Steve Vai (06/11/12) Fuzz club

Αν ηθοποιός σημαίνει φως, τότε μουσικός σημαίνει ήχος και άνθρωπος σημαίνει συναίσθημα. Κι ο Steve Vai συγκεντρώνει στην καλλιτεχνική μα και προσωπική του ταυτότητα σπάνιο συνδυασμό χαρακτηριστικών. 

Πέρα από τις αδιαμφισβήτητες κιθαριστικές και συνθετικές του ικανότητες, ο Vai διαθέτει και εξαιρετικά επικοινωνιακά χαρίσματα και λαμπερή προσωπικότητα και αυτό είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε από πρώτο χέρι όσοι παρευρεθήκαμε (και ήμασταν πολλοί) στο σχεδόν τρίωρο live της περασμένης Τρίτης στο Fuzz club.

Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο ανήμερα του live για την ώρα έναρξης δε κατάφερα να βρω καμιά πληροφορία, ακόμη και οι προσπάθειές μου να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με το club απέβησαν άκαρπες. Έτσι το απόγευμα μου ξεκίνησε με ένα σχετικό εκνευρισμό που εντάθηκε με την εμπλοκή στο κυκλοφοριακό χάος λόγω των απεργιών αλλά κι ενός αγώνα μπάσκετ στον Πειραιά. Κατάφερα να φτάσω στο Fuzz λίγα μόλις λεπτά πριν τις 21.30 και ο Vai ότι έβγαινε στην σκηνή. Φοβερό timing και στην θέα του καλοσυνάτου Αμερικανού και της Ibanez του παραμέρισε κάθε αρνητική σκέψη που στριφογυρνούσε ως εκείνη την στιγμή στο μυαλό μου.

Στον συναυλιακό χώρο κυριολεκτικά δεν έπεφτε καρφίτσα. Είδα και έπαθα να καταφέρω να φτάσω μέχρι την μέση, δίπλα στην κονσόλα του ηχολήπτη του Steve (από ότι κατάλαβα ηχογραφούν όλα τους τα show) και από εκεί απόλαυσα το ξεκίνημα με “Racing The Storm” (The Story Of Light). Από την πρώτη στιγμή μου κέντρισε το ενδιαφέρον οπτικά η παρουσία της Deborah Henson και η επιβλητική ηλεκτρική άρπα που κρατούσε. Αν και ο ήχος γενικότερα ήταν σε πολύ καλά επίπεδα, δεν άκουσα την άρπα της Deborah παρά στις πιο ήπιες στιγμές του Vai και φυσικά στο σόλο της. Με δεδομένο ότι δεν την ακούγαμε σχεδόν καθόλου, βρήκα κάπως υπερβολική την σκηνική της παρουσία.

Η συνέχεια ήταν πάλι από το πρόσφατο album του με “Velorum”. Σήμα κατατεθέν το μαύρο καπέλο, τα σκούρα γυαλιά και η χαρακτηριστική λευκή Ibanez με την χειρολαβή και τα 3 τα οποία παραδίδει στον βοηθό του με το τέλος του κομματιού, μας καλησπερίζει στα ελληνικά και μας λέει πόσο χαίρετε που ξαναβρίσκεται στην χώρα μας, μας παρουσιάζει τους μουσικούς του, φωτογραφίζετε επί σκηνής με το κοινό και μοιράζετε ακόμη λίγες σκέψεις και αστεία μαζί μας λίγο πριν ξεκινήσει το “Building The Church” (Real Illusion: Reflections).

Οι ρυθμοί πέφτουν και οι πρώτες νότες του “Tender Surrender” (Alien Love Secrets) ηχούν στο Fuzz που έχει υποκλιθεί ήδη στην κιθάρα του που έκλαψε με λυγμούς στα χέρια του Steve. Δάκρυα είδαμε και στα μάτια του Vai λίγο νωρίτερα καθώς ο κόσμος φώναξε ρυθμικά το όνομά του κι εκείνος έδειξε να συγκινείται άμεσα. Πραγματικά σπάνιες στιγμές. Επιστροφή στο τελευταίο album με “Gravity Storm” και γκάζια ξανά. Αλλαγή ενδυμασίας και το κενό συμπληρώνει ο δεύτερος κιθαρίστας του, Dave Weiner (οπτικά έμοιαζε με έναν άλλο Joe Satriani) με ένα ακουστικό σόλο. Προσωπικά το βρήκα ανιαρό κι ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.    

Όταν ο Vai ξαναβγαίνει στην σκηνή παίζουν τα “Weeping China Doll” και “The Moon And I”, αμφότερα από την πρόσφατη δουλειά του και αυτά. Ειδικά στο τελευταίο μας εξήγησε πως το εμπνεύστηκε πριν μια ντουζίνα χρόνια στο soundcheck που έκαναν για το show στην Αθήνα και μπήκε μόλις τώρα σε studio album του. Ακολούθησαν τα “The Animal” (Passion And Warfare), “Whispering A Prayer” (WTWA) και “The Audience Is Listening” (Passion And Warfare) για να λάβει σειρά  έπειτα η Deborah με την φωτιζόμενη άρπα της σε ένα πραγματικά ενδιαφέρον σόλο (ενώ backstage ο Vai έκανε την δεύτερη αλλαγή ενδυμασίας). Το solo της ήταν χωρισμένο σε δυο μέρη με πιο ενδιαφέρον το δεύτερο στο οποίο τα έσπασε (όσο γίνεται να τα σπάσει κάποιος με μια ηλεκτρική άρπα) χρησιμοποιώντας πετάλι και τέρμα παραμόρφωση (αν μη τι άλλο πρωτότυπο!).

O Steve ξαναβγαίνει στην σκηνή με την ακουστική του κιθάρα ανά χείρας και μας προσφέρει ακουστικές εκτελέσεις του “Rescue Me Or Bury Me” (Sex And Religion) και “Sisters” (Passion And Warfare). Κάπου εδώ έλαβε χώρο ένα εκτενές “θεατρικό” (περισσότερο σε θέαμα τσίρκου έφερνε βέβαια) με τον Jeremy Colson (drums) να εμφανίζεται φορτωμένος με ένα αστείο σετ drums που περιελάμβανε ψηφιακά drumming pads, φωτάκια δεξιά και αριστερά και μια νεκροκεφαλή η οποία με την βοήθεια του εγγαστρίμυθου Colson πρόσφερε άφθονο γέλιο με τους διαλόγους που ακολούθησαν. Επίσης σε αυτό το σημείο με τις ακουστικές εκτελέσεις επιτέλους ταίριαξε στο κλίμα και η ηλεκτρική άρπα, ενώ ο θηριώδης όσο και ταλαντούχος Philip Bynde (bass) έπαιξε κόντρα μπάσο. Πριν ο Colson μείνει μόνος στην σκηνή για το δικό του solo και την τρίτη (και καλύτερη/εντυπωσιακότερη) αλλαγή εμφάνισης του Vai ακούσαμε (επίσης ακουστικά) τα “Treasure Island” (WTWTA), “Salamanders In The Sun” (Flex-able) και “Pusa Road” (Fire Garden).

O Vai ντυμένος με μια φουτουριστική στολή με πολλά πολλά led επάνω της, lazer στα γάντια των χεριών και κρατώντας μια κιθάρα ρεπλίκα αυτής του εξωφύλλου του “The Ultra Zone” έπαιξε το ομότιτλο κομμάτι. Τελευταία αλλαγή εμφάνισης (τέταρτη) και από το ίδιο album “Frank”. Λίγο πριν το τέλος είχε έρθει η στιγμή για ένα άλλο μέρος του show, στο οποίο ο Vai ανεβάζει στην σκηνή τυχαία άτομα από το κοινό και στήνουν ένα κομμάτι σύμφωνα με τους σκοπούς και τις μελωδίες που υποδεικνύουν οι θεατές αυτοί στους μουσικούς. Συνέβησαν κι εδώ διάφορα ευτράπελα (όχι προσχεδιασμένα όπως οι διάλογοι που προηγήθηκαν) κι ο Steve απέδειξε πόσο ετοιμόλογος είναι βγάζοντας από την δύσκολη θέση σε στιγμές αμηχανίας των “εθελοντών”, αλλά και πόσο άνετος και ακομπλεξάριστος είναι αφού τους άφησε στην συνέχεια να παραμείνουν επί σκηνής (κι επιπρόσθετα τους κάλεσε στον τελευταίο χαιρετισμό στο κοινό!). 

Αφού ακούσαμε και το τζαμάρισμα με το αυτοσχέδιο κομμάτι είχε έρθει η στιγμή για ένα εντυπωσιακό φινάλε με “For The Love Of God” (Passion And Warfare) και “Taurus Bulba” (Fire Garden). Ιδιαίτερα στο προτελευταίο ταίριαξε τόσο αρμονικά η άρπα με την κιθάρα του Vai που σχεδόν μετάνιωσα που την απέρριψα στο υπόλοιπο live. Όσο για το τελευταίο κομμάτι, υπήρξε ο ιδανικός αποχαιρετισμός πριν ο Vai την ξανακάνει για τον πλανήτη του.

Στον δρόμο της επιστροφής έκανα τον απολογισμό. Ο Vai γνωρίζει πως όσο καλός παίκτης κι αν είναι χρειάζεται αυτό το κάτι παραπάνω για να “κρατήσει” τον κόσμο στα live του, πέρα από τους… επίδοξους κιθαρίστες οι οποίοι ούτως ή άλλως χάζευαν αποσβολωμένοι κάθε κίνηση των χεριών του (όπως άλλωστε λέει και η δική μας παροιμία, το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς). Έτσι έχει στήσει ένα show με πολλές πτυχές και εναλλαγές που στο τέλος μόνο θετικές εντυπώσεις αφήνει στον θεατή. Το εισιτήριο βέβαια (για τα ελληνικά πλέον δεδομένα) ήταν λίγο (λίγο) τσιμπημένο (30ε χωρίς καν support μπάντα). Αυτό βέβαια ελάχιστους από τους παρευρισκόμενους φίλους του μάγου της κιθάρας θα απασχόλησε, αλλά οφείλω να το επισημάνω. Βέβαια από την άλλη πλευρά είδαμε ένα σχεδόν τρίωρο χορταστικό live με αρκετά καλό ήχο (o Vai ακουγόταν σχεδόν τέλεια, όπως και το μπάσο του Bynde ενώ οι υπόλοιποι απλά ικανοποιητικά, πάντως για τα δεδομένα του fuzz ήταν καλός ο ήχος).

Αν κάποιος δεν έχει δει (και ακούσει) τον Vai ζωντανά δεν θα μπορέσει να κατανοήσει την μαγεία που πηγάζει από την ταλάντωση των χορδών του, από το τράβηγμα στο τρέμολο του, ακόμη και από το παιχνίδι της γλώσσας και της αναπνοής του με την ταστιέρα και τις χορδές, όσο εκτενώς κι αν προσπαθήσω να το περιγράψω, ακόμη και αν διέθετα την “καλύτερη” πένα στον πλανήτη γη. Άλλωστε τείνω πλέον να πιστέψω απόλυτα τις φήμες που θέλουν τον Steve Siro Vai… εξωγήινο!

Steve Vai setlist:
Racing The Storm
Velorum
Building The Church
Tender Surrender
Gravity Storm
Dave Weiner acoustic guitar solo
Weeping China Doll
The Moon And I
The Animal
Whispering A Prayer
The Audience Is Listening
Deborah Henson electric harp solo (2 parts)
Rescue Me Or Bury Me
Sisters
Treasure Island
Salamanders In The Sun
Pusa Road
Jeremy Colson drum solo
The Ultra Zone
Frank
Build Me A Song
For The Love Of God
Taurus Bulba

Φωτογραφίες: Αναστασία Βερτερούρη

About Ιωάννης Φράγκος 357 Articles
Όταν δεν κυνηγάει το crew του Rockway για τα deadline των άρθρων, θα τον βρεις να σπινάρει δίσκους από τους κλασικούς της συμφωνικής μουσικής στους κλασικούς του 80’s Us metal, από το goth rock στο prog rock και metal. Έχει ένα φετίχ να καταγράφει στην κάμερά του μουσικές ιστορίες κι όλο και κάποιο σχετικό project τον περιμένει για επεξεργασία στον υπολογιστή του. Λατρεύει το διάβασμα, τον πλαστικομοντελισμό, τα videogames και το vegan φαγητό.