CHRIS CORNELL

Είναι πραγματικά δύσκολο να αποχαιρετάς κάποιο πρόσωπο που σε έχει συνοδεύσει κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου, όποια κι αν είναι η απόσταση σου προς αυτό, όποια και αν είναι η επιρροή του σε εσένα τον ίδιο.

Ειλικρινά, το παρόν κείμενο είναι δύσκολο, τόσο από την άποψη του ξαφνικού θανάτου ενός χαρισματικού ανθρώπου, όσο και από απόψεως αποτίμησης ενός τεράστιου έργου.

Όλες οι ιστορίες, λοιπόν, έχουν μια αρχή και η ιστορία του Christopher John Boyle, όπως βαφτίστηκε αρχικά ο Cornell, αρχίζει στις 20 Ιουλίου του 1964 στο Seattle της πολιτείας Washington των Η.Π.Α.. Ήταν γιος του Ed Boyle φαρμακοποιού στο επάγγελμα και της Karen Cornell λογίστριας, και ο νεώτερος από τα έξι παιδιά που είχε το ζεύγος των Boyle, οι οποίοι προέρχονταν από ένα αυστηρό καθολικό περιβάλλον, κάτι που επιχείρησαν να μεταδώσουν και στα παιδιά τους.

Κάπου στις αρχές της εφηβείας του οι γονείς του Chris χωρίσανε, οπότε τα παιδιά πήραν το πατρικό όνομα της μητέρας τους. Αντιδρώντας πεισματικά προς την αυστηρή ανατροφή που του παρείχαν οι γονείς του και κατόπιν κάποιων αλλαγών σχολικού περιβάλλοντος, ο Cornell αρχίζει να πειραματίζεται με ουσίες και να επιδίδεται σε μικροκλοπές, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα να πέσει στα χέρια του μία συλλογή δίσκων των Beatles από το υπόγειο κάποιου γείτονα.

Παρόλο που οι γονείς του αρχικά ήθελαν να μάθει πιάνο, η μητέρα του, του αγόρασε ένα ταμπούρο κι ο ίδιος αγόρασε, αργότερα,  ένα ολοκληρωμένο σετ από τύμπανα, πράγμα που όπως είπε ο ίδιος του έσωσε τη ζωή.

Περί τα 15 είχε παρατήσει πλέον το σχολείο για να ελαφρύνει τη μητέρα του, που είχε επωμιστεί τα οικογενειακά βάρη κι άρχισε να δουλεύει ως σερβιτόρος και μάγειρας, παίζοντας παράλληλα τύμπανα σε διάφορες τοπικές μπάντες. Εκείνη την περίοδο ο έφηβος Chris βίωνε έντονη κατάθλιψη λόγω της απώλειας κάποιου φίλου του, σε σημείο, μάλιστα, να μην βγαίνει από το σπίτι του.

Τότε περίπου, παίζοντας σε μια μπάντα διασκευών, τους Shemps , ήρθε σε επαφή με τον μπασίστα Hiro Yamamoto και τον ινδικής καταγωγής κιθαρίστα , Kim Thayil, ο οποίος ήταν απόφοιτος φιλοσοφικής. Χαρακτηριστικά ο Thayil είχε πει τότε για το συνεσταλμένο Chris ότι όταν τον γνώρισε φαινόταν σαν να υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό.

Κάπως έτσι γεννήθηκαν το 1984 οι Soundgarden, οι οποίοι πήραν το όνομα τους από μια μοντέρνα καλλιτεχνική εγκατάσταση του πάρκου Magnuson στην ευρύτερη περιοχή του Seattle, που αποτελείται από μεταλλικές κατασκευές που παράγουν ήχους καθώς ο αέρας περνάει από μέσα τους.

Αρχικά ο Cornell ήταν drummer της μπάντας, πέρα από τραγουδιστής, μέχρι που πήραν τον Scott Sundquist το 1985 με τον οποίον περιόδευσαν τη χρονιά εκείνη και συνεισέφεραν κάποια κομμάτια στη συλλογή της underground εταιρείας C/Z Records, Deep Six, στην οποία συμμετείχαν ονόματα όπως οι συντοπίτες τους Melvins, Skin Yard, Green River και Malfunkshun.

Τα τρία κομμάτια “Tears to Forget”, “Heretic” και “All Your Lies” ακούγονται σαν ένα ηχητικό κράμα των Gang of Four, Stooges, Killing Joke,MC5 από τη μία μεριά, και του εμπορικού metal της εποχής εκείνης, δηλαδή των Zeppelin, Aerosmith και Sabbath, από την άλλη.

Την επόμενη χρονιά η μπάντα έμεινε χωρίς drummer, οπότε προσέγγισε τον Matt Cameron των Skin Yard για να αναλάβει τη θέση. Το σχήμα άρχισε να δένει και προκάλεσε εντύπωση στο ραδιοφωνικό παραγωγό Jonathan Poneman, ο οποίος μέσω του Thayil ήρθε σε επαφή με ένα άλλο λάτρη της μουσικής, τον Bruce Pavitt, και έτσι δημιουργήθηκε η θρυλική δισκογραφική Sub Pop, η οποία με τη σειρά της υπέγραψε τους SG και κυκλοφόρησε τα EP “Screaming Life” το 1987 και το “Fopp” το 1988 σε παραγωγή των Jack Endino και Steven Fisk αντίστοιχα.

Το πρώτο περιέχει πρωτότυπα κομμάτια της μπάντας, κάποια εκ των οποίων συμπεριλήφθηκαν και στο “Deep Six”, και τα πιο χαρακτηριστικά είναι το “Nothing to Say”, που έπαιζε ζωντανά η μπάντα μέχρι πρόσφατα, και το “Hunted Down”. Το “Fopp” περιέχει κάποιες διασκευές στους Ohio Players και τους Green River και κάποια remix. Μέχρι τούδε, η θεματολογία των τραγουδιών έχουν κατά κύριο λόγο αυτοβιογραφικό ή υπερβατικό χαρακτήρα και λιγότερο υπαρξιακό, όπως αργότερα.

Την άνοιξη  1988, η μπάντα, αφού έκλεισε συμφωνία με την, επίσης ανεξάρτητη, εταιρεία SST του Greg Ginn των Black Flag, μπαίνει ξανά στο studio με παραγωγό τον Drew Canulette με σκοπό την παραγωγή του πρώτου της ολοκληρωμένου album, που κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Ο Cornell παραπονέθηκε ότι η συνεργασία τους με τον Canulette δεν ήταν ιδανική, οπότε σε μεταγενέστερα single, όπως το “Flower”, στρατολόγησαν και πάλι τον Endino.

Ο ήχος του δίσκου τοποθετείται πιο επίμονα στο χώρο ανάμεσα στους MC5/Stooges και τους Zeppelin/Sabbath, κάτι που ακούγεται σε τραγούδια όπως το προαναφερθέν “Flower”, το  επανεκτελεσμένο “All Your Lies” και το κατ’ εξοχήν punk rock “Circle of Power”. Αλλά εκεί που πραγματικά λάμπει το άστρο της μπάντας είναι το σκοτεινά ψυχεδελικό “Beyond the Wheel”, όπου ο Cornell επιδεικνύει τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς του.

Οι SG περιοδεύουν για την προώθηση του “Ultramega OK” με μπάντες όπως οι Saint Vitus, εντός και εκτός των Η.Π.Α και λαμβάνει βραβείο Grammy για τον καλύτερο metal δίσκο to 1990, παρά το γεγονός ότι προσελκύουν ετερόκλητο κοινό.

Τo 1989 η μπάντα υπογράφει με την πολυεθνική A&M και μπαίνει ξανά στο στούντιο με παραγωγό τον Terry Date (Pantera, Deftones). Το νέο της πόνημα ονομάζεται “Louder than Love” (παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Thayil, θα ονομαζόταν “Louder than Fuck”, αλλά κόπηκε λόγω λογοκρισίας) κι έχει πιο γυαλισμένο και metal ήχο από το ντεμπούτο, χωρίς, βέβαια, να αποβάλλει πλήρως το punk στοιχείο του.

Οι SG πειραματίζονται ,πλέον, με ρυθμούς και παγιώνουν, προς το παρόν, τον ήχο τους, στηριζόμενοι στις βαριές κιθάρες και στην απόκοσμη ερμηνεία του Cornell, που του προσδίδει μια βαριά rock ψυχεδελίζουσα προέκταση.

Κομμάτια όπως το ανατολίτικο “Hands All Over” και το παράδοξα μετρημένο “Loud Love” αποτελούν “κράχτες” για τον εν λόγω δίσκο, καθώς το βασανιστικό “Gun”, το παιχνιδιάρικο “Get on the Snake” και το ισοπεδωτικό “I Awake” φέρνουν νέο κοινό στην μπάντα.

Ωστόσο, πολλοί από τους οπαδούς των πρώτων ημερών εγκαταλείπουν τους SG απογοητευμένοι από την πιο εμπορική προσέγγιση της και μαζί με αυτούς και ο Yamamoto, λόγω δημιουργικών διαφορών, ο οποίος επιστρέφει στο κολλέγιο και κατόπιν φτιάχνει τους Truly. Οι SG αντικαθιστούν τον Yamamoto με τον πρώην κιθαρίστα τον Nirvana, Jason Everman, για την επερχόμενη περιοδεία σε Αμερική και Ευρώπη με τους Voivod και τους Faith No More.

Κάπου προς τα μέσα του ‘90 ο Everman απολύεται και αντικαθίσταται από τον ταλαντούχο Ben Shepherd. Σύμφωνα με τον  Cornell  ο Shepherd του “θύμιζε τον Andy”, αναφερόμενος στον Andrew Wood, συγκάτοικο του Cornell και τραγουδιστή των Malfunkshun και των Mother Love Bone, ο οποίος πέθανε το Μάρτιο του ‘90 από υπερβολική δόση ηρωίνης.

Προς τιμήν του ο Cornell έγραψε ένα δίσκο συμπεριλαμβάνοντας πρώην μέλη των Mother Love Bone (και μελλοντικά των Pearl Jam) με τίτλο “Temple of the Dog”. Ο δίσκος κυκλοφόρησε των Απρίλιο του επόμενου χρόνου και περιείχε τραγούδια, όπως το “Hunger Strike”,  οπού ο Cornell κάνει κι ένα φωνητικό ντουέτο με τον τραγουδιστή των PJ, Eddie Vedder, το μακροσκελές blues/soul “Reach Down”, το δυσοίωνο folk “Wooden Jesus” και γενικά πιο απλοποιημένες και συγκρατημένες συνθέσεις.

Θεωρητικά ήταν η κυκλοφορία που ανέβασε τους PJ στο προσκήνιο πριν το ντεμπούτο τους, “Ten”. Τον ίδιο χρόνο, επίσης, κυκλοφορεί το “Uncle Anesthesia” των Screaming Trees, όπου  ο Cornell συμμετέχει μαζί με τον Terry Date στην παραγωγή. Επίσης τη χρονιά εκείνη o Cornell παντρεύεται την manager των SG και Alice in Chains, Susan Silver.

Τον Οκτώβριο του ‘91 οι SG κυκλοφορούν το “Badmotorfinger” το οποίο έμελλε να τους κάνει γνωστούς σε ακόμη μεγαλύτερο κοινό. Με παραγωγό και πάλι τον Date και πολύ πιο στοχευμένο από τον προκάτοχο του προς την metal κατεύθυνση, το “Badmotorfinger” παράγει hit, όπως το σαρκαστικό “Jesus Christ Pose”, το γκαζωμένο “Rusty Cage” και το βαρύγδουπο “Outshined”, κάνοντας τον Scott Ian να δηλώνει ότι το album είναι ταυτόσημο με το metal στη δεκαετία του ‘90.

Το album τυγχάνει της ευρύτερης αναγνώρισης που είχε μέχρι τότε η μπάντα, με υψηλές θέσεις στο Billboard, περισσότερες πωλήσεις και εμφανίσεις στο MTV, καθώς η rock σκηνή της περιοχής ήταν πλέον το κατεστημένο στο σκληρό ήχο.

Ως προς τα επιμέρους  χαρακτηριστικά του δίσκου η παραγωγή είναι πλέον κρυστάλλινη, οι εναλλαγές μέτρων και κουρδισμάτων συχνές και η φωνή του Cornell ανίκητη, που πέραν των άλλων και σε οποιαδήποτε στάση του δίσκου επιδίδεται σε υπαρξιακές αναζητήσεις  και κριτική φτύνοντας ρίμες όπως “virgin eyes and dirty looks” στο υπέρβαρο “Slaves and Bulldozers” και “Ι’m looking California and feeling Minnesota” στο “Outshined”, γεγονός που επιδεικνύει κάποια στιχουργική ευελιξία.

Οι SG περιοδεύουν από το ‘91 έως το ‘92 με τους Guns ‘n’ Roses, Faith No More και Skid Row  [όταν ρωτήθηκε σχετικά ο Cornell απάντησε ότι “δεν έμαθε τίποτα καινούργιο από αυτές τις μπάντες (δηλαδή τους G’n’R και SR)” και ότι είναι περίεργο να παίζεις για ένα πλήθος 30.000 ανθρώπων που δεν τους ενδιαφέρει η  μουσική σου”], με τους Red Hot Chili Peppers, Ministry και Pearl Jam για το περιοδεύον festival Lollapalooza. Επίσης συνεισέφεραν το “Birth Ritual” στο soundtrack της ταινίας “Singles” του Cameron Crowe, ενώ ο Cornell μόνος του ακούγεται στο κομμάτι “Seasons”, το οποίο αποτελεί και την πρώτη solo απόπειρα του.

Η μπάντα θα έσπρωχνε πιο μακριά τα όρια της με την επόμενη κυκλοφορία της, “Superuknown”, που ήρθε το Μάρτιο του 1994 με παραγωγό τον Michael Beinhorn και τον τίτλο να αποτελεί παράφραση μιας επικεφαλίδας περιοδικού που έγραφε “Superclown”.

Οι SG επιδίδονται κατ’ εξοχήν στον πειραματισμό με τις ενορχηστρώσεις με θαυμαστά αποτελέσματα, που κυμαίνονται από το groove του “Spoonman” (η αρχική σύλληψη του τίτλου ανήκει στον Jeff Ament των Pearl Jam), το οποίο αποκτά χαρακτήρα με το χορό των κουταλιών ενός πλανόδιου μουσικού από το Seattle, στο trip των Led Zeppelin (“Like Suicide”), κύριός στην ψυχεδέλεια ( “Superuknown”, “Black Hole Sun”, “Limo Wreck”, “4th of July”), στους πρωτεργάτες Beatles (“Head Down”), στον ηλεκτρακουστικό folk πειραματισμό (“Half”) και στους αλήτες Stooges (“Kickstand”).

Η μπάντα χρησιμοποιεί κάθε ανορθόδοξο μέτρο και κλίμακα για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ενώ οι στίχοι έχουν βαθύτερο αντίκτυπο από ποτέ, αναλύοντας πρακτικά όλες τις σκοτεινές εκφάνσεις της ζωής και του θανάτου, πράγμα που οφείλεται στο ότι ο Cornell διάβαζε Sylvia Plath εκείνο το διάστημα.

Τόσο οι τεχνικές ηχογράφησης που ακολούθησε ο Beinhorn, όσο η θεματολογία και η αισθητική του album, ως εικόνες, παραπέμπουν σε κάτι πολύ πρωτόγονο και σκοτεινό. Ενδεικτικά, το εξώφυλλο (“Screaming Elf”) και το συνοδευτικό βιβλιαράκι απαρτίζεται από παραμορφωμένες, εκτοπλασματικές εικόνες της μπάντας, δασών της περιβάλλουσας περιοχής και διάφορων άλλων πλασμάτων.

Ακόμη και το videoclip του πρώτου single “Black Hole Sun”, που προβάλλεται υπέρ του δέοντος τακτικά,  είναι τελείως αλλόκοτο  και δυσοίωνο με όλα αυτά τα παραμορφωμένα πρόσωπα και τη μαύρη τρύπα που καταπίνει ψυχές. Με το θάνατο του Kurt Cobain ,την αδράνεια των Alice in Chains και την απόσυρση των PJ από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μόνο η εικόνα του Cornell και της μπάντας του έχει απομείνει για να ταυτίζεται με την πάλαι ποτέ κραταιά rock σκηνή της Βορειοδυτικής Ακτής.

Το album γίνεται πολλές φορές πλατινένιο, λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές και τα videoclip, σκοτεινά ή όχι, με τίτλους που πραγματικά βουτάνε πολύ βαθιά στον ψυχισμό του Cornell (βλ. “Fell on Black Days”, “The Day I tried to Live”), παίζονται συστηματικά στο MTV και τα λοιπά κανάλια.

Η μπάντα περιοδεύει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη με τους Tad και Eleven, μέχρι που η φωνή του Cornell τον εγκαταλείπει και οι SG αποσύρονται από την περιοδεία μετά από εντολή γιατρού. Βραβεύονται, ωστόσο, το 1995 με δύο Grammy για τα “Spoonman” (καλύτερης metal εκτέλεσης) και  “Black Hole Sun” (καλύτερης  hard rock εκτέλεσης).

Οι SG αποφασίζουν να κάνουν μόνοι τους την παραγωγή του επόμενου δίσκου τους, με τη συνδρομή του Adam Kasper, ο οποίος τιτλοφορείται, παραδόξως,  “Down on the Upside” και κυκλοφορεί τον Μάιο του 1996. Όπως ήταν αναμενόμενο, χαίρει μικρότερης αποδοχής, ως προς το κοινό και τους κριτικούς, δεδομένου ότι προηγήθηκε το υπερεπιτυχημένο “Superuknown”, αλλά άποψη του γράφοντος είναι ότι αποτελεί την πιο πλήρη, από απόψεως εύρους και ιδεών, δουλειά του γκρουπ.

Οι SG και, κυρίως ο Cornell, είναι στην κορυφή των δυνατοτήτων τους, ως προς δημιουργία τραγουδιών και παρόλο που δεν στηρίζονται πλέον στη δύναμη του riff, εφόσον οι μεταλλικές στιγμές του “Badmotorfinger” λάμπουν δια της απουσίας τους, τα τραγούδια στηρίζονται πλέον περισσότερο σε ακόρντα, όπως ακούγεται και στο  χαρακτηριστικό, μηδενιστικό  single του δίσκου “Blow Up the Outside World”.

Η μπάντα έχει μεταβληθεί σε μια hard rock εκδοχή των Beatles, πράγμα που φαίνεται από κομμάτια όπως το άκρως ψυχεδελικό  “Applebite”. Το πνεύμα των Zep γίνεται  ακόμη αισθητό στα single “Burden in My Hand” και “Pretty Noose” και οι γκαζωμένες, αμιγώς punk/metal στιγμές περιορίζονται στα “Never the Machine Forever” (το μόνο που υπογράφει ο Thayil), “Unkind” και “Ty Cobb”, που αναφέρεται σε διαβόητο παίκτη του baseball, περιέχει 21 φορές  την λέξη “Fuck” και, όπως ευαγγελιζόταν ο Cornell, “ήταν ένα punk τραγούδι και του αφαιρέσαμε το punk στοιχείο του με την προσθήκη μαντόλων και μαντολίνων”.

Η μπάντα περιόδευσε τον ίδιο χρόνο με τους Metallica στο ανεξάρτητο Lollapalooza, κατά παραγγελία των headliners. Εντούτοις οι καταχρήσεις ουσιών, οι προστριβές μεταξύ των μελών και η επιχειρηματική πλευρά της μπάντας έδωσαν τη χαριστική βολή σε αυτήν με αποτέλεσμα να ανακοινώσει τον Απρίλιο του 1997 τη διάλυση της χωρίς πολλά δράματα.

Ο Thayil ουσιαστικά από τότε εξαφανίστηκε από τον χάρτη ασχολούμενος κυρίως με τον ακτιβισμό σε συνεργασία με τους Krist Novoselic, Jello Biafra και άλλους στρατευμένους μουσικούς. Ο Shepherd περιόδευσε με τον Mark Lanegan και προσπάθησε να υλοποιήσει τα project του, αλλά οι καταχρήσεις του αποτέλεσαν τροχοπέδη και αδράνησε. Ο Matt Cameron συμμετείχε σε δίσκους των Geddy Lee, Smashing Pumpkins και άλλων , ώσπου αντικατέστησε μόνιμα τον Jack Irons στους Pearl Jam.

Ο Cornell με τη διάλυση των SG βυθίζεται στην κατάχρηση ουσιών και την κατάθλιψη, προσπαθώντας παράλληλα να εργαστεί επάνω σε solo projects του. Το 1998 εμφανίζεται δείγμα της δουλειάς του στο soundtrack του “Great Expectations” του Alfonso Cuaron  με το ηλεκτρακουστικό “Sunshower”, το οποίο εν τέλει συμπεριλήφθηκε σε κάποιες εκδόσεις του επερχόμενου, πρώτου solo album του Cornell με τίτλο “Euphoria Morning” (μετέπειτα “Euphoria Mourning”), που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1999.

Ο δίσκος σίγουρα δε θύμιζε και πολλά πράγματα από τους SG κι όλα όσα είχαν προηγηθεί. Η προσέγγιση του Cornell και των συνεργατών του, μελών των Eleven, στην παραγωγή και στη σύνθεση των τραγουδιών είναι πολύ πιο απλοποιημένη από αυτήν των παρελθόντων project του Cornell.

Τα τραγούδια θυμίζουν τους ίδιους τους Eleven στο single “Can’t Change Me”, τους Beatles στο “Flutter Girl” και το “Wave Goodbye” και κυρίως τον εκλιπόντα φίλο του Cornell, τον Jeff Buckley (στη μνήμη του οποίου έγραψε το προαναφερθέν “Wave Goodbye”), στο καταθλιπτικό “Preaching the End of the World” και στο “Sweet Euphoria”. Αλλού, στο “Disappearing One”, θέλει να προσεγγίσει τον Sinatra και γενικά ο δίσκος εκπέμπει μια οικεία αίσθηση ψυχεδέλειας και folk των ‘60s, αλλά θεματολογικά έχει έναν αποπνικτικά καταθλιπτικό τόνο. Ο δίσκος εμπορικά απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, αν και ο κόσμος συνέχιζε να εμφανίζεται στα live.

Μετά από μια διετία περίπου σχετικής αφάνειας και οικογενειακών θεμάτων -το 2000 η Silver γέννησε το πρώτο παιδί του Cornell- άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι ο Cornell ήρθε σε επαφή με τα εναπομείναντα μέλη των Rage Against The Machine, κατόπιν της αποχωρήσεως του τραγουδιστή τους, Zack de Larocha, για το σχηματισμό ενός supergroup. Οι φήμες συνέχισαν με τους αναμιγνυόμενους στο project να αρνούνται πεισματικά την ύπαρξη του (αρχικά τιτλοφορούνταν ως “Civillian” αν δεν με απατά η μνήμη μου), ώσπου τα νέα έκαναν πλέον την επίσημη εμφάνιση τους στον τύπο.

Στην πραγματικότητα, ο Rick Rubin πρότεινε στα τρία μέλη των RATM, αφού πρώτα επεξεργάστηκαν και την επιλογή του B-Real των Cypress Hill, να δοκιμάσουν τον Cornell στα φωνητικά, γιατί πίστευε ότι θα τους ωφελούσε ως θεραπεία και ότι το αποτέλεσμα θα έφερνε στους Zep.

Όπερ εγένετο. Οι Tom Morello, Tim Commerford και Brad Wilk εντυπωσιασμένοι από τις δυνατότητες του Chris και δηλωμένοι οπαδοί των SG, παρακάμπτοντας κάποια διαχειριστικά και νομικά ζητήματα, μπήκαν στο στούντιο με τραγουδιστή τον Cornell και παραγωγό τον ίδιο τον Rubin, αποκρύπτοντας την ταυτότητα του γκρουπ μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, τον Νοέμβριο του 2001, με τον τίτλο “Audioslave” που έμελε να είναι και το όνομα της all-star μπάντας.

Ο δίσκος είναι αυτό ακριβώς που προέβλεψε παραπάνω ο Rubin με την ειδοποιό διαφορά ότι η μπάντα τιμά και τις soul καταβολές, στηριζόμενη κυρίως στη φωνή του Cornell ως προς το κομμάτι αυτό. Κατά τα άλλα, αυτό που κυριαρχεί σε κομμάτια όπως το ξεσηκωτικό  “Cochise”, τα ισοπεδωτικά “Show Me How to Live” και “Gasoline” και το εμπρηστικό “Set It Off” είναι το πνεύμα των Zeppelin και Sabbath με ελάχιστες δόσεις funk.

Από την άλλη μεριά, κομμάτια όπως το “I Am The Highway” και το βαθιά υπαρξιακό και σχεδόν μαύρο “Like A Stone”, αποκαλύπτουν τη σπαραξικάρδια soul προοπτική του ήχου τους. Για το “Like A Stone”, ο Cornell ρωτήθηκε από το Commerford τι ανέμενε σύμφωνα με τους στίχους του refrain  “…I’ll wait for you there like a stone…”, απάντησε απλά “το θάνατο”, απάντηση που άφησε άναυδο τον Commerford.

Ο δίσκος στέφθηκε με επιτυχία εμπορικά και η μπάντα περιόδεψε σε όλη την υφήλιο κι ο Cornell είπε ότι αυτή του έσωσε την ζωή. Εντούτοις, οι κριτικές ήταν ανάμεικτες και ο Cornell αναγκάστηκε να μπει σε κλινική αποτοξίνωσης ,ενώ το 2004 χώρισε και με τη Silver μετά από 14 έτη γάμου. Τον ίδιο χρόνο γνώρισε την Βίκυ Καραγιάννη, μια ελληνικής καταγωγής υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων που έμενε στο Παρίσι, με την οποία απέκτησε άλλα δύο παιδιά τα επόμενα χρόνια.

Το κουαρτέτο των Audioslave, απτόητο, κυκλοφόρησε το νέο του δίσκο με τον Rubin πάλι στη θέση του παραγωγού το Μάη του 2005. Το άλμπουμ παρήγαγε λιγότερα single από τον προκάτοχο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πήγε καλά εμπορικά ή από άποψη αναγνωρίσεως.

Η μπάντα είχε αποκτήσει πλέον συνοχή και δικό της χαρακτήρα και η φωνή του Cornell ήταν σε καλύτερη φόρμα απ’ ό,τι λίγα χρόνια νωρίτερα. Κάτι τέτοιο ακούγεται όντως σε τραγούδια όπως τα Zeppelin-ικα  “Your Time Has Come”, “Out Of Exile” και “Man or Animal” . Σημειωτέον ότι όποτε ρωτήθηκε ο Cornell ποτέ δε δήλωνε μεγάλος οπαδός των Zeppelin, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν γινόταν ο επίμαχος παραλληλισμός.

Υπάρχουν, όπως πάντα, και πιο εσωστρεφείς στιγμές , όπως το “Be Yourself” και ο Cornell δηλώνει ότι έχει βάλει τους πιο προσωπικούς του στίχους στον εν λόγω δίσκο, σε κομμάτια όπως το “Doesn’t Remind Me”, και επισήμανε ότι ο τίτλος του ίδιου του άλμπουμ αναφέρεται στην περίοδο που ως έφηβος παρέμενε εσώκλειστος στο σπίτι μετά από την απώλεια κάποιου φίλου του, όπως αναφέρεται ανωτέρω.

Η μπάντα και πάλι βγήκε στο δρόμο, ξεκινώντας αυτήν τη φορά, λίγο πριν την κυκλοφορία του δίσκου, από την Αβάνα της Κούβας, όπου παίξανε μπροστά σε 70.000 ανθρώπους και σπάσανε το σχετικό εμπάργκο των συγκροτημάτων του δυτικού κόσμου. Η εν λόγω συναυλία κυκλοφόρησε σε DVD λίγο αργότερα.

Οι Audioslave κυκλοφορούν το τελευταίο τους πόνημα τον Σεπτέμβριο του 2006 σε παραγωγή του Brendan O’Brien (RATM,Pearl Jam, Bruce Springsteen) και αυτήν τη φορά ο Morello προσπαθεί να εισάγει λίγο πιο έντονα funk στοιχειά στις συνθέσεις του νέου δίσκου, καθώς και ο ίδιος χαρακτηριστικά είπε ότι τα νέα κομμάτια ακούγονται σαν υβρίδιο των Earth, Wind and Fire και των Zeppelin, χωρίς ,βέβαια, να κάνει κάποια αλματώδη πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές των Audioslave.

Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν ,“Revelations” και “Original Fire”, ακολουθούν αυτό ακριβώς το μοτίβο καθώς η μπάντα επιδίδεται στους πιο funky μέχρι τούδε αυτοσχεδιασμούς, με τον Cornell να βγάζει τις πιο soul τσιρίδες του επάνω σε αυτοκριτικούς και πολιτικούς στίχους.

Επίσης, ξεχωρίζει το σπαρακτικό “Wide Awake”, το οποίο αναφέρεται στις επιπτώσεις του κυκλώνα Katrina στη Νέα Ορλεάνη και την αδυναμία της κυβέρνησης Bush να χειριστεί την κατάσταση. Η προώθηση του δίσκου με διάφορα τρικ, όπως η εμφάνιση του νησιού “Audioslave Nation” στο Google Maps,  δεν τελεσφόρησε, καθώς η μπάντα δεν περιόδευσε ποτέ, λόγω προστριβών και προσωπικών επιδιώξεων.

Ο Cornell αφοσιώθηκε στα προσωπικά του project κάνοντας κάποιες solo ακουστικές περιοδείες και συμμετέχοντας στο soundtrack του “Casino Royale”, της νέας ταινίας του James Bond, με το τραγούδι συμφωνικό “You Know My Name”, η ηλεκτρική εκδοχή του οποίου βρίσκεται και στο δεύτερο solo άλμπουμ του Cornell, το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάη του 2007.

To άλμπουμ αποτέλεσε μία ακόμη επιστροφή του Cornell στο rock παρελθόν του, σύμφωνα με τα δεδομένα πάντα της εποχής και της ηλικίας του. Το προαναφερθέν “You Know My Name” με το πρώτο single “No Such Thing” αποτελούν την rock ραχοκοκαλιά του δίσκου και, σε συνδυασμό με το πιο συναισθηματικό “Arms Around Your Love” και μία αναπάντεχη διασκευή στο “Billie Jean” του Michael Jackson, δίνουν ένα στίγμα για το που βρίσκεται το μυαλό του Cornell επί του παρόντος. Στα πλαίσια της προώθησης του δίσκου ο Cornell πέρασε και από τη χώρα μας για πρώτη και τελευταία φορά.

Αυτό που εκτροχίασε τη solo καριέρα του Cornell ήταν η συνεργασία του με τον παραγωγό Timbaland (Justin Timberlake, Drake, Nelly Furtado)  στο δίσκο “Scream” του πρώτου το 2009. Η rock κοινότητα έμεινε άφωνη με την αταίριαστη συνεργασία των δύο, ενώ ο Cornell, προς υπεράσπιση της δουλειάς του, είπε ότι ακούγεται όπως το “Dark Side of the Moon” και το “A Night at the Opera”.

Χαρακτηριστικό του εν λόγω δίσκου είναι το single “Part of Me” που εξαιρουμένης της επεξεργασμένης φωνής του Cornell, είναι ένα αμιγώς χορευτικό τραγούδι, ενδεικτικό της δουλειάς του Timbaland εκείνη την περίοδο.

Ο Trent Reznor των Nine Inch Nails είπε για την εν λόγω κυκλοφορία ότι ορισμένες φορές άνθρωποι της γενιάς σου κάνουν πράγματα που σου προκαλούν ντροπή. Τα λόγια του Reznor προκάλεσαν ρήξη στις σχέσεις των δύο μουσικών, η οποία επανήλθε, υποθετικά, λίγα χρόνια αργότερα.

Το Γενάρη του 2010 ο Cornell ανήρτησε στο προσωπικό του λογαριασμό twitter ένα μήνυμα που προμήνυε την επανασύνδεση των SG, το οποίο έλεγε στο τέλος του “…Knights of the Soundtable Ride Again”. Τα τέσσερα μέλη βρίσκονταν ήδη σε επαφή και τα προηγούμενα χρόνια οι AIC και οι FNM είχαν ήδη επανασυνδεθεί και σε κάποιες περιπτώσεις, κυκλοφορήσει δουλειές.

Οι SG δήλωναν συλλογικά ότι δεν έβλεπαν το λόγο να μην παίζουν μαζί και ότι δεν είχαν διαλύσει υπό μη φιλικούς όρους. Μετά από κάποιους μήνες η μπάντα έπαιξε υπό το ψευδώνυμο “Nudedragons”(αναγραμματισμό  του Soundgarden) σε κάποιο μικρό χώρο ονόματι Showbox στο  Seattle, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου το συγκρότημα ήταν headliner του αναστηθέντος Lollapalooza.

Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε και η συλλογή Telephantasm (η δεύτερη κατά σειρά μετά το “Α- Sides” του 1997) που περιείχε το βαρύτατο, ακυκλοφόρητο τραγούδι “Black Rain”, το οποίο είχε απομείνει από κάποιες ηχογραφήσεις του 1991. Ο παραγωγός Adam Kasper εξεπλάγη με το πόσο σταθερή ήταν ακόμη η φωνή του Cornell μετά από τόσα χρόνια.

Το 2012 η μπάντα συμμετείχε στο soundtrack της ταινίας της Marvel, “Avengers”, με το εξίσου αξιόλογο “Live to Rise”, που προσέγγιζε τις πιο πρόσφατες δουλειές του Cornell.

O νέος δίσκος των SG κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2012 σε παραγωγή του Adam Kasper και, ουσιαστικά, έπαιρνε τη σκυτάλη από το “Down on the Upside”. Παρά το γεγονός ότι οι SG δεν ακούγονται πρωτοπόροι, πλέον,  στο “King Animal”, έχουν κάποια δείγματα χαρακτηριστικής για αυτούς τραγουδοποιΐας , με τ