GHOSTDANCE THE BAND: “Dead Around”

Υπάρχει ταλέντο και αγάπη για το ροκ ν’ ρολ ακόμη και τα πιο ανύποπτα μέρη του κόσμου.

Και δεν εννοώ μόνο το απόκρημνο Idaho, το βιομηχανικό Gelsenkirchen ή το γραφικά βαρετό Poznan. Μιλάω για μέρη όπως η δυσβάσταχτα φορτωμένη με βουκολική παράδοση, η δική μας, Άρτα.

Εκεί δημιουργήθηκαν στα τέλη του 2011 οι Ghostdance, μια κολεκτίβα από ψημένα στα ακούσματα και στις live σκηνές παλληκάρια, με μπροστάρη τον Γιάννη Σιδεράκη, γνώριμη μορφή στα μειοψηφικά ροκ μονοπάτια της άγριας δύσης (της Ηπείρου). Αν και μικρό χρονικό διάστημα ενεργοί, έχουν καταφέρει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην ελληνική σκηνή με το ντεμπούτο τους EP “Little Man” το 2012. Πριν λίγους μήνες ετοίμασαν το “Dead Around”, άλμπουμ με 9 κομμάτια και μια ταιριαστή εισαγωγή/ εξόδιο. Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering έγιναν στο στούντιο Vision of Sound στα Γιάννινα από τον Θωμά Νάστο, το artwork από τον Γιώργο Αλυμάρα και οι φωτογραφίες του album από τον Παναγιώτη Παππά.

Οι συνθέσεις είναι δεμένες, με την biker αισθητική να διασταυρώνεται πότε με την southern rock απλότητα, πότε με την “δεν παίρνω χαμπάρι” αλητεία των Rose Tattoo και των Circus Of Power, δύο γκρουπ που έρχονται κατά νου διαρκώς στο άκουσμα του καινούριου αυτού LP τους. Οι κιθάρες (Στάθης ΚρίκαςΜάκης Φελέκης) είναι επίμονες, λιτές όσο και εκφραστικές (φαίνεται κυρίως στα lead), η ρυθμική βάση (Γιώργος ΧαρίτοςΛεωνίδας Αθανασίου) ακέραια και μετρημένη. Η δε εκφορά του Σιδεράκη έχει την απαιτούμενη “μη με κοιτάς και βάλε μου ένα απ’ τα ίδια, μπάρμαν” attitude που συναντάμε σε κάθε απόκληρο γκρουπ απ’ την Οκλαχόμα ως το Ελσίνκι, πρόθυμο να ταυτοποιηθεί απ’ το ανοικονόμητο μελάνι στα μπράτσα και τη λατρεία για ο,τιδήποτε έχει δύο ρόδες, εξάτμιση και εξαπολύει θόρυβο.

Όσο για τα κομμάτια, εκεί είναι που τελικά πείθουν. Με το ομώνυμο “Dead Around” έχουν φτάσει μια ανάσα από το να φτιάξουν ένα κλασσικό διαμαντάκι με θανατερό groove (και με βίντεο πραγματικής κλάσης, να ισορροπεί μεταξύ ταινίας τρόμου και παρωδίας – από Δημήτρη και Κώστα Μανταλιά), τα “Riding Free”, “Johnny The Dog” και “Son Of The Undertaker”, έχουν ικανά συναυλιακά credentials, ενώ με το “Tattoο” αποδεικνύουν ότι την τέχνη σκοπεύουν να την παιδέψουν, για να μας αφήσουν κομμάτια δικά τους, με σφραγίδα.

Κλασσικό ροκ παιγμένο από έλληνες μουσικούς που έχουν αγαπήσει αυτό παίζουν και παίζουν αυτό που αγαπάνε. Χωρίς ηχοκλοπές και προσπάθειες να υποδυθούν, που εύκολα αποκαλύπτονται ως γελοίες σε ένα τόσο ατόφιο στυλ. Με την τιμιότητα και η ικανότητα ως γνώμονα, παίρνουν από καλό έως πολύ καλό βαθμό. Αν είναι έτσι και στο live, προμηνύονται – και προσδοκώνται για αρχή – ενδιαφέροντα support.