IRON MAIDEN-Part One

“Oh well, wherever, wherever you are, Iron Maiden’s gonna catch you no matter how far”…

Όπου και αν είμαι, όπως και αν είμαι αυτοί οι στίχοι είναι πάντα ραμμένοι με μεταλική κλωστή στο μουσικό μου υποσυνείδητο. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τους έχω ακούσει, είτε “ζωντανά”, είτε “κονσέρβα”, αλλά το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να επιβεβαιώσω πως όντως όπου και αν είσαι η Σιδηρά Παρθένος σε βρίσκει! 

Η Σιδηρά Παρθένος, αγγλιστί Iron Maiden, ήταν το πιο φρικιαστικό όργανο βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Μια μεταλλική σαρκοφάγος που είχε τεράστια καρφιά στο εσωτερικό της, τα οποία κατέληγαν στα μάτια, στο στήθος και στην πλάτη, χωρίς παρόλα αυτά να τραυματίζουν κάποιο ζωτικό όργανο. Έτσι το θύμα αιμορραγούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα και υπέφερε φριχτά. 

Οι Iron Maiden δημιουργήθηκαν τα Χριστούγεννα του 1975 από τον μπασίστα και βασικό τους συνθέτη, Steve Harris, αφότου εκείνος έφυγε από την προηγούμενη μπάντα του, Smiler. Σύμφωνα με τον ίδιο η ιδέα για το όνομα, τού ήρθε όσο παρακολουθούσε μια κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Alexandre Dumas, “Ο Άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο”, του οποίου ο τίτλος του θύμισε τη συσκευή βασανιστηρίων, που περιγράφω παραπάνω. 

Το συναυλιακό ντεμπούτο της μπάντας έλαβε χώρα την 1η Μαΐου 1976, αλλά η αρχική σύνθεση της μπάντας δεν άντεξε αρκετό καιρό, με πρώτο αποχωρήσαντα τον τραγουδιστή Paul Day, ο οποίος αντικαταστήθηκε από τον Dennis Wilcock, ο οποίος όντας fan των KISS έβγαινε στη σκηνή βαμμένος. Ο φίλος του Wilcock, Dave Murray, προστέθηκε στην μπάντα και ως τώρα, είναι μαζί με τον Harris, τα μακροβιότερα μέλη της μπάντας.  Οι δυο φίλοι τσακώθηκαν και ο Wilcock έπεισε τον Harris να απολύσει τον Murray,  παρέα με τον drummer, Ron Matthews. Η νέα σύνθεση περιλάμβανε τον Tony Moore, μετέπειτα κημπορντίστα των Cutting Crew και τον drummer, Barry Purkis, γνωστό και ως Thunderstick. Μετά όμως από μια απογοητευτική ζωντανή εμφάνιση, ο Purkis φεύγει και τη θέση του παίρνει ο Doug Sampson, ενώ και ο Moore περνάει την έξοδο, αφού ο Harris αποφάσισε πως τα πλήκτρα δεν ταιριάζουν στους Iron Maiden.

Λίγους μήνες αργότερα την μπάντα αφήνουν ο τραγουδιστής Wilcock και ο κιθαρίστας Warpam, ο οποίος δυσαρεστήθηκε με την επιστροφή του Dave Murray. Οι Harris, Murray και Sampson βγαίνουν στην αγορά για να βρουν τραγουδιστή και μετά από κάποιες auditions καταλήγουν στην πρόσληψη του Paul Di Anno. Οι Iron Maiden διαρκώς ψάχνουν για δεύτερο κιθαρίστα, αλλά σύμφωνα με τον Steve Harris “ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποιος με τις δυνατότητες του Dave”. 

Την παραμονή πρωτοχρόνιάς του 1978,  το συγκρότημα μπαίνει στα Spaceward Studios στο Cambridge για να ηχογραφήσει ένα demo με τέσσερα κομμάτια, με σκοπό να καταφέρουν να έλξουν περισσότερες συναυλιακές προτάσεις. Η κασέτα παραδόθηκε στον Neal Kay, τότε manager του Bandwagon Heavy Metal Soundhouse Club, ο οποίος γούσταρε αυτό που άκουσε και άρχισε να το παίζει στα ηχεία του μαγαζιού. Ένα από τα κομμάτια, το “Prowler” έφτασε στο νούμερο 1 των Soundhouse charts, τα οποία δημοσιεύονταν στο εβδομαδιαίο μουσικό περιοδικό Sounds. Μια από τις κόπιες του demo έφτασε στα χέρια του Rod Smallwood, που σύντομα έγινε ο manager τους και λόγω της αυξημένης δημοτικότητας τους, το demo κυκλοφόρησε ως “The Soundhouse Tapes” από δική τους εταιρία. Μόνο 5000 αντίτυπα τέθηκαν διαθέσιμα με ταχυδρομικής παραγγελία και μέσα σε λίγες εβδομάδες ξεπούλησαν, κάνοντας το “The Soundhouse Tapes” σπάνιο και κόπιες του έχουν πουληθεί φτάνοντας τις 800 λίρες.

Το Δεκέμβριο του 1979, η ΕΜΙ τους πρότεινε συμβόλαιο και ο Murray ζήτησε από το φίλο του Adrian Smith να έρθει στην μπάντα. Εκείνος αρνήθηκε αφού ασχολούνταν με τους δικούς του, Urchin, και έτσι στη θέση του ήρθε ο Dennis Stratton. O Doug Sampson αποχώρησε για λόγους υγείας και τη θέση του πήρε ο Clive Burr των Samson. 

To ντεμπούτο album τους “Iron Maiden” έκανε πρεμιέρα στις 14 Απριλίου 1980 με την πρώτη εμφάνιση του Eddie, της φημισμένης τους μασκότ, καθώς και της φανταστικής πόρνης με το όνομα Charlotte, στο “Charlotte the Harlot”, κομμάτι που έχει συνθέσει εξ ολοκλήρου ο Dave Murray. 

Το album έφτασε στο νούμερο 4 των Βρετανικών charts, αν και ο παραγωγός Will Malone δεν έδειξε το απαιτούμενο ενδιαφέρον για το project με αποτέλεσμα, εν τέλει να απολυθεί και το album να ολοκληρωθεί από την ίδια την μπάντα και τον ηχολήπτη του studio. Πολλοί θεωρούν πως ο δίσκος είχε άρωμα punk rock, αλλά ο αρχηγός Harris έχει δηλώσει πως οι Maiden σιχαινόντουσαν oτιδήποτε punk. Το “Iron Maiden” είναι το μοναδικό τους album με τον Stratton στην κιθάρα, αφού απολύθηκε λόγω μουσικών διαφορών μετά την περιοδεία της μπάντας με τους  KISS και τη θέση του πήρε τελικά, ο Adrian Smith. To τραγούδι “Running Free” φέρνει την μπάντα στην τηλεοπτική εκπομπή Top of the Pops και τους δίνει ιδιαίτερη δυναμική για τη συνέχεια.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1981 έρχεται το “Killers” και ο Smith ντεμπουτάρει δισκογραφικά με τους Maiden, ενώ είναι το δεύτερο και τελευταίο του Di Anno, ο οποίος απολύεται λόγω προβλημάτων με τη συναυλιακή του συμπεριφορά, λόγω χρήσης αλκοόλ και κοκαΐνης. 

Για πρώτη φορά, στην καρέκλα του παραγωγού κάθεται ο Martin Birch, ο οποίος έμεινε μαζί τους για οχτώ ακόμη albums. Στο εξώφυλλο ο Eddie με ένα ματωμένο τσεκούρι στο δεξί του χέρι και ο Harris γράφει σχεδόν όλα τα τραγούδια μόνος του. Το κομμάτι “Idles of March” είναι το μικρότερο σε διάρκεια κομμάτι των Iron Maiden και με την εξαίρεση των “Murders in the Rue Morgue” και “Prodigal Son” όλα τα κομμάτια τα είχαν συνθέσει πολύ πριν την ηχογράφηση του “Killers”. Οι Iron Maiden ξεκινούν για την πρώτη τους παγκόσμια περιοδεία που τους δίνει την ευκαιρία για πρώτη φορά να παίξουν μπροστά στο αμερικάνικο κοινό, ανοίγοντας τη συναυλία των Judas Priest στο Λος Άντζελες.

Αμέσως μετά το Killer World Tour, o Paul Di Anno εκδιώχθηκε από το συγκρότημα, αφού ο αντικαταστάτης του είχε ήδη βρεθεί. Ο Bruce Dickinson των Samson προσλήφθηκε αμέσως μετά την audition του. 

Με τον Dickinson πλέον πίσω από το μικρόφωνο, οι Maiden μπαίνουν στο studio μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1982, με αποτέλεσμα την κυκλοφορία του μνημειώδους “The Number of the Beast” στις 22 Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Στο εξώφυλλο ο Eddie κινεί τα νήματα της μαριονέτας-διαβόλου, όμως αυτός ο δίσκος είναι ο τελευταίος με τον Clive Burr στα τύμπνανα. 

Για πρώτη φορά οι Βρετανοί ανεβαίνουν στο νούμερο 1 των Uk Albums Charts και μπαίνουν στα

αντίστοιχα αμερικάνικα στη θέση 40. Το “22 Acacia Avenue” είναι το δεύτερο κομμάτι με πρωταγωνίστρια την Charlotte και η εισαγωγή του ομώνυμου κομματιού με απόσπασμα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη έγινε ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία τους. To “The Number of the Beast” μέχρι το 2010 είχε πουλήσει 14 εκ. αντίτυπα παγκοσμίως, αλλά εκείνη την εποχή οι συντηρητικοί χριστιανοί (ειδικά στις ΗΠΑ) δεν δυσαρεστηθηκαν από τον τίτλο και το εξώφυλλο του δίσκου και τους αποκάλεσαν Σατανιστές. 

“Let him who hath understanding reckon the number of the Beast, for it is a human number…” λέω εγώ!

Με τον Nicko Mc Brain πλέον στα τύμπανα, οι Iron Maiden ταξιδεύουν στις Μπαχάμες για να ηχογραφήσουν το πρώτο από τα τρία albums τους στα Compass Point Studios, παρέα και πάλι με τον κύριο Birch. 

Το αποτέλεσμα είναι το “Piece of Mind” που σκαρφαλώνει στη θέση 3 των βρετανικών charts και στη θέση 70 του αμερικάνικου Bilboard 200. 

Τα κομμάτια γράφτηκαν όσο η μπάντα είχε στήσει καταφύγιο στο ξενοδοχείο Le Chalet στη νήσο Jersey, όταν εκείνο ήταν εκτός σεζόν και μάλιστα, πρόβαραν στο εστιατόριο, ενώ ο τίτλος του album τους ήρθε όσο έπιναν σε μια τοπική pub. 

Στο εξώφυλλο ο λοβοτομημένος Eddie, περιορισμένος με αλυσίδες και ζουρλομανδύα και οι στίχοι και πάλι εμπνευσμένοι από βιβλία και κινηματογράφο. Κομμάτια σαν το “The Trooper” και το “Flight of Icarus” (ελληνική μυθολογία ελαφρώς αλλαγμένη) γίνονται μέρη των συναυλιακών τους setlist για πολλά χρόνια μετά, όσο η δημοτικότητα τους αυξάνεται.

Το συγκρότημα θέλοντας να σατυρίσει την κριτική των υπερθρησκευόμενων και την υποτιθέμενη ύπαρξη κρυφών μηνυμάτων αν ο δίσκος παιχτεί σε αντίθετη φορά, αποφάσισαν να φτιάξουν ένα τέτοιο στο ξεκίνημα του “Still Life”. Γυρίζοντας τον δίσκο ανάποδα λοιπόν, ακούγεται η μίμηση του McBrain που παριστάνει τον δικτάτορα της Ουγκάντα Idi Amin με τον τρόπο του κωμικού John Bird. Όπως είχε πει ο ίδιος “είχαμε κουραστεί να αποκαλούμαστε Σατανιστές και αηδίες από εκείνους τους τύπους στην Αμερική”.

Ένα χρόνο αργότερα (1984), θα έρθει το “Powerslave” που θα φτάσει στη δεύτερη θέση στην Μ. Βρετανία και θα στείλει τους Maiden στη μακρύτερη περιοδεία τους. 

187 συναυλίες σε 28 χώρες και πρώτη εμφάνιση στην Ν. Αμερική, στο Ρίο στο πλάι των Queen. H περιοδεία ξεκίνησε στη Βαρσοβία στις 9 Αυγούστου του 1984, τελείωσε στην Καλιφόρνια τον Ιούλιου του 1985 και κατά τη διάρκεια της ηχογραφήθηκε το “Live After Death”. Στη σκηνή των συναυλιών τους στήνονταν θέματα κοντινά με το εξώφυλλο (σε αυτό υπάρχει μια πυραμίδα με το καθισμένο άγαλμα του φαραώ Eddie μπροστά) και ο Eddie να εμφανίζεται ως μια τεραστίων διαστάσεων μούμια.

“Aces High”, “2 Minutes To Midnight” και το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι τους “Rime of the Ancient Mariner” (το ρεκόρ έσπασε το 2005), εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Samuel Taylor Coleridge είναι οι μεγαλύτερες επιτυχίες του δίσκου και εκτελέστηκαν ζωντανά εκατοντάδες φορές έκτοτε.

Μετά από μια μικρή παύση για να ξεκουραστούν από την τεράστια περιοδεία τους, οι Iron Maiden μπαίνουν και πάλι στα Compass Point για την παραγωγή του έκτου τους album, “Somewhere in Time”. Εδώ οι Maiden για πρώτη φορά θα χρησιμοποιήσουν guitar synths (με εξαίρεση στο “Stranger in a Strange Land”) και ο ήχος τους θα φανεί κάπως πειραματικός, δημιουργώντας δέσιμο με το επιστημονικής φαντασίας εξώφυλλο, όπου ο Eddie ποζάρει ως cyborg. To εξώφυλλο αν εξεταστεί προσεκτικά, περιλαμβάνει αναφορές στα παλαιότερα albums και τραγούδια (το ρολόι ας πούμε, γράφει 23:58, 2 λεπτά για τα μεσάνυχτα).

Αυτήν την περίοδο ο Bruce Dickinson έχει γράψει κάποια ακουστικά κομμάτια, θέλοντας να πάει σε άλλο δρόμο την μπάντα, αλλά οι υπόλοιποι αρνούνται να αναπτύξουν τις ιδέες του και ο Adrian Smith δείχνει το πόσο καλός είναι στη σύνθεση με τα “Wasted Years” και “Stranger in a Strange Land” να είναι τα singles του “Somewhere in Time”. Επίσης, τo κομμάτι “Alexander the Great” (έχει χρησιμοποιηθεί και για “πολιτικούς λόγους” τον τελευταίο καιρό) δυνάμωσε ακόμη περισσότερο τον δεσμό με τους Έλληνες οπαδούς, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι φενταγίν της μπάντας (πρόσεχε τι λες μπροστά τους!).

Το έβδομο album των Iron Maiden όμως, ίσως να είναι ένα από τα σημαντικότερα metal albums και σίγουρα, ένα από τα αγαπημένα του γράφοντος. Η ηχογράφηση του “Seventh Son of The Seventh Son” θα λάβει χώρα στα Musicland Studios του Μόναχου το χειμώνα του 1988, με το album να κυκλοφορεί τον Απρίλιο του ίδιου έτους.

Τα πλήκτρα παίρνουν τη θέση των guitar synthesizers και ο δίσκος θα καταλάβει την πρώτη θέση των Βρετανικών μουσικών λιστών. Εμπνευσμένοι από τη νουβέλα του Orson Scott Card, “Seventh Son”, οι στίχοι στήνουν μια ενιαία ιστορία που δένει μεταξύ τους τα κομμάτια. Ο Bruce Dickinson επιστρέφει στη σύνθεση και βοηθάει με τις ιδέες του την ολοκλήρωση των τραγουδιών “Can I Play with Madness”, “The Evil That Men Do” και “Only the Good Die Young”. Όσον αφορά στο εξώφυλλο, το μόνο που ζητήθηκε από τον καλλιτέχνη Derek Riggs ήταν κάτι σουρεαλιστικό και περίεργο. Μάλλον τα κατάφερε! 

Σε ένα κενό δράσης, ο κιθαρίστας Adrian Smith κυκλοφορεί προσωπικό album με την μπάντα του ASAP (“Silver and Gold”) και ο Bruce Dickinson θα κυκλοφορήσει και εκείνος προσωπικό album (“Tattooed Millionaire”, να το ακούσουν όσοι δεν το έχουν ακούσει), με κιθαρίστα τον Janick Gers που έπαιζε τότε με τον Ian Gillan. 

Οι Iron Maiden μαζεύτηκαν και πάλι στο studio στις αρχές τους 1990, αλλά κατά τη διάρκεια της προπαραγωγής ο Adrian Smith έφυγε από το συγκρότημα λόγω μουσικών διαφορών με τον ηγέτη Steve Harris. Τη θέση του πήρε βέβαια, ο Janick Gers και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κυκλοφορεί το “No Prayer for the Dying”, που περιέχει το πρώτο single των Iron Maiden που έπιασε κορυφή, το “Bring your daughter to the slaughter”. To κομμάτι αυτό, κυκλοφόρησε αρχικά ως Bruce Dickinson για το soundtrack της ταινίας, “Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες 5”, όμως άρεσε πολύ του Harris και έτσι επανηχογραφήθηκε από τους Iron Maiden.


Τα πλήκτρα και τα guitar synths μπαίνουν στην ντουλάπα και ο ήχος της κιθάρας γίνεται πιο παραδοσιακός, ενώ και τα φωνητικά του Bruce αφήνουν κατά μέρος τις πιο οπερετικές προσεγγίσεις. Το album ηχογραφήθηκε σε έναν αχυρώνα, ιδιοκτησίας Steve Harris με τη βοήθεια του κινητού studio των Rolling Stones, αλλά όπως φάνηκε στο μέλλον ο Bruce Dickinson θεώρησε πως ήταν πολύ κακή ιδέα.

To 1992 οι Iron Maiden έμελλε να κυκλοφορήσουν εκείνο το album που θα τους έβαζε στη σφαίρα του θρυλικού, το μνημειώδες “Fear of the Dark”. Τρίτη φορά στην κορυφή των Album Charts, πρώτο album τους που θα παραχθεί από τον Steve Harris, με την πολύτιμη βοήθεια του Martin Birch βέβαια, που μετά την κυκλοφορία του βγήκε στη σύνταξη. Για πρώτη φορά δοκιμάζεται και η τύχη του Gers στην τραγουδοποιΐα, με εξαιρετικές συνεργασίες με Steve Harris και Bruce Dickinson, οι οποίοι μεταξύ τους δεν συνεργάστηκαν σε κανένα τραγούδι. 

Οι στίχοι καταπιάνονται με διάφορα θέματα, όπως το AIDS, τον ποδοσφαιρικό χουλιγκανισμό, τον πόλεμο του Κόλπου που τότε δίχαζε τον κόσμο και κομμάτια σαν τα “Be quick or be Dead”, “Afraid To Shoot Strangers” και άλλα που έμειναν διαχρονικές αξίες. Δυστυχώς, ήταν το τέλος της πρώτης περιόδου των Iron Maiden, αφού ο Bruce Dickinson, σημαντικό κομμάτι της αύξησης δημοτικότητας του συγκροτήματος αποφάσισε να αποχωρήσει για να επικεντρωθεί στο προσωπικό τους σχήμα, με το οποίο κυκλοφόρησε σημαντικούς δίσκους. 

Δεν έφυγε όμως έτσι, αφού συμφώνησε να φέρει σε πέρας την περιοδεία και έτσι να κυκλοφορήσουν δυο live albums, τα “Real Live One” και “Real Dead One”, με την τελευταία του συναυλία στις 28 Αυγούστου του 1993 να μαγνητοσκοπείται από το BBC και να κυκλοφορεί σε βιντεοκασέτα με τίτλο, “Raising Hell”.

Η τεράστια ιστορία των θρυλικών Iron Maiden όμως δεν τελειώνει εδώ! Έχει δρόμο ακόμη να διανύσει ο Eddie για να φτάσουμε στο σήμερα, αλλά για τώρα θα σας αφήσουμε με αυτό εδώ…

*Οι Iron Maiden θα είναι οι headliners της δεύτερης ημέρας του φετινού Rockwave Festival, που θα λάβει χώρα στο Terravibe Park στη Μαλακάσα (ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)*

Δημήτρης Μαρσέλος
About Δημήτρης Μαρσέλος 1688 Articles
Δέσμιος της μουσικής, είλωτας των συναυλιών, εθισμένος στα σκληρά...riffs, διπολικός μεταξύ metal και hardcore punk, έχει κάνει χρόνια τώρα πολιτιστικό crossover και δεν αρνείται κανένα ιδίωμα της rock που του τη σηκώνει...την τρίχα.