BRANT BJORK: "Mankind Woman"

Τι να παρουσιάσεις στον πρόλογο; Αν δεν γνωρίζεις τον Brant Bjork είτε κουφός είσαι, είτε στενόμυαλος. Μπορεί να μην σου αρέσει, αλλά αν είσαι rocker και δεν τον έχεις ακουστά, μάλλον ψέματα λες.

Ο άλλοτε κραταιός drummer των Kyuss, με συμμετοχές και σε Fu Manchu και πολλά άλλα, φτάνει τώρα (αν μου τα λέει καλά ο άβακας) στα 12 albums, με το φετινό “Mankind Woman”. O τύπος αυτός δεν μπορεί να κάτσει στα αυγά του. Το 2016 κυκλοφόρησε το αμφιλεγόμενο “Tao of the Devil”, πέρυσι το πρώτο του live album “Europe ‘16” και φέτος εκτός του “Mankind Woman”, επανεκδόθηκαν και τα “Tres Dias” και “Local Angel”.

Σε αυτό το σημείο, νιώθω την ανάγκη να είμαι ειλικρινής, τόσο απέναντι σε εσάς τους αναγνώστες, τόσο απέναντι στον καλλιτέχνη και εμένα τον ίδιο. Όταν άκουσα πρώτη φορά το “Mankind Woman”, θεώρησα πως ακολουθεί τη μουδιασμένη οδό του προκάτοχου “Tao of the Devil” και προς στιγμήν απογοητεύτηκα. Αλλά δεν τα παράτησα, αυτοσυγκεντρώθηκα και προσπάθησα να ακούσω τι θέλει να μου πει ο ποιητής.

Στο album αυτό ο Brant Bjork έχει παραδοθεί άνευ όρων στα τέλη 60s- αρχές 70s και αν ακούσεις προσεκτικά θα καταλάβεις πως το “Mankind Woman” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος. Η παραγωγή του είναι οξεία με ατμόσφαιρα παρμένη από την δεκαετία που επικεντρώνεται ο Brant, ο οποίος νοερά προσκυνάει τον Jimi Hendrix, τους Led Zeppelin, τους Black Sabbath, τους The Who ακόμα ακόμα και τον Carlos Santana. Η γκρούβα είναι ανεξέλεγκτη και το μεγάλο σχέδιο είναι η κλιμακούμενη ψυχεδέλεια που χτίζεται εξαρχής στο “Chocolatize” και φτάνει να κορυφώνεται οργασμικά στο “Nation of Indica”.

Από το αισθησιακό “Chocolatize” το οποίο είναι ίσως το μοναδικό του album με ξεκάθαρο Brant Bjork DNA, όπου φαίνεται η αγάπη του στον Hendrix, στην καραμπλουζιά “Lazy Wizards”, το γκαραζάτο “Charlie Gin”, ξανά πίσω σε μπιορκικά trademarks του ομώνυμου και στο blues-οφορεμένο “Swagger & Sway”, το δωδέκατο album του Brant Bjork είναι για νοσταλγούς των παλιών δεκαετιών που θα δώσουν χρόνο να εντρυφήσουν πραγματικά σε ένα album. To “Pretty Haity” βρωμάει Cream, το “Brand New Old Times” μυρίζει και πάλι κιθαριστικά τα στάνταρντς του Brant και έτσι συνδέεται το τώρα με το παρελθόν του μουσικού, ενώ το “1968” μελετάει τους The Who βάζοντας στο κόλπο και κάποια ανατολίτικα σόλος.

Δύο είναι όμως τα κομμάτια που υπερβαίνουν κατά πολύ τον συνθετικό μέσο όρο του album. Το ένα είναι το “Somebody” με το εξαιρετικό funky blues άγγιγμα του και δεύτερο το τελικό χτύπημα του “Nation of Indica” με την υποχθόνια ψυχεδέλεια που παραπέμπει στις πιο space στιγμές των Monster Magnet. 

Ο Brant Bjork έχει καταφέρει να πάρει όσα στοιχεία του blues rock παρελθόντος θα μπορούσε να συνδέσει με τη δική του οπτική στην τέχνη της μουσικής, τιμώντας παράλληλα και το δικό του παρελθόν, δημιουργώντας έναν πολύ καλό, με πολλές διαστάσεις, δίσκο, τον οποίο όμως πρέπει να ακούσεις προσεκτικά και με υπομονή. 

Δεν είναι ο δίσκος που θα βγάλει ξεκάθαρες επιλογές για τα rock bars, αλλά η μουσική δεν έχει φτιαχτεί μόνο για να πίνεις χορεύοντας σε ξενυχτάδικο. Κέρνα ένα δυνατό μπέρμον (με τρία παγάκια παρακαλώ) και θα έρθω στο σαλόνι σου να τσουγκρίσουμε και να σου εξηγήσω.

Αν δεν έχεις ακούσει ήδη, κλίκαρε ΕΔΩ και πάρε ιδέα με το “Chocolatize”.

Y.Γ. One more point to Mr Bjork για τον φόρο τιμής στο αριστούργημα της φύσης που λέγεται γυναίκα, στης οποίας την μεγαλοσύνη αφιερώνει το εξώφυλλο.

Δημήτρης Μαρσέλος
About Δημήτρης Μαρσέλος 1686 Articles
Δέσμιος της μουσικής, είλωτας των συναυλιών, εθισμένος στα σκληρά...riffs, διπολικός μεταξύ metal και hardcore punk, έχει κάνει χρόνια τώρα πολιτιστικό crossover και δεν αρνείται κανένα ιδίωμα της rock που του τη σηκώνει...την τρίχα.