STRATOVARIUS

Τρεις φίλοι από τη Φιλανδία αποφασίζουν το 1989 να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους, που έφερε το όνομα “Fright Night”.

Τα φωνητικά και την κιθάρα, είχε αναλάβει κάποιος άγνωστος τότε, Timo Tolkki, το μπάσο ένας Jyrki Lentonen και τα drums ένας Tuomo Lassila. Το σχήμα που έφτιαξαν αυτοί οι φίλοι βαπτίστηκε “Stratovarius”, και έμελλε να είναι το συγκρότημα που θα επηρέαζε όσο κανένα άλλο το ευρωπαϊκό power/speed στα 90’s.

Μεγαλωμένοι ακούγοντας όλες τις μεγάλες μπάντες των 70’s και early 80’s, οι Stratovarius στο πρώτο τους cd ψάχνουν ακόμα για αυτόν τον πολυπόθητο “προσωπικό ήχο”, που κάνει κάθε συγκρότημα να ξεχωρίζει (ήχο, τον οποίο άλλοι βρήκαν, και άλλοι ακόμα ψάχνουν σε μερικές μπάντες).

Έχοντας ως κύριες επιρροές τους Helloween (μάλιστα έχουν ξεσηκώσει και το bridge του κλασσικού “I’m alive”, στο εναρκτήριο “Future shock”), Maiden και Rainbow, οι Φιλανδοί κάνουν μια αξιοπρεπέστατη πρώτη εμφάνιση στα metal δρώμενα.

Τρία ολόκληρα χρόνια λοιπόν, μετά το συμπαθητικό ντεμπούτο τους, οι Stratovarius επιστρέφουν με ελαφρώς αλλαγμένο line-up και κυκλοφορούν το “Twilight Time”, ένα δίσκο που προβλημάτισε με κάποιες συνθέσεις που είχαν περίεργη δομή, για τα δεδομένα της μπάντας και του είδους, ενώ καθόλη τη διάρκειά του, ένα σκοτεινό και απόκοσμο feeling βρίσκεται διάχυτο στην ατμόσφαιρα.

Ο προβληματισμός πολλών έγκειται στο γεγονός ότι δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοιου είδους πειραματισμούς στην ευρωπαϊκή power/speed σκηνή. Οι Stratovarius ξένισαν με το “Twilight time”, αλλά παράλληλα έκαναν ένα ακόμη βήμα προς την αναγνωρισημότητα και τη δόξα.

Το τρίτο τους όμως album (“Dreamspace”) είναι αναμφισβήτητα το καλύτερό τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, και ίσως το αγαπημένο των Ελλήνων οπαδών. Είναι ο δίσκος ο οποίος έκανε ιδιαίτερα γνωστό το συγκρότημα στο ευρύτερο κοινό, πραγματοποιώντας υψηλές πωλήσεις. Το χαρακτηρίζει η ποικιλομορφία των τραγουδιών του, καθώς συναντάμε και εδώ μεν την παραπάνω σκοτεινή ατμόσφαιρα, αλλά συμπορεύεται άψογα με τις μελωδικές στιγμές του δίσκου.

Στο album υπάρχει όμως ένα κομμάτι το οποίο, αν και πολυαγαπημένο, είχε συζητηθεί, με αποτέλεσμα την μερική σπίλωση του ονόματος που πάσχιζε να δημιουργήσει η μπάντα. Μιλάω φυσικά για το “Reign of Terror”, το οποίο, δικαίως, κατηγορήθηκε, καθώς το βασικό riff του μοιάζει απίστευτα πολύ με εκείνο του κλασσικού “Symphony of Destruction” των Megadeth. Όπως και να έχει όμως, μιλάμε για έναν καταπληκτικό δίσκο, στο σύνολό του.

Ένα χρόνο μετά το “Dreamspace”, οι Stratovarius επιστρέφουν με νέο τραγουδιστή, και στη θέση του Timo Tolkki βρίσκουμε τον ταλαντούχο Timo Kotipelto. Ο Tolkki βέβαια δεν έφυγε από την μπάντα, απλώς προτίμησε να ασχοληθεί full-time με την κιθάρα του, και ίσως με λίγα back-vocals.



Στο “Fourth Dimension”, το συγκρότημα από τη Φιλανδία έχει πλέον βρει τον ήχο του, και ηχογραφεί μερικά από τα πιο κλασσικά του κομμάτια (“Against the Wind”, “Distant Skies”, “Twilight Symphony”). Ο δίσκος δεν είναι καλύτερος από τον προηγούμενο, αλλά στέκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Το μόνο σίγουρο είναι πως με την τέταρτη αυτή κυκλοφορία τους δείχνουν πως πλέον αρχίζουν να εξελίσσονται σε μια μπάντα με υψηλές απαιτήσεις από τη δουλειά τους, κερδίζοντας ολοένα και περισσότερους οπαδούς.

Ακούραστοι και εργατικοί πλέον, βγάζουν στην αγορά το 1996 το “Episode”. Στο εν λόγω δίσκο υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στο line up, καθώς στην μπάντα εισχώρησαν στη θέση του drummer ο πολύ γνωστός Jorg Michael (τότε Running Wild, Axel Rudi Pell, ex-Rage) και στα πλήκτρα ο Jens Johansson (ex-Yngwie Malmsteen, Mastermind). Σε συνδυασμό, λοιπόν, με τους “παλιούς” Timo Tolkki (κιθάρες), Timo Kotipelto (φωνητικά) και Jari Kainulainen (μπάσο- μέλος της μπάντας από το 1993), δημιουργούν ένα εξαιρετικό σύνολο, ανεβάζοντας κατά πολύ τα standards στην euro-power σκηνή.

Το album ξεπερνάει σε στιγμές ακόμα και το πολύ καλό “Dreamspace”, όπως και πολλές άλλες δουλειές της αποχής, ενώ ο Tolkki έχει πάρει πλέον το “κολλάει” της παραγωγής, προσδίδοντας με την καθαρότητά της στο τελικό αποτέλεσμα. Στο “Episode” συναντώνται κλασσικά power κομμάτια, mid-tempo συνθέσεις και μελαγχολικές μπαλάντες, όλα εκτελεσμένα με μεράκι και έμπνευση. Οι πόρτες της αναγνώρισης είχαν ανοίξει για τα καλά πλέον για τους Stratovarius.

Η φόρα του συγκροτήματος δεν έδειχνε να έχει σταματημό, καθώς το 1997 κάνει την εμφάνισή του στα ράφια των δισκοπωλείων το “Visions”. Μιλάμε για το δίσκο στον οποίο (μεταξύ άλλων) εμπεριέχονται τα “The Kiss of Judas”, “Black Diamond”, “Forever Free”, “Paradise” και “Legions”, που εδώ και πολλά χρόνια έχουν σχεδόν μόνιμη θέση στο setlist της μπάντας στις live εμφανίσεις της.

Το “Visions” είναι ένα album που ζήλεψε κάθε power/speed συγκρότημα της εποχής, καθώς ήταν η στιγμή που έκανε τους Stratovarius να κατακτήσουν την κορυφή. Έχοντας διαμορφώσει πλέον έναν προσωπικό ήχο, πράγμα δύσκολο στο ιδίωμα, καταφέρνουν να γίνουν αναγνωρίσιμοι και να θέσουν γερά θεμέλια για τη μετέπειτα πορεία τους.

Μετά από την επιτυχία του “Visions”, οι Stratovarius κυκλοφόρησαν το πρώτο live της καριέρας τους. Κι αν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να μας κάνει περήφανους, σαν Έλληνες οπαδούς, είναι το γεγονός ότι ο δίσκος, στην πλειοψηφία του, ηχογραφήθηκε στη χώρα μας, ενώ κάποια μέρη στο Μιλάνο. Στο διπλό αυτό cd περιέχονται κομμάτια από τις τότε τρεις τελευταίες κυκλοφορίες του συγκροτήματος (“Fourth Dimension”, “Episode”, “Visions”) και η ατμόσφαιρα που επικρατεί είναι άκρως γιορτινή.

Μετά όμως από ένα δίσκο σαν το “Visions”, είναι δύσκολο να ξεπεράσει η μπάντα τα υψηλά standards που είχε θέσει. Δυστυχώς, για πολλούς, οι Stratovarius επέστρεψαν με ένα album, πολύ καλό μεν, αλλά χωρίς πιθανότητες να συγκριθεί με τις προηγούμενες κυκλοφορίες του. Το “Destiny” έβγαλε και αυτό κάποιες επιτυχίες, αλλά δεν απασχόλησαν τόσο όσο ανέμενε και το ίδιο το συγκρότημα. Σε γενικές γραμμές το album δεν είναι άσχημο. Απλά δεν έχει πρωτότυπες ιδέες, ενώ παράλληλα πολλοί το χαρακτήρισαν euro-pop-power, γεγονός το οποίο οφείλεται στην, υποδειγματική κατά τ’ άλλα, παραγωγή, αλλά και στην πιο light προσέγγιση μερικών κομματιών.

Έχοντας λοιπόν στο μυαλό τους πως δεν πρέπει να επαναληφθεί το συνθετικό αποτέλεσμα του “Destiny”, οι Tolkki, Kotipelto, Kainulainen, Johansson και Michael μπήκαν στο studio για να ηχογραφήσουν τα εννέα τραγούδια που αποτέλεσαν το “Infinite” του 2000. Συνολικά είναι σαφώς καλύτερο από την προηγούμενη κυκλοφορία τους, αλλά όχι και από των άλλων δίσκων τους, κι αυτό γιατί οι Stratovarius, με εξαίρεση τα κομμάτια “Hunting High and Low” και “Millennium”, έχουν γυρίσει σελίδα. Εδώ υπάρχει έντονο το στοιχείο του πειραματισμού, στα πλαίσια που μπορεί να υπάρξει στην power, ενώ οι συνθέσεις διαφέρουν αρκετά, δομικά, κάνοντας ένα βήμα μπροστά στην έννοια της εξέλιξης.

Το μοναδικό στραβοπάτημα είναι πως, ενώ υπάρχει η διάθεση για κάτι καλό, δεν καταφέρνουν να συνδυάσουν πολύ καλά την εξέλιξη με την ποιότητα, με αποτέλεσμα να έχουμε κάποιες αδιάφορες συνθέσεις, με τέλεια, καλογυαλισμένη παραγωγή και πρωτότυπες ιδέες.

Κατά τη γνώμη μου, τα συγκροτήματα τα οποία κυκλοφορούν ανά δουλειά και από ένα live ή best of ή κάτι τέτοιο, βρίσκονται σε κάμψη. Στην περίπτωση των Stratovarius έχουμε πρώτα ένα live διάδοχο του “Visions”, στη συνέχεια το best-of “Chosen ones”, που ακολούθησε το “Destiny”, και το 2001 το “Intermission” (λίγο μετά από το “Infinite”). Στο τελευταίο η μπάντα συγκέντρωσε διάφορα b-sides, διασκευές και ακυκλοφόρητα κομμάτια τα οποία για διάφορους λόγους δεν είχαν μπει στους δίσκους τους (πιθανότατα λόγω της μετριότητας των περισσοτέρων). Φυσικά και πέρασε παντελώς αδιάφορο στο ευρύ κοινό.

Το μέτριο “Intermission” ακολούθησε το Home Video/DVD με τίτλο “Infinite Visions”, γεγονός το οποίο έκανε και επίσημο το ότι οι Stratovarius χρειάζονταν ένα μεγάλο διάλειμμα, καθώς τα τελευταία album τους ήταν απλώς καλά, σε αντίθεση με κάποια παλαιότερα τα οποία ήταν διαμάντια.

Έχοντας καταλάβει πλήρως ο πρόβλημά της, η μπάντα, μπαίνει στο studio αποφασισμένη να προχωρήσει ακόμη περισσότερο μουσικά, βάζοντας progressive στοιχεία στα κομμάτια, χρησιμοποιώντας σε συνθέσεις ολόκληρη ορχήστρα, δίχως παράλληλα να ξεχνούν τη συνταγή που τους έκανε γνωστούς. Το αποτέλεσμα βαφτίστηκε “Elements part I” και είναι πέρα του δέοντος ικανοποιητικό ενώ το συγκρότημα επαναπροσδιορίζεται στα μουσικά δρώμενα. Αυτό όμως που δεν περίμενε κανείς είναι την απογοητευτική μετέπειτα πορεία του σχήματος.

Όσοι ανυπομονούσαν λοιπόν για έναν άξιο διάδοχο του “Elements part I”, βρέθηκαν προ εκπλήξεως όταν άκουσαν το “Elements part IΙ” το 2003. Οι πειραματισμοί ήσαν ελάχιστοι και γενικά η εντύπωση του δίσκου ήταν πως το συγκρότημα έχοντας ηχογραφήσει από πριν διάφορα κομμάτια, επέλεξε τα καλύτερα για το πρώτο μέρος του “Elements”, ενώ για το δεύτερο κράτησε τα υπόλοιπα. Γλυκόπικρη η γεύση που άφησε το album σε μια περίοδο που το μελωδικό power είχε ήδη αρχίσει να χάνει έδαφος.

Το τι ακολούθησε στις τάξεις των Stratovarius μάλλον ως τραγελαφικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ο Timo Tolkki, λόγω πίεσης και άγχους όπως επικαλέστηκε μετά, έμοιαζε να έχει χάσει τα λογικά του. Για την ακρίβεια ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και πασαλειβόταν με αίμα, διότι έτσι πρόσταζαν τα όνειρα του.

Ακολούθησαν και άλλα τέτοια γελοία περιστατικά, ώσπου αποφάσισε να διαλύσει τη μπάντα και να φέρει ως τραγουδίστρια μια γυναίκα ονόματι Katriina “Miss K” Wiiala.

Ύστερα από πληθώρα ανούσιων δημοσιεύσεων και διαπληκτισμών με τα πρώην μέλη, ως δια μαγείας γίνεται reunion και οι Stratovarius κυκλοφορούν το ενδέκατο, ομώνυμο, studio album τους.

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία ναι μεν διαθέτει όλα τα συστατικά που έκανε εξ αρχής αγαπητό το συγκρότημα, ναι μεν έχει ίσως την καλύτερη παραγωγή που διέθεταν ποτέ, αλλά συνάμα αποτελεί μια απέλπιδα προσπάθεια επανακαθιέρωσής τους μέσω δοκιμασμένων μεθόδων και αναμασημένων τραγουδιών. Άλλωστε, ασχέτως με το τι έδειχναν προς τα έξω, εξακολουθούσε να αιωρείται μια δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του Timo Tolkki, που με τα τερτίπια του έφερε τους Stratovarius σε ένα βήμα πριν την οριστική διάλυση.

Η φυσική εξέλιξη των παραπάνω συμβάντων ήταν η οριστική αποχώρηση του Tolkki από τη μπάντα, η οποία βέβαια συνοδεύτηκε με άλλες αστείες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές, ενώ για πολύ καιρό δεν υπήρχε κατάληξη στο εάν οι εναπομείναντες Timo Kotipelto, Jens Johansson, Jοrg Michael και Lauri Porra (είχε αντικαταστήσει τον Jari Kainulainen που είχε αποχωρίσει από το 2005) θα κρατούσαν το όνομα “Stratovarius”.

Τελικά, στις αρχές του 2009 θα κυκλοφορήσουν το συμπαθητικό “Polaris”, με τον χαρισματικό Matias Kupiainen στις κιθάρες, διατηρώντας τελικά τα δικαιώματα του ονόματος της μπάντας. Ο δίσκος δεν προσέφερε κάτι καινούριο στους ακροατές και η απώλεια του βασικού συνθέτη του group είναι εμφανής, μιας και ελάχιστες συνθέσεις ξεχώρισαν.

Παράλληλα ο Tolkki δισκογραφεί με το σχήμα Revolution Renaissance (έναν κλώνο ουσιαστικά των Stratovarius), ενώ κυκλοφόρησε και το απαράδεκτο “Saana- Warrior of Light part I”. Επίσης, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου, θέλει επαναφέρει τα μέλη που βρίσκονταν στο “Dreamspace” για την ηχογράφηση ενός δίσκου, υπό το όνομα “Return to Dreamspace”.

Οι Revolution Renaissance διαλύθηκαν ύστερα από τρεις κυκλοφορίες και το επόμενο βήμα του Tolkki ήταν οι Symfonia, με τον Andre Matos (Shaman, ex- Angra) στα φωνητικά, σχήμα το οποίο δεν κράτησε για παραπάνω από ένα δίσκο. Τώρα ασχολείται με το προσωπικό του project, Timo Tolkki’s Avalon.

Οι Stratovarius έχοντας χάσει μεγάλο μέρος των οπαδών τους προσπαθούν να ανακάμψουν με το “Elysium” (2011), το οποίο δεν περνάει απαρατήρητο, μιας και δείχνει πως υπάρχει μια σχετική εξέλιξη από το “Polaris”, με τον Kupiainen να βάζει το δικό του στίγμα στον ήχο της μπάντας, διατηρώντας μια σταθερή ποιοτική γραμμή στη μουσική του συγκροτήματος.

Ακολούθησε το “Under Flaming Winter Skies- Live In Tampere” (2012), το δεύτερο επίσημο live του σχήματος, το οποίο αποτέλεσε την τελευταία δουλειά του group με τον Jorg Michael πίσω από τα drums. Μέτρια κυκλοφορία που βασίστηκε κυρίως σε συνθέσεις από το παρελθόν τους, κάτι που προδίδει πως δεν είναι ακόμη σίγουροι για το νέο τους υλικό.

Και εκεί που η πλειοψηφία των οπαδών τους δεν περίμενε κάποια ιδιαίτερη συνθετική ανάταση από τους Φιλανδούς, έρχεται το Φεβρουάριο του 2013 το “Nemesis”, μια δουλειά που βάζει ξανά τους Stratovarius στο μουσικό χάρτη. Ύστερα από αρκετά χρόνια το συγκρότημα δείχνει να έχει ένα σαφέστερο προσανατολισμό σε ότι αφορά τον ήχο και προσφέρει ένα συνθετικό σύνολο που τιμά το παρελθόν του, αλλά παράλληλα δηλώνει το βροντερό παρόν του. For the record, τη θέση του Jorg Michael κάλυψε ο νεαρός Rolf Pilve.

Οι Stratovarius χτίζουν αργά και μεθοδικά την επιστροφή τους και ύστερα την επιτυχία του “Nemesis”, και θεωρώ πως οι επόμενες δισκογραφικές κινήσεις τους θα κρίνουν εκ νέου το μέλλον τους. Για να δούμε…

Δισκογραφία:
1989- Fright Night
1992- Twilight Time
1994- Dreamspace
1995- Fourth Dimension
1996- Episode
1997- Visions
1998- Live Visions of Europe
1998- Destiny
1999- The Chosen Ones
2000- Infinite
2001- Intermission
2003- Elements part I
2003- Elements part II
2005- Stratovarius
2009- Polaris
2011- Elysium
2012- Under Flaming Winter Skies- Live In Tampere
2013- Nemesis

Οι Stratovarius θα εμφανιστούν live στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου, μαζί με τους Secret Illusion και The Silent Rage (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

About Στέφανος Στεφανόπουλος 1315 Articles
Γεννήθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα με τα CD και μάλλον για αυτό ασχολείται τόσο πολύ με τη μουσική. Όταν δεν γράφει για αυτή, αγοράζει CD, και όταν δεν αγοράζει, θα τον βρείτε είτε να παριστάνει τον dj σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας, είτε να προσπαθεί να κατεβάσει κάποια ιδέα για διαφήμιση. Στο Rockway.gr εντάχθηκε το 2010 και κάπως, κάπου, κάποτε, βρέθηκε να κρατάει και τα κλειδιά του. Δεν συμπαθεί τους ψευτοκουλτουριάρηδες, τους ξερόλες και τη μουστάρδα. Δηλώνει εγωιστής, κυνικός και fan του Philip Dick.