THE SKULL: “The Endless Road Turns Black”

Οποιοσδήποτε έχει έστω και επιδερμική σχέση με αυτό που σφαιρικά ονομάζεται doom metal, έχει μια ξεχωριστή θέση στην υπόληψή του, για τον άρχοντα πίσω από το μικρόφωνο των Αμερικανών Trouble, Eric Wagner.

Όσο κι αν η φήμη ποτέ δεν δικαίωσε την ξεχωριστή τους σημασία και τη συνθετική προσφορά τους, είναι δύσκολο να περιφρονήσεις την εικονική διαφορετικότητα του χίπη από την Aurora. Ο Wagner με τις προσεγγίσεις του και με τα ψυχεδελικά χρώματα των 60’s διεύρυνε σημαντικά το συνολικό αποτέλεσμα, ενώ με τον ρεαλισμό και τη δύναμη της φωνής του συνόδεψε με βιβλική υπόληψη τις πιο σημαντικές στιγμές τους.

Έχουν περάσει ήδη οχτώ χρόνια από την οριστική, πια, αποχώρησή του και η δημιουργική διαδρομή του μοιράζεται ανάμεσα στο σκοτεινό hard των Blackfinger, και τους The Skull. Φαντάζει μάλλον περιττό να ρωτήσει κανείς πως ακούγονται οι δεύτεροι, από τη στιγμή που έχουν βαπτιστεί από τον τίτλο του θρυλικού δεύτερου άλμπουμ των Trouble.

Σήμερα λοιπόν, που οι “The Skull” παρουσιάζουν ολοκληρωμένο το δεύτερο κεφάλαιο της δικής τους ιστορίας, έχουν μεταμορφωθεί σε κάτι σαν supergroup του doom ιδιώματος: πέρα από τον πρώην μπασίστα των Trouble, Ron Holzner, μαζί τους πορεύεται και ο κιθαρίστας των Witch Mountain, Rob Wrong, ενώ τη θέση του Jeff “Oly” Olson ( ex-Trouble κι αυτός) στα τύμπανα έχει καταλάβει ο Brian Dixon (ex-Cathedral).

Η ισχυρότερη πρώτη εντύπωση του άλμπουμ είναι ο ήχος του: με ακρίβεια και ευλάβεια, ο σήμα-κατατεθέν ήχος των Trouble είναι παρών, και δίνει από την πρώτη στιγμή το έναυσμα στους πιστούς να ενδώσουν χωρίς δισταγμό. Παράλληλα, νιώθει κανείς άμεσα την τεράστια εμπειρία του ερμηνευτή Wagner, καθώς, χωρίς να υπολείπεται σε χρώματα, διαθέσεις, εύστοχη αναπλαστική απόπειρα της εικόνας των τραγουδιών, κάνει μια σοφή διαχείριση της σημερινής φωνής του, αφήνοντας έτσι στον εαυτό του τη δυνατότητα να είναι απόλυτα συνεπής και στις ζωντανές αποδόσεις των τραγουδιών.

Με πυλώνες λοιπόν, το γνώριμο ήχο και την αφηγηματική φωνή του Wagner, το Sabbath-οθρεμμένο doom που διέτρεξε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, συνεχίζει να γεννά σκοτεινές ιστορίες. Το ομότιτλο, με το τσιμεντένιο, χαρακτηριστικό ριφ του, ανοίγει την αυλαία απλώνοντας τον απόηχο μιας απώλειας, και η ψύχραιμη, σοφή στωικότητα της ερμηνείας του Wagner διατηρεί όμορφα την υποβολή και το μυστήριο. Το οικείο ρεφρέν του επιστρέφει και στο δεύτερο μέρος του “Thy Will Be Done” που κλείνει το άλμπουμ, σα να σφραγίζει το τέλος ενός σκονισμένου βιβλίου.

Την ωμή δύναμη και τραχιά υπεροψία των Trouble στις αρχές των ‘90s, ανακαλύπτουμε περισσότερο στο εν δυνάμει single “Ravenswood”, αλλά και στα “As The Sun Draws Near” και “The Longing”, που μοιάζουν να προσπαθούν να τραβήξουν τον ακροατή από μια ακίνητη, ελκυστική αναμονή. 

Ιδιαίτερα κεφάλαια του δίσκου αποτελούν, πρώτα και περισσότερο το “Breathing Underwater”, ένα αλλόκοτο, ομιχλώδες κεφάλαιο με bluesy μικρές πινελιές, που συναντιούνται και στο πολυσχιδές και περιπετειώδες “From Myself Depart”, ενώ το μελαγχολικό “All That Remains (Is True)” είναι μια γραμμική, απολογητική μπαλάντα.

Ο Wagner μοιάζει τελικά να είναι πολυάσχολος, εργασιομανής και με αποθέματα έκφρασης, συγκριτικά με τους πρώην συνοδοιπόρους του στους Trouble. Ακόμα κι αν η συντριπτική πλειοψηφία των ερεθισμάτων του είναι αντηχήσεις της προηγούμενης διαδρομής του, διατηρεί ακόμα τη μαγική ικανότητα να συγκινεί και να γεννά εντυπώσεις και διαθέσεις.

Πέρα, βέβαια, από τη λεπτομερή και κάπως ψυχρή απόπειρα να εκτιμήσει κανείς τα οχτώ νέα τραγούδια των The Skull, περισσότερη σημασία έχει μάλλον τελικά να μετρήσεις πόσες φορές στη διάρκεια των 44 λεπτών θα σκεφτείς «μα τα χίλια κρόσσια του Eric…πιο Trouble κι από Trouble!».

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 418 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…