Naxatras, Supersoul (21/4/18) Gagarin 205

Δεύτερη συνεχόμενη συναυλιακή ημέρα για τον υποφαινόμενο που αψηφά την κούραση, απόρροια αρκετών ωρών εργασίας για να παραστεί σε ένα ακόμη μεγάλο γεγονός της ελληνικής rock σκηνής.

Το γιατί τη θεωρώ μεγάλη στιγμή θα το εξηγήσω παρακάτω.

Αρχικά όμως, θέλω να δηλώσω την ευχαρίστηση μου που υπήρχε αρκετά μεγάλο κοινό για να παρακολουθήσει τους συμπαθέστατους Supersoul που άνοιξαν τη βραδιά. Δεν συμβαίνει πολύ συχνά αυτό! Οι Supersoul με το ντεμπούτο τους “Faith Bender” στα χέρια, φαίνεται να προσπαθούν να ανελιχθούν στην ιεραρχία του πολυπληθούς heavy rock οικοδομήματος στη χώρα μας, αλλά έχουν το κάτι διαφορετικό για να το κάνουν.

Έχουν μια όμορφη γκρούβα που βγαίνει από την funk προσέγγιση κάποιον μελωδιών τους που θα ικανοποιούσε ενδεχομένως και τα αυτιά του Lenny Kravitz και έχουν τραγουδιστή που μπορεί με ευκολία να χειριστεί την αγγλική γλώσσα. Ο Rami Winston έχει μια πολύ γλυκιά χροιά, η οποία θάφτηκε δυστυχώς σε έναν ήχο ο οποίος θα μπορούσε να είναι πιο ρηχός (τον κατάπινε ώρες ώρες το βάθος), και με την προσθήκη του κινητικού μπασίστα Ορέστη που συνεργαζόταν υπέροχα με τον τυμπανιστή κύριο Μαραγκουδάκη,  τα πράγματα ήταν υπέροχα και ευχαριστήθηκα την ωριαία τους παρουσία στη σκηνή. 

Συνεχίζοντας την παράδοση της ακρίβειας χρόνου στα live της Made of Stone, οι Naxatras ήταν στις 22.30 έτοιμοι να ξεκινήσουν το δίωρο set τους, σε ένα ταξίδι στο χρόνο και το διάστημα.

Τα videos που προβάλλονταν πίσω από το συγκρότημα ήταν απαραίτητα για να κρατούν την αίσθηση της όρασης σε εγρήγορση, αφού τα τρία μέλη της σαλονικιώτικης μπάντας δεν φημίζονται για την κίνηση τους στον χώρο (ok, ο drummer πόσο παραπάνω να κουνηθεί;).

Το set ξεκίνησε με το εναρκτήριο κομμάτι του νέου τρίτου τους δίσκου “ΙΙΙ”, “You won’t be left alone” που περιέχουν ένα από τα λίγα δείγματα φωνητικών προσπαθειών που έχουν τολμήσει οι Naxatras.

O ήχος τους ήταν διαμαντένιος και πεντακάθαρος, και μπορούσες να ακούς τα κομμάτια τους νότα-νότα, αλλά η έλλειψη πολλών φωνητικών και σκηνικής παρουσίας, σε υπνώτιζε συχνά με μη θεμιτό τρόπο, ειδικά αν περνούσε πολύς χρόνος χωρίς κάποιο μουσικό ξέσπασμα. Δύσκολο πράγμα να κρατήσει την προσοχή του θεατή αμείωτη όταν η μουσική σου είναι ως επί το πλείστον ορχηστρική και δυστυχώς αυτό που άκουγε κανείς όταν σταματούσε η μουσική ήταν καφενειακό σούσουρο από όλες τι γωνιές του Gagarin. Και φτάνουμε στο σημείο που θα σας πω γιατί παρόλα αυτά η εμφάνιση των Naxatras ήταν μεγάλη στιγμή της εγχώριας σκηνής. Διότι το μέρος γέμισε και αυτό δείχνει πως με το κατάλληλο marketing και την κατάλληλη σοβαρότητα των μουσικών, κάτι που έχουν σε αφθονία οι Naxatras, ο κόσμος απαντάει θετικά στην όποια πρόσκληση.

Δεν είμαι σίγουρος όμως, αν φταίει το μέγεθος του χώρου, η φασαρία των παρευρισκομένων, η έλλειψη φωνητικών που θα κάλυπτε τους προηγούμενους ή κάτι άλλο, αλλά έφυγα από τον χώρο με την αίσθηση πως δεν πήρα αυτό που περίμενα να πάρω από τους Naxatras. Βέβαια, δεν σημαίνει απαραίτητα πως φταίνε εκείνοι, γιατί δεν χρειάζεται ειδικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς πως είναι καλοί μουσικοί οι τρεις φίλοι μας, αλλά δεν σημαίνει επίσης πως αυτό αρκεί για να κερδίσεις μια ψυχή.

Από εκείνη τη νύχτα λοιπόν, θα ξεχωρίσω την εκτέλεση του “On the Silver Line”, που με παρέσυρε για μοναδική ίσως φορά σε μια έκσταση διαρκείας και του “Sun is Burning” που με την ύπαρξη των φωνητικών έσπασε λίγο την μονότονη δικτατορία του ορχηστρικού ήχου. Η παρουσία της χορεύτριας επιπλέον, δεν ξέρω κατά πόσον με έπεισε ότι μπορεί να γεμίζει το κενό και μάλλον με απόσπασε από την ακρόαση, παρά με βοήθησε σε αυτήν. 

Τις δυνατότητες τις έχουνε τα παιδιά, δεν αμφισβητείται αυτό, αλλά πρέπει να γίνεται και κάτι στη σκηνή όταν έχεις να γεμίσεις έναν τεράστιο χώρο και οι κινήσεις σου είναι από λίγες έως μη υπαρκτές. Δεν κατακρίνω, εξηγούμαι! 

Ελπίζω όταν τους δω το Σεπτέμβριο στο Street Mode να μου αλλάξουν την άποψη!

Φωτογραφίες: Χρήστος Λεμονής

Δημήτρης Μαρσέλος
About Δημήτρης Μαρσέλος 1655 Articles
Δέσμιος της μουσικής, είλωτας των συναυλιών, εθισμένος στα σκληρά...riffs, διπολικός μεταξύ metal και hardcore punk, έχει κάνει χρόνια τώρα πολιτιστικό crossover και δεν αρνείται κανένα ιδίωμα της rock που του τη σηκώνει...την τρίχα.