SMALLTAPE: “The Ocean”

Ο Philipp Nespital είναι ένας γερμανός μουσικός που μεγάλωσε στο Neustrelitz, μια μικρή πόλη της βόρειας Γερμανίας.

Ακολουθώντας το δρόμο του μουσικού σχολείου από τα πέντε του χρόνια, ξεκίνησε με το πιάνο, για να περάσει γρήγορα και στα ντραμς.

Στα δέκα του χρόνια, ο πατέρας του φρόντισε να αποκτήσει την πρώτη του κιθάρα, αλλά και μια πλούσια επαφή με πολλά διαφορετικά μουσικά ιδιώματα. Κλασική μουσική, fusion, παραδοσιακό rock αλλά και ανατρεπτικό prog rock γέμισαν τον ακόμα εύπλαστο μουσικό του εγκέφαλο με πλήθος εντυπώσεων.

Με ονόματα όπως αυτά των John Lennon, Frank Zappa, Steven Wilson, Neal Morse ήδη σημαίνοντα στο μυαλό του, άρχισε να γράφει τη δική του μουσική. Διανύοντας πια μια μεγάλη απόσταση σε περιστασιακά σχήματα ως κιθαρίστας, τραγουδιστής, κημπορντίστας ή και όλα αυτά, τον βρίσκουμε σήμερα να ζει και να δουλεύει στο Βερολίνο σαν παραγωγός και σχεδιαστής ήχου (επιμέλεια επιλογών μουσικής που προϋπάρχει για παραστάσεις, μιούζικαλ και άλλες παραγωγές).

Οι SmallTape είναι ουσιαστικά ο… Philipp. Ποτέ δεν ξεκίνησε με την επιδίωξη ενός ατομικού project, όταν όμως κάπου στο 2010, μέσα από αλλαγές και αποχωρήσεις, έμεινε μόνος και ολοκλήρωσε ένα άλμπουμ, το “Circles” του 2011, το κυκλοφόρησε με το όνομα “Smalltape” και την προοπτική μιας αληθινής μπάντας.

Η φιλοδοξία αυτή μεταφράζεται κυρίως σε πράξη στις περιορισμένες live εμφανίσεις των SmallTape με τη συμμετοχή των Alexandra Praet στο μπάσο και τα keyboards, Raphael Meinhart στα ντραμς, Flavio De Giusti στις κιθάρες και Otis Sandsjo στο σαξόφωνο.

Το δεύτερο άλμπουμ των Smalltape, ή του Philipp, είναι ένα concept άλμπουμ με τον τίτλο “The Ocean”. O ίδιος έγραψε όλη τη μουσική και τους στίχους, έπαιξε σχεδόν τα πάντα με συνδρομές από τους συνεργάτες του σε συγκεκριμένα τραγούδια, συμμετοχή ενός κουαρτέτου εγχόρδων, ενώ ο ίδιος έκανε και την παραγωγή του άλμπουμ.

Το θέμα του έχει να κάνει με την ανακάλυψη της προσωπικής ταυτότητας του καθένα και της δικής του αλήθειας. Ο ωκεανός συμβολίζει την κατάδυση στο βάθος του εαυτού μας για να βρούμε ειλικρινείς απαντήσεις σε υπαρξιακές ερωτήσεις, όπως ζούμε με ειλικρίνεια, είμαστε ευθείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, τι περιμένουμε πραγματικά από τους εαυτούς μας και τις ζωές μας;

Η πλούσια μουσική παιδεία του Nespital του προσφέρει μια ευρύτητα έκφρασης που απλώνει την περιπέτεια της εσωτερικής αναζήτησης σε περίπου 73 λεπτά διάρκεια. Το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα όμως αποφεύγει να γίνει υπερφίαλο και φορτωμένο ηχητικά και εκφραστικά. Στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: η μουσική ευχέρεια του δημιουργού επιδιώκει με ευστοχία μια πειθαρχημένη, θεωρητική ηχητική ανάπλαση των μεταπτώσεων του πρωταγωνιστή.

Η υποβλητική νεοκλασική εισαγωγή του “When the waves divide” προϊδεάζει γι’ αυτή την εκφραστική αλλά και ηχητική ευγένεια του άλμπουμ. Το instrumental “The ocean pt.1” παρουσιάζει την ηχητική προσέγγιση του δίσκου σχεδόν σε όλη την ευρύτητά του και περιέχει όλα τα στοιχεία που θα καθορίσουν τη διαδρομή του : νεοκλασικές ωθήσεις, μελωδικά jazzy σύντομα αφηγήματα, γεμάτες τυπικές rock δομές με στοιχεία prog και τον ανάλογα καθαρό και διακριτικό ήχο σε μπάσο, κιθάρες και τύμπανα.

Η φωνή του Nespital, καθαρή, ντελικάτη και εκφραστική, μας πρωτοσυστήνεται στο βελούδινο “The shore” μέσα από όμορφες ακουστικές κιθαριστικές αντανακλάσεις και το ιαματικό σαξόφωνο του Otis Sandsjo: ένας επιβλητικά όμορφος μουσικός ορίζοντας, ένα από τα πιο άμεσα και ομορφότερα ξέφωτα του άλμπουμ.

Φρέσκο, σύγχρονο διαυγές και ηχητικά φιλικό prog rock, οδηγούμενο από το -συνήθως πρωταγωνιστικό σε ολόκληρο το άλμπουμ-πιάνο μας μαγνητίζει στο “Mirror”, ένα ενδοσκοπικό τραγούδι σύγκρουσης και άρνησης με τα παλλόμενα χρώματά του να το κάνουν συναρπαστικό και τη φωνή να παραμένει ακόμα και στην αθυρόστομη αγανάκτησή της δίπλα σε μια αποτρεπτική ευγένεια.

Το “The sailor’s tale” συνεχίζει να επιδεικνύει την ικανότητα του Nespital να συναρμολογεί μια πολύχρωμη μουσική περιπέτεια δαμάζοντας αποχρώσεις διαφορετικών ιδιωμάτων και δίνοντας στο τυπικό τραγούδι το βάθος των πολλών διαθέσεων χωρίς να χαθεί η συνοχή.

Το “The diver” με το μινιμαλιστικό, απομονωτικό του πλαίσιο ακούγεται σαν μια κατάδυση που αρχίζει να απογυμνώνει τα προσχήματα. Το σταδιακά αναδυόμενο “Kaventsmann” είναι μια περιπετειώδης instrumental διαδρομή που συγκεντρώνει όλες τις βασικές επιδράσεις του δημιουργού για μια λεπτομερή ηχητική περιγραφή που αγγίζει τα 15 λεπτά. Στο “Concrete silence” οι πειστικές μεταστροφές της φωνής του Nespital αναλαμβάνουν ξανά μεταφέρουν την εξέλιξη με μια έντονη αντανάκλαση των Porcupine Tree, ιδιαίτερα στο ρεφρέν ενώ το σαξόφωνο του Sandsjo προσθέτει προωθητική ομορφιά με τα θέματά του.

Το “The ocean pt.2” παρεμβάλλεται με μια πιο πειραματική διαδρομή και καταλήγει σε μια έντονη έξοδο κι έναν αινιγματικό βόμβο. Το φινάλε του άλμπουμ με το “Picture of a dawn” μοιάζει να αναζητεί στην νωχελική του νοσταλγία μια επανεκκίνηση ασφαλείας στη νέα μέρα που αρχίζει.

Το “The Ocean” δεν είναι ένα τυπικό άλμπουμ ενός μουσικού που υπηρετεί ένα συγκεκριμένο μουσικό χώρο. Όπως όλοι οι μουσικοί με ισχυρή εσωτερική φωνή, έτσι κι ο Philipp Nespital μετατρέπει τις επιρροές και τις σπουδές του σε υλικά και εργαλεία για τη δική του συνταγή και έκφραση. Η μουσική του καταλήγει να είναι περιπετειώδης με μεταστροφές αλλά και ψυχή, επιθυμητή και κοντινά ευπρόσδεκτη μέσα στην πολυμορφία της και με μια υποδειγματική παραγωγή που κάνει το αποτέλεσμα ξεκούραστο.

Σε μια ευρύτητα έκφρασης στην περιγραφή της θα την χαρακτήριζες σύγχρονο, μοντέρνο προοδευτικό rock με ιδανικές pop πινελιές, αλλά και post, νεοκλασικές και φυσικά jazz διαδρομές. Πιο απλά και πρακτικά, θα έλεγα πως θα ενδιέφεραν ιδιαίτερα όσους θα προτιμούσαν τους OSI και τους Chroma Key πιο ριψοκίνδυνους, πολύπλευρους και κινηματογραφικούς.

Σε μια πολύτιμη μικρή γωνιά που η μουσική σημαδεύει με ξεχωριστές απαιτήσεις τη βαθύτερη χαρτογράφηση του εαυτού μας, ο “Ωκεανός” θα σκεπάσει τις περισσότερες φετινές απόπειρες. Ίσως και όλες… ποτέ δεν ξέρεις.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 440 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…