθέριο, απογυμνωμένο, και πανοραμικά, γαλήνια κεντημένο “Victorialand” κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1986.

Με την επιστροφή του Raymonde στη δράση, έρχεται και η συμφωνία της 4AD με την Capitol Records για την κυκλοφορία των δίσκων τους στη Βόρεια Αμερική. Μια κορυφή στη νότια Γιούτα έδωσε στην Fraser τον συνειρμό να ονομάσει το πέμπτο τους άλμπουμ, “Blue Bell Knoll”, που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 1988. Όντας στην πιο δημιουργική τους περίοδο, και πριν τα ναρκωτικά αρχίσουν να επηρεάζουν σημαντικά τον Guthrie, είχαν παράλληλα την ιδανική συγκυρία να στήσουν το δικό τους στούντιο στο North Acton, αγοράζοντας μια παλιά αποθήκη στο δυτικό Λονδίνο. Ήταν το πρώτο άλμπουμ που έκαναν έχοντας το δικό τους κλειδί και μια εξώπορτα που μπορούσαν να κλείσουν και να συνεχίσουν απερίσπαστοι. Βυθίζοντας τους εαυτούς τους στη συνθετική διαδικασία χωρίς να ανησυχούν για το αποτέλεσμα, ακολούθησαν τη ροή της, πλέκοντας ίσως τις κορυφαίες τους στιγμές ως τότε. Η επινόηση της γλώσσας των φωνητικών της Fraser, που ουσιαστικά ξεκίνησε σαν μια τακτική αποφυγής, είχε εξελιχθεί σε μια εκπληκτική εμπειρία. Αν κάποιοι ένιωσαν πως η μπάντα τελειοποίησε την αιθέρια βάση του “Treasure” είναι μάλλον επειδή για πρώτη φορά η ιδιαίτερη φύση τους ακουγόταν τόσο συγκεκριμένη, οριστική, ευδιάκριτη, πειστική και αδιαπραγμάτευτα υπερβατική. Ένας ξεχωριστός πλούτος από ήχους και αντανακλάσεις εικόνων συναρμολογούσε ένα φιλόδοξο, εκφραστικό και ονειρικό άλμπουμ. Οι περίεργοι συνειρμοί συνέχιζαν να κρύβονται σε τίτλους, όπως το “Athol-brose” που πήρε το όνομά του από το αντίστοιχο σκωτσέζικο ποτό από ουίσκι και μέλι, ενώ το υπέροχο “Ella Megalast Burls Forever” γράφτηκε ως φόρος τιμής στη μητέρα του Guthrie, μια μεγάλη σαν μέγεθος, ηλικία και προσωπικότητα γυναίκα, που ήταν πάντα πολύ χαρούμενη και ευκίνητη και η εικόνα της έμοιαζε να περιστρέφεται αιώνια.

Κατά έναν περίεργο τρόπο, τα προβλήματα της πραγματικής ζωής άρχισαν να επισκιάζουν οποιαδήποτε καλλιτεχνική αμφιταλάντευση ή δημιουργικό ενδοιασμό για τη συνέχεια. Ο εθισμός του Guthrie με την κοκαϊνη συνέχισε να επιδεινώνεται δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην σχέση του με την έγκυο πια Fraser. Ο Raymonde παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα και λίγο μετά, στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του νέου άλμπουμ, έχασε τον πατέρα του, που ασκούσε μεγάλη επιρροή πάνω του. Τον Σεπτέμβριο του 1989, το ζευγάρι καλωσόρισε τη γέννηση της κόρης τους, Lucy Belle. Αυτό το δίπολο γέννησης και θανάτου τελικά συνυπήρχε σε ένα άλμπουμ που σηματοδότησε την εξέλιξή τους σε τραγούδια πιο προσιτά, συγκεκριμένα, με τους στίχους της Fraser να γίνονται πιο κατανοητοί και αρκετοί από αυτούς να αφορούν την κόρη της.

Οι εξαρτήσεις του Guthrie και ο μειωμένος χρόνος του στο στούντιο, έφερε την παρουσία του Raymonde περισσότερο στο προσκήνιο στη διαδικασία της ηχογράφησης. Στη διάρκεια της μόνιμης παρουσίας του, όσο η Fraser ηχογραφούσε τα φωνητικά, ήταν η πρώτη φορά που εκτίμησε πόσο καταπληκτική ήταν. Ήξερε πως αυτή σιχαινόταν τους υπερθετικούς χαρακτηρισμούς, σκούπιζε τα δάκρια στα μάτια του και απαντούσε “ήταν ΟΚ, Liz”, ενώ ήταν μόνιμα συγκλονισμένος από αυτό που άκουγε.

Μετά την απουσία ζωντανής προώθησης του “Blue Bell Knoll”, ήθελαν πολύ να επιστρέψουν στη σκηνή, και η λογική των τραγουδιών που θα μπορούσαν να τα παίξουν ζωντανά, πέρασε στη συνθετική τους τακτική.
Η Fraser ονόμασε το άλμπουμ “Heaven Or Las Vegas”, μια πρόταση για αλήθεια και ειλικρίνεια απέναντι στα τεχνάσματα, για μουσική απέναντι στο εμπόριο, ένα στοίχημα, μια τελευταία ζαριά. Κυκλοφόρησε στα πρώτα γενέθλια της Lucy Belle, τον Σεπτέμβριο του 1990. Η υποδοχή ήταν ενθουσιώδης και ενώ αποθεώθηκε η απόπειρα περισσότερης προσβασιμότητας, επιβεβαιώθηκε την ίδια στιγμή πως αποτελούσαν ακόμα μια ανεξάρτητη, αινιγματική πραγματικότητα, αμίμητη, ελκυστική και αβίαστη. Ο επικεφαλής της 4AD, Ivo Watts-Russell την χαιρέτησε ως μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες της εταιρείας του, όμως λίγο αργότερα τερμάτισε τη σχέση του μαζί τους, καθώς οι σχέσεις τους είχαν επιδεινωθεί σοβαρά. Η πρόσληψη ενός manager για τα φορολογικά προβλήματα που είχαν ήδη αντιμετωπίσει κατ’ επανάληψη, απομάκρυνε περισσότερο τις δυο πλευρές.

Σε ένα βιβλίο του με τίτλο “Blue Highways”, ο Αμερικανός ταξιδιωτικός συγγραφέας William Least Moon βαθμολογεί την ποιότητα των εστιατορίων με βάση τον αριθμό των ημερολογίων που έχουν κρεμασμένα στους τοίχους. Κάπως έτσι προέκυψε ο τίτλος του έβδομου άλμπουμ των διδύμων, το πρώτο για την Fontana, και η αρχή του τέλους, το “Four Calendar Cafe”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1993. Περισσότερο γήινοι από κάθε άλλη φορά, αποκαλύπτονται άμεσα, αρχικά από την κιθάρα του Guthrie, που ηχεί περισσότερο συμβατική από ποτέ, και την Fraser να τραγουδά σχεδόν κατανοητά. Πίσω από την προσιτή dream pop κουρτίνα του, το άλμπουμ είναι γεμάτο τραυματικές αντηχήσεις. Με έναν νευρικό κλονισμό στη διάρκεια των ηχογραφήσεων, η Fraser δεν παίρνει απλά το ρίσκο να αναρωτηθεί συνολικά για τους άντρες στις ζωές όλων, τολμά να επιστρέψει ακόμα και στο φάντασμα της κακοποίησης που υπέστη στην εφηβεία της. Η μακρινή μανία της για μια κοινωνία που επώαζε το αυγό του φιδιού, τυλιγμένη στους δικούς της γλυκόπικρους ερμηνευτικούς κώδικες, φαντάζει δυστυχώς σήμερα το ίδιο επίκαιρη και επείγουσα.

Η ηχητική προσβασιμότητα οδήγησε την κινέζα pop star Faye Wong να διασκευάσει τα “Bluebeard” και “Know Who You Are At Ever Age”, και στη συνέχεια να έχει συμμετοχή στα δεύτερα φωνητικά του επόμενου, τελευταίου άλμπουμ της μπάντας. Ο Guthrie έχει μπει ήδη σε πρόγραμμα απεξάρτησης, η Frazer υποβάλλεται σε ψυχοθεραπεία, αλλά είναι πολύ αργά για τον γάμο τους που ήδη αποτελεί παρελθόν πριν την κυκλοφορία του “Four Calendar Cafe”.

Μια πολύ πετυχημένη περιοδεία ακολούθησε στην οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά ζωντανός ντράμερ μαζί τους, αλλά η Fraser ήταν εμφανώς φθαρμένη. Τον Μάρτιο του 1996, το άλμπουμ “Milk & Kisses”, τους βρήκε να αλληθωρίζουν προφανώς προς το παρελθόν τους, με τις κιθάρες του Guthrie να πυκνώνουν τα στρώματά τους και να επανακτούν μέρος του εκκεντρικού τους ήχου, και την σοπράνο να καταφεύγει συχνά στην απροσδιόριστη αλλά γνώριμη γλωσσολαλιά της. Η σκοτεινή και μελαγχολική του κομψότητα περιεγράφηκε αργότερα από την Fraser σαν το απόσταγμα μιας θλιβερής εποχής. Η πιο έγκυρη ερμηνεία γι’ αυτό είναι η αφιέρωση του “Rilkean Heart” στον πρόωρα χαμένο Jeff Buckley, τον οποίο πλησίασε για ένα διάστημα μετά τον χωρισμό της από τον Guthrie, χωρίς η σχέση να κρατήσει. Ο χαμός του, σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, έδωσε άλλη, τραγική βαρύτητα στο τραγούδι. Ο επίλογος του υπέροχου “Seekers Who Are Lovers” σφραγίζει έναν ασύγκριτο μαγικό κύκλο δημιουργίας. Βέβαια, όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ, δεν ήξεραν πως θα ήταν το τελευταίο τους. Το 1997, όταν άρχισαν να ηχογραφούν το ένατο άλμπουμ τους, η τριάδα διαλύεται λόγω ασυμβίβαστων διαφορών που ουσιαστικά είχαν να κάνουν με τη δύσκολη πια συνύπαρξη της Fraser με τον Guthrie. Ένας συγκεκριμένος αριθμός τραγουδιών είχε σχεδόν ολοκληρωθεί αλλά το γκρουπ δήλωσε κατηγορηματικά πως δεν πρόκειται ποτέ να κυκλοφορήσουν σε οποιαδήποτε μορφή.

Ο Raymonde ακολούθησε προσωπική καριέρα σαν μουσικός αλλά κυρίως σαν παραγωγός, η Fraser είχε αρκετές περιστασιακές συνεργασίες και συμμετοχές αλλά γενικά σίγασε. Ο Guthrie κυκλοφόρησε προσωπικά άλμπουμ, επιχείρησε να παρηγορηθεί με μια πιο απλή απομίμηση των Twins στους Violet Indiana με την Siobhan de Mare των Mono, και είχε πλήθος συνεργασιών και συμμετοχών.

Η κληρονομιά τους ακόμα και σήμερα, 24 ολόκληρα χρόνια μετά τον τελευταίο ήχο παραμένει ένα αιθέριο, αυτόνομο καταφύγιο που δελεάζει διαφορετικούς ακροατές αλλά ταυτόχρονα παραμένει τόσο απομακρυσμένο από κάθε είδους rock ή pop συμβάσεις. Η σύμπραξη δυο τόσο διαφορετικών ανθρώπων, που έλκονταν ίσως για τους λάθος λόγους σύμφωνα με τα λόγια της Liz, και ενός αρμονικού ρυθμιστή ανάμεσά τους, μετέτρεψε τόσο συχνά το δηλητήριο και τον πόνο της πραγματικής ζωής σε ένα διαβατήριο για έναν τόπο λυτρωτικό και παυσίπονο.

Στις 31 Ιανουαρίου του 2005 οι Twins ανακοίνωσαν πως θα επανασυνδεθούν για μια εμφάνιση στο Φεστιβάλ Μουσικής και Τεχνών Coachella Valley, στις 30 Απριλίου, με άμεσα σχέδια να προσθέσουν νέες ημερομηνίες μιας περιοδείας. Στις 16 Μαρτίου, η επανένωση ακυρώθηκε, αφού η Fraser δήλωσε πως δεν πρόκειται να συμμετάσχει, θεωρώντας αδύνατη ξανά τη συνύπαρξή της με τον πρώην άντρα της και μουσικό συνοδοιπόρο. Ανάμεσα στον επικείμενο πόνο, τις παλιές πληγές και το άμεσο κέρδος 1,5 εκατομμυρίου λιρών, διάλεξε πάλι και για τελευταία φορά τον παράδεισο και όχι το Λας Βέγκας…

About Γιώργος Γεωργίου 521 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…