VOODOO HIGHWAY: “The Ordeal”

Όταν ένα όνομα με δεδομένο ιστορικό βάρος, όπως ο πρώτος μπασίστας των Rainbow, Craig Gruber, σε έχει χαρακτηρίσει σαν τους “νέους Purple”, όση υπερβολή κι αν υπάρχει σε αυτό, μπαίνεις αυτόματα υπό εξέταση.

Οι ιταλοί hard rockers από τη Ferrara, συνεχίζουν τη διαδρομή τους στο “outrageous rock”, όπως οι ίδιοι επιθυμούν να χαρακτηρίζουν, φτάνοντας αισίως στο τρίτο τους άλμπουμ, με τον τίτλο “The Ordeal”.

Με αφετηρία το 2010, οι Voodoo Highway κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους, “Broken Uncle’s Inn” το 2011, και κάνουν ένα γρήγορο sold out στα πρώτα αντίτυπα. Με τη φήμη τους να απλώνεται γρήγορα, κυκλοφορούν το επόμενο άλμπουμ τους, “Showdown”, το 2013, με artwork του πασίγνωστου καλλιτέχνη Storm Thorgerson.

Ενώ ο απόλυτα πετυχημένος αντίκτυπος του “Showdown” τους χάρισε ικανοποιητικές πωλήσεις και μια ευρωπαϊκή περιοδεία, ακολούθησε ένα διάλειμμα ως το 2015. Τότε οι Voodoo Highway επιστρέφουν με το ΕΡ “Pervert County” και κάποιες αλλαγές στη σύνθεση.

Σήμερα το γκρουπ αποτελείται πια από τους Filippo Cavallini – bass, Federico Di Marco – vocals, Vincenzo Zairo – drums, Massimiliano Sabbadini – hammond/ keyboards και Filippo Romeo – guitars, με τους δύο τελευταίους στα πλήκτρα και τις κιθάρες να αποτελούν τις πρόσφατες προσθήκες.

Το “The Ordeal” είναι ένα άλμπουμ πιστό στην παράδοση των 70’s hard rock albums, με διάρκεια 30 λεπτά και μόλις οχτώ τραγούδια. Το πρώτο single και βίντεο, “The deal”, ανοίγει το άλμπουμ με μεγάλο ενδιαφέρον, με τα πλήκτρα να προσδίνουν μια ψυχεδελική  επικάλυψη στον hard rock σκελετό του τραγουδιού, και τα φωνητικά του Di Marco πιο θελκτικά και πανούργα.

Βέβαια το συνολικό ύφος των ιταλών στο άλμπουμ, παραπέμπει σημαντικά σε γκρουπ όπως οι Purple και οι Heep ή και επιλεκτικά σε κάποιες στιγμές, όπως χαρακτηριστικά στο “NY Dancer”, οι Zeppelin, ενώ από μεταγενέστερα ονόματα, φέρνουν στο μυαλό τους Fastway των δύο πρώτων άλμπουμ και τους Bandlands.

Συνθετικά, το μισάωρο των Highway είναι χορταστικό και ουσιαστικό, η μπάντα λειτουργεί συνολικά με υποδειγματική εκτελεστική αρμονία και όλα τα τραγούδια έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης. Το μυστηριώδες “Quietude” με τις σχεδόν επικές απολήξεις ξεχωρίζει αμέσως με το χρώμα του, το “The rule” είναι δυναμικό και επιτακτικό με σπουδαία επιβλητικά φωνητικά και ωραία σόλο και προσεγγίζει μια περισσότερο metal υποψία.

Το καλπάζον, ταξιδιάρικο “Blue ride” έχει αυθεντική ενέργεια και χρωματίζεται από τα 70’s πλήκτρα του. Το άλμπουμ κλείνει με το απαιτητικό “To ride the tide”, με διαφορετικά χρώματα και διαθέσεις και μια βαθιά σκοτεινή διάθεση, από τα καλύτερα του άλμπουμ.

Οι ιταλοί σίγουρα το κάνουν πολύ καλά αυτό που κάνουν. Ακόμα και μια επιδερμική εντύπωση ενός ακούσματος φανερώνει την αγάπη τους σε αυτό τον ήχο. Από τη στιγμή που διανύουμε μια εποχή με πολλούς νοσταλγούς, ίσως σύντομα απασχολήσουν πολύ περισσότερο κόσμο.

Είναι αναμφισβήτητα μια δυνατή νότια απάντηση στο vintage μονοπώλιο του βορρά.

About Γιώργος Γεωργίου 443 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…