HAMMERFALL

Εικοσιπέντε χρόνια έχουν περάσει από την ίδρυση των Hammerfall με τους Σουηδούς σε αυτό το χρονικό διάστημα να έχουν κυκλοφορήσει δέκα studio albums, δύο live albums, δύο συλλογές και να έχουν περιοδεύσει σε όλο το πλανήτη.

Ταυτόχρονα, ακόμα και τώρα το όνομα τους είναι σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των μεταλάδων με ερωτήματα όπως: μεγάλο συγκρότημα ή υπερτιμημένοι; Έχουν τραγούδια που μένουν στο χρόνο ή χιτάκια; Πιστοί στρατιώτες του metal ή έμποροι που βασίστηκαν στο πρώτο δίσκο και από τότε σερβίρουν ξαναζεσταμένο φαγητό; Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Οι Hammerfall σχηματίστηκαν το 1993 στο Gothenburg, από τον κιθαρίστα Oscar Dronjak, λίγο μετά αφού έφυγε από τους death metallers Ceremonial Oath, με τον Oscar να καλεί και τον φίλο του jesper Strömblad (ex-In Flames) στα drums. Ο Dronjak είχε ήδη γράψει το “Steel Meets Steel” το οποίο αργότερα συμπεριλήφθηκε στο “Glory To The Brave”. Ακολούθησαν και άλλα μέλη από γνωστές μπάντες της Σουηδικής σκηνής, έτσι στους Hammerfall μπήκαν οι: Niklas Sundin (Dark Tranquillity) στη κιθάρα, ο μπασίστας Johan Larsson (ex-In Flames)  και στα φωνητικά ο Mikael Stanne (Dark Tranquillity). 

Όταν Niklas Sundin και ο Johan Larsson έφυγαν από τους Hammerfall τον επόμενο χρόνο αντικαταστάθηκαν από τον Glenn Ljungström (In Flames) και Fredrik Larsson (ex-Dispatched). Οι Hammerfall τα πρώτα χρόνια τους λογίζονταν σαν side project και δίναν λιγοστά show, κυρίως σε μια μουσική σκηνή στο Gothenburg, εν ονόματι Rockslaget. Σε αυτά τα show έπαιζαν δικά τους τραγούδια και διασκευές, κυρίως από Pretty Maids, Judas Priest και Alice Cooper.

Το 1996 συμμετέχουν σε ένα διαγωνισμό τραγουδιών στο Rockslaget και φτάνουν μέχρι το ημιτελικό όπου ο Mikael Stanne δηλώνει κώλυμα, έτσι αποφασίζουν να προτείνουν στον Joacim Cans να τραγουδήσει, και μπορεί να μην πέρασαν τελικό αλλά είχαν κερδίσει τον νέο τους τραγουδιστή, αφού η χημεία του Cans με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ήταν αρκετά καλή. 

 Οι Σουηδοί αποφασίζουν να δουν πιο επαγγελματικά την όλη φάση και ηχογραφούν ένα live demo με τα τραγούδια τους και το αποστέλλουν στην Ολλανδική Vic Records. Οι υπογραφές πέφτουν άμεσα και έτσι το θεϊκό “Glory To The Brave” κυκλοφορεί το 1997 στην Ολλανδία δεχόμενο αρκετές θετικές κριτικές. Ο δίσκος περιλαμβάνει οχτώ δικά τους κομμάτια (πλέον κλασσικά όλα) και μια διασκευή στο “Child Of The Damned” των Warlord. 

Η δημοτικότητα των Hammerfall ανέβαινε συνεχώς και με τη Nuclear Blast να προσφέρει προοπτική για 4 άλμπουμ (αλλά και ευρεία επανακυκλοφορία του ντεμπούτου) έγινε ξεκάθαρο πως οι Hammerfall δεν μπορούσαν πλέον να αποτελούν side project και έτσι αποχώρησαν οι Johan Larsson, Niklas Sundin και Jesper Strömblad που αντικαταστάθηκαν από τους Fredrik Larsson, Glenn Ljungström και Patrik Räfling αντίστοιχα. Αφού τους ανέλαβε η Nuclear Blast, το “Glory To The Brave”μπήκε για πάνω από 2 μήνες στο Γερμανικό top 100 φτάνοντας μέχρι το νούμερο 38 των chart, με τα Rock Hard και Heavy Oder Was? να τo ανακηρύσσουν άλμπουμ της χρονιάς. Οι πωλήσεις του δίσκου έφτασαν τις 100.000 κόπιες και επιπλέον κέρδισαν το Σουηδικό Grammy για την κατηγορία Best Hard Rock Group.

Το 1998 κυκλοφορεί το δεύτερο album των Hammerfall το “Legacy Of Kings”. Το album γράφτηκε από τους Joacim, Oscar και  Jesper, ο οποίος παρόλο που δεν ήταν στο συγκρότημα συνεχίζει να βοηθά τη μπάντα και η παραγωγή έγινε από τον Fredrik Nordström. Ο δίσκος ήταν πολύ καλός έχοντας κομμάτια όπως τα “Heeding the Call” και “Let the Hammer Fall” και θα παραμείνει τρεις εβδομάδες στα Γερμανικά charts, ενώ στο μπάσο πλέον έχει πάρει θέση ο Magnus Rosen. 

Στην πρώτη τους παγκόσμια περιοδεία ο Cans θα πάθει μια σοβαρή μόλυνση στο λαρύγγι,μετά από λίγο τσιμπάει την ίδια μόλυνση ο Magnus Rosen και μαζί με αυτόν και αρκετοί από το προσωπικό της περιοδείας και έτσι αρκετές ημερομηνίες ματαιώθηκαν ή ακυρώθηκαν. Μετά το τέλος της περιοδείας ο Patrik Räfling άφησε τη μπάντα και αντικαταστάθηκε από ένα φίλο του Magnus Rosen, τον Anders Johansson, αδελφό του Jens Johansson των Stratovarius.

To 2000 κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο, “Renegade”. Μεγάλη διαφορά σε σχέση με τον προκάτοχο του, με τηνη αλλαγή του Fredrik Nordström με τον Michael Wagener στην παραγωγή με τον Oscar να δηλώνει ότι επιθυμεί ο ήχος των Hammerfall να γίνει πιο εμπορικός. 

Το “Renegade” καταφέρνει να πουλήσει 40.000 δίσκους και να γίνει χρυσός και οι Σουηδοί βγαίνουν σε παγκόσμια περιοδεία παίζοντας σε 60 περίπου πόλεις. Πλέον έχουν ανεβεί με το σπαθί τους στην κορυφή του heavy/power.

Τέταρτος δίσκος των Hammerfall είναι το “Crimson Thunder” του 2002. Ο δίσκος είχε και αυτός μεγάλη επιτυχία με τη μπάντα να περιοδεύει με συγκροτήματα όπως Iron Maiden, Slayer, Twisted Sister, U.D.O. και Stratovarius, η περιοδεία όμως έληξε άδοξα λόγω ατυχήματος με τη μηχανή του Oscar Dronjak που έσπασε το δεξί του χέρι. 

Επίσης πριν τα γυρίσματα για το βίντεο του “Hearts On Fire” ο Cans δέχθηκε επίθεση με μπουκάλι μπύρας στο κεφάλι, σε ένα ροκ μπαρ όπου βρισκόταν με την φίλη του και υποβλήθηκε σε πλαστική χειρουργική επέμβαση, ευτυχώς όμως επανέκαμψε ολοκληρωτικά. Συνολικά ο δίσκος ήταν καλός, κατώτερος, όμως από τους τρεις προηγούμενους. 

Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το live album “One Crimson Night” και το 2005 ήρθε η στιγμή για την κυκλοφορία του “Chapter V: Unbent, Unbowed, Unbroken”. Το “Chapter V: Unbent, Unbowed, Unbroken” είναι στα ίδια επίπεδα με το “Crimson Thunder” έχοντας κομμάτια, όπως “Secrets”, “Blood Bound” και “Knights of the 21st Century”, αλλά και μερικά fillers με την ποιότητα του δίσκου να αυξομειώνεται από κομμάτι σε κομμάτι.

Στα ίδια επίπεδα κυμάνθηκε και το έκτο album τους το “Threshold” (2006) το οποίο πήγε στο No1 των Σουηδικών charts. To 2007 o Rosen θα αποχωρήσει για να ακολουθήσει σόλο καριέρα και στην θέση του στο μπάσο θα επιστρέψει ο Fredrik Larsson. Δεν ήταν αυτή όμως η μόνη αποχώρηση σε αυτή την φάση. 

Το καλοκαίρι του 2008 θα βγει από την σύνθεση της μπάντας ο κιθαρίστας Stefan Elmgren, για να αφοσιωθεί στην καριέρα του ως πιλότος της πολιτικής αεροπορίας. Στην θέση του θα μπει ο Pontus Norgren από τους The Poodles.

Επόμενος δίσκος το “No Sacrifice, No Victory” που κυκλοφόρησε το 2009. Το “No Sacrifice, No Victory” παίζει να είναι ο χειρότερος δίσκος των Hammerfall με μοναδική αναλαμπή το εναρκτήριο “Any Means Necessary” και τα υπόλοιπα κομμάτια να είναι αναμασήματα από παλιότερες κυκλοφορίες. Επίσης ο δίσκος περιέχει και μια διασκευή στο  “My Sharona” των The Knack 

Κάπου εκεί έπιασαν πάτο οι Hammerfall και αποφασίζουν να αλλάξουν κάποια πράγματα. Ο επόμενος δίσκος ονομάζεται “Infected” και κυκλοφορεί το 2012. Το “Infected” είναι ο πιο σκοτεινός δίσκος σε ατμόσφαιρα των Σουηδών και είναι ο μοναδικός δίσκος που δεν έχει τη mascot των Hammerfall, τον paladin Hector στο εξώφυλλο. 

Γενικά είναι καλός δίσκος χωρίς να περιέχει όμως το super hit. To 2012 κυκλοφορούν το live DVD “Gates of Dalhalla” γιορτάζοντας τα δεκαπέντε χρόνια δισκογραφικής ύπαρξης. Επίσης ο Oscar γράφει ένα βιβλίο για τους Hammerfall με το όνομα “The Legend of HammerFall”.

Το 2014 γίνεται το μεγάλο comeback! Επιστρέφει ο Fredrik Nordström στη παραγωγή του δίσκου και οι Hammerfall κυκλοφορούν το “(r)Evolution”. Πολύ καλός δίσκος με τραγούδια όπως “Hector’s Hymn”, “Bushido” και “Origins” που θα μπορούσαν να βρίσκονται ακόμα και στα δύο πρώτα album. To “(r)Evolution” έγινε νούμερο ένα στα Σουηδικά charts και μπήκε στο Top 5 σε έξι χώρες.

Το 2016 κυκλοφορεί ο τελευταίος δίσκος των Hammerfall “Built To Last”. Το “Built To Last” είναι ένας τυπικός δίσκος Hammerfall χωρίς όμως να είναι ένας από τους κορυφαίους δίσκους του συγκροτήματος. Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Dethrone And Defy”, “Built To Last” και “Hammer High”. Οι Σουηδοί βγήκαν σε μια ακόμα παγκόσμια περιοδεία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Έτσι το Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018 στο Principal και την Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018 στο Piraeus 117 Academy επιστρέφουν οι Hammerfall μαζί με τους Refuge, Blazon Stone και Armored Dawn τρία χρόνια μετά την τελευταία εμφάνιση τους στη χώρα. Οι οπαδοί τους είναι σίγουρο ότι θα είναι εκεί, για τους υπόλοιπους είναι ευκαιρία να δουν από κοντά τους Hammerfall, μια που τα live τους είναι από τα δυνατά χαρτιά της μπάντας και ο Joacim Cans είναι μια από τις καλύτερες φωνές στο χώρο του Power. 

Let The Hammer Fall!

Πελοπίδας Χελάς
About Πελοπίδας Χελάς 160 Articles
Γεννημένος τη δεκαετία του 80 έφαγε την πετριά με την σκληρή μουσική όταν στη τρυφερή ηλικία των 10, ένας συμμαθητής του από το σχολείο του έγραψε δυο κασέτες που του άλλαξαν όλη τη ζωή. Στη μια κασέτα ήταν γραμμένο το “The Number of the Beast ” και στην άλλη το “Master of Reality ”. Έκτοτε, η μουσική μπήκε για τα καλά στη ζωή του και μπορεί να έχουν περάσει 30 χρόνια, αλλά η καψούρα του για το metal παραμένει αμείωτη. Επίσης λατρεύει το διάβασμα, παίζει μανιωδώς video games και δεν λέει ποτέ όχι για κανα μονάκι σε κάποιο γήπεδο μπάσκετ.