QUEENSRYCHE: “Rage for Order”

Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, που βάδιζε σχεδόν πάντα χέρι-χέρι με την ανθρώπινη έπαρση, αντιμετώπισε δυο ισχυρά χτυπήματα στο ταραγμένο και μακρινό πια 1986.

Την 28η Ιανουαρίου, το διαστημικό λεωφορείο Challenger διαλύεται με μια ισχυρή έκρηξη, μόλις 73 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του από το ακρωτήριο Canaveral της Florida, οδηγώντας στο θάνατο το 7μελές πλήρωμα των αστροναυτών. Περίπου τρεις μήνες αργότερα, την 26η Απριλίου, πραγματοποιείται η έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα του Chernobyl, ίσως το χειρότερο πυρηνικό ατύχημα στην παγκόσμια ιστορία, με χιλιάδες θανάτους ανθρώπων τα επόμενα χρόνια και ανυπολόγιστες συνέπειες.

Μέσα στη θολή εντύπωση της μετάβασης από έναν ταραγμένο ύπνο στην συνειδητότητα, ταξιδεύοντας σε ένα ιαπωνικό τρένο-σφαίρα, το ανήσυχο μυαλό του Geoff Tate μοιράζεται ανάμεσα σε άμεσα προσωπικά θέματα, την εμμονή με την τεχνολογία και την αγωνία για τις αποστάσεις που δημιουργούν στους ανθρώπους η πολιτική και η θρησκεία. Είναι αυτή η συγκυρία που συλλαμβάνει και γεννά τον εμφατικό και σχεδόν παράδοξο τίτλο “Rage For Order”.

O ίδιος αργότερα θα συνοψίσει το θέμα του άλμπουμ σαν μια σύγκρουση της τεχνολογικής κατήχησης με την ανθρώπινη, συναισθηματική αντίδραση. Οι δυνατότητες είχαν αρχίσει να γίνονται εμφανείς, οι μηχανές μπορούσαν να μιλήσουν, χρειάζονταν μόνο την ψυχή μας. Ήταν πια επιτακτική η ανάγκη για κάποια λογική, κάποια καθαρή τάξη, ένα λειτουργικό έλεγχο, να φέρει τους ανθρώπους κοντά, χωρίς το χάος των διάφορων θρησκευτικών και πολιτικών ιδεών. Είναι στην πραγματικότητα, ένα άλμπουμ προσανατολισμένο σε μια δήλωση, μια ολοκληρωμένη αντίληψη. Μοιάζει πολύ με τη μορφή του κόσμου τότε, τώρα και ίσως για πολλά χρόνια ακόμα: ένα είδος χάους που ψάχνει για κατεύθυνση.

Οι Queensrÿche είχαν περιοδεύσει από τον Αύγουστο του 1984 ως τον Ιούλιο του 1985 προωθώντας το πρώτο τους LP, “The Warning”, και σε κάποιες περιορισμένες headline εμφανίσεις στην California είχε ακουστεί ζωντανά η εμβρυακή μορφή του “Neue regel”, το πρώτο δείγμα από το επόμενο μουσικό βήμα τους. Με δεδομένη τη μεγάλη δυσαρέσκεια του γκρουπ για την παραγωγή του πρώτου άλμπουμ και συνυπολογίζοντας την ιδιαιτερότητα και τη δυσκολία της νέας απόπειρας και του πεδίου της, αναζητείται ο κατάλληλος άνθρωπος.

Ο Neil Kernon που ανέλαβε τον ρόλο του παραγωγού (αφού σχεδόν αυτοπροτάθηκε, εντυπωσιασμένος από την ιδιαιτερότητα του γκρουπ), είχε και μουσική προϊστορία, ενώ οι συνεργασίες του από τη θέση της κονσόλας κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα ήχων με ετερόκλητα ονόματα, όπως Hall & Oates, Kansas, Dokken, Michael Bolton. Ο Kernon είχε σαν αρχή του την τακτική να διατηρεί την ακεραιότητα και την ατομικότητα του καλλιτέχνη και προσέγγισε με προσοχή και σεβασμό την αρχική σύλληψη.

Το κάθε βήμα στην πρόοδο των ηχογραφήσεων σχεδιάστηκε με προσοχή. Όλοι τους ήθελαν από την αρχή να είναι ένα ψυχρό ηχητικά άλμπουμ, χωρίς συμβιβασμούς σε αυτό. Οι λέξεις κλειδιά που περιέγραφαν τον στόχο ήταν ψυχρό, σκληρό και βίαιο… Σε ένα άλμπουμ με τρία θεματικά επίπεδα, τις προσωπικές σχέσεις, την πολιτική, και την τεχνολογία, η συνολική ζητούμενη αίσθηση έπρεπε να έχει μια έντονη, μοντέρνα, βιομηχανική εντύπωση.

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς πως για το χρονικό διάστημα των ηχογραφήσεων και μέχρι την τελευταία ρυθμιστική λεπτομέρεια, ο Kernon, με τη διακριτική και πολυτάλαντη χρηστικότητά του, μετατράπηκε στο έκτο μέλος του γκρουπ. Με δεδομένη την συνολική και σύμφωνη απαίτηση μιας high tech προσέγγισης και σε συνάρτηση με τη θέληση όλων να παραμείνουν πρωταγωνιστές οι μουσικοί κι όχι τα computers, η ευρηματικότητα του Kernon οδήγησε σε έναν πραγματικό ηχητικό θρίαμβο.

Η συνολική επιβλητική φουτουριστική high tech επιδερμίδα του δίσκου οφείλεται στην πραγματικότητα σε μια αναλογική ηχογράφηση. Για να αγγίξουν αυτό τον τεράστιο υποστηρικτικό, βίαιο ήχο των ντραμς, αποφασίστηκε να γίνει η ηχογράφηση σε μια μεγάλη άδεια αποθήκη στο Bellevue της Washington, όπου ο Kernon μετέφερε το φορητό του στούντιο από το Montreal. Στην ίδια αποθήκη ηχογράφησε τελικά και ο Eddie Jackson όλα τα θέματα του μπάσου, ολοκληρώνοντας το στιβαρό υποστύλωμα του rhythm section για το άλμπουμ.

Το γκρουπ είχε ετοιμάσει στο μεταξύ σχεδόν όλο το υλικό και η δουλειά επικεντρώθηκε στην εύστοχη ηχητική ανάδειξη της γενικής σύλληψης. Μετά από τουλάχιστον 15 διαφορετικούς συνδυασμούς ενισχυτών και ηχείων, οι Chris De Garmo και Michael Wilton ηχογράφησαν τα μέρη της κιθάρας με δύο παλιούς Marshall που βρίσκονταν στα πρόθυρα της έκρηξης. Αυτή η τεράστια απόσταση ανάμεσα στην εντύπωση του ήχου του “RFO” και τα πραγματικά μέσα είναι η μεγάλη νίκη του Kernon, που ερχόταν γεμάτος ιδέες και με τη χρήση του “Fairlight” που ήταν φρέσκο τότε και του “reverse echo” οδήγησε το τελικό αποτέλεσμα σε μοναδικό επίπεδο.

Ο ίδιος, τελειομανής και λεπτομερής, έπαιξε keyboards στα “Neue Regel” και “Screaming In Digital”. Tο τελευταίο ήταν άλλωστε το αγαπημένο τραγούδι του Kernon, θεωρούσε πως συμβόλιζε το πνεύμα του “RFO” και ζήτησε από το γκρουπ να αναπτύξει την αρχική ιδέα του demo: η τελική του μορφή άγγιξε τη διπλάσια διάρκεια της αρχικής με μια συγκλονιστική κορύφωση στην περιγραφή της αγχωτικής μονομαχίας του ανθρώπου και ενός υπολογιστή με τεχνητή νοημοσύνη που έχει αναπτύξει μια προσωπική σχέση με τον ιδιοκτήτη του.

Η εξαμελής ομάδα βρίσκεται ήδη στα Mushroom Studios, στο Vancouver του Καναδά. Η EMI Records εμφανίζεται να θέλει ένα τραγούδι με πιθανή πρόσβαση στο ραδιόφωνο. Όλοι μαζί προσανατολίζονται να προσθέσουν μια διασκευή που να μπορεί να ενσωματωθεί ιδανικά στο υπάρχον υλικό και να λειτουργήσει ανάλογα. Κανείς από τους έξι δεν ήθελε κάτι ρηχό και ποπ, έψαχναν κάτι που θα ήταν χαρακτηριστικό, αλλά ταυτόχρονα σκοτεινό και παράξενο. Tα “Gonna get close to you” και “Wait for an answer” της καναδής μουσικού και τραγουδίστριας Lisa Dalbello είναι τα δύο υποψήφια τραγούδια με το πρώτο να καταλήγει τελικά στο άλμπουμ, και να γίνεται αργότερα το μοναδικό επίσημο video clip του “RFO”.

Στην πραγματικότητα η επιλογή αυτή μάλλον δυσκόλευε την προώθηση του “RFO”, ειδικά απέναντι στο συντηρητικό, παραδοσιακό metal κοινό. Το τραγούδι με ένα έντονα ηλεκτρονικό vibe που παρέπεμπε σε μια γοτθική απόφυση των Depeche Mode, έχτιζε την ψυχωτική εξάρτηση ενός άντρα που παρακολουθεί το αντικείμενο του πόθου, με μια σκοτεινή, επικίνδυνη σεξουαλικότητα. Τα σχεδόν αντρόγυνα φωνητικά του Tate και οι εμβόλιμες μινόρε γλώσσες στις μελωδίες που έμοιαζαν να σπρώχνουν γλυκά την αυξανόμενη ένταση, συναρμολογούσαν μια εθιστικά ενοχλητική, κινητική ψύχωση: όπως συνήθιζαν και οι ίδιοι να λένε έγινε αρμονικά ένα ακόμα κεφάλαιο στα δικά τους “nighttime songs”.

Τα τραγούδια που κάλυπταν τη θεματική ενότητα των προσωπικών σχέσεων ήταν πράγματι “nighttime songs”. Βασισμένα στην πραγματικότητα στην τυπική αδυναμία να συμβαδίσει η πιεστική καθημερινότητα της καριέρας ενός μουσικού που βρίσκεται συνέχεια στο δρόμο με μια υγιή σχέση, φιλτράρονται με το αναγκαίο σκοτάδι καθώς εκείνο τον καιρό όλοι τους διαβάζουν τα “Vampire Chronicles” της Anne Rice: θέλουν πρόθυμα να δώσουν έναν μυστηριώδη, γοτθικό υπαινιγμό στα ερωτικά τραγούδια του άλμπουμ. Όπως άλλωστε θυμάται ο Tate, το “RFO” που συνελήφθη σε ένα ιαπωνικό τρένο-σφαίρα, συνέχισε να μεγαλώνει στα 24ωρης λειτουργίας χασίς μπαρ του Άμστερνταμ και τα Vampire/S&M clubs της Πράγας.

Όλοι τους ζούσαν μια εικονική κοινωνική ζωή που τους δινόταν από τις χαραμάδες των περιοδειών και των ζωντανών εμφανίσεων. Τα προσωπικά τραγούδια του “RFO” (με τη σχεδόν βιωματική τριλογία των “I dream in infrared-The killing words-London”) είχαν μυστικά ασφαλή στις σκιές της νύχτας, μάτια που συγκέντρωναν το βαθύτερο και πιο επώδυνο σκοτάδι του χωρισμού και νυχτερινά ουρλιαχτά που ζωντάνευαν μνήμες.

Από τους πολιτικούς υπαινιγμούς του δίσκου, το “Neue regel” ήταν ένα κάλεσμα για αντίσταση, έκκληση για ενότητα, να πέσουν οι φράχτες και τα σύνορα που χωρίζουν τους ανθρώπους , να αγνοηθούν η πολιτική και η θρησκεία που μόνο προβλήματα δημιουργούν. Μουσικά υποστηρίζεται από ένα σύνθετο φουτουριστικό ηχοτοπίο με τα λεπτομερή φίλτρα και εφέ να αναδεικνύουν την ιδιαίτερη δομή και διαδρομή του τραγουδιού, αποτελώντας πέρα από κάθε αμφισβήτηση μια από τις πληρέστερες κρύπτες του άλμπουμ.

Το “Chemical Youth” με τους μιλιταριστικούς ρυθμούς, είναι ένας οξύς, έντονος ύμνος στην ειρήνη και μια υπενθύμιση για την ευθύνη της νέας γενιάς να διατηρήσει την ειρήνη σε έναν κόσμο που καλύπτεται από τον φόβο και τον ψυχρό πόλεμο. Είναι ολοφάνερο πως σε όλες αυτές τις αναφορές συναντάμε τον προάγγελο του κοινωνικού χαρακτήρα του “Operation: Mindcrime”, με τον ίδιο τρόπο που το “NM 156” στο “The Warning” προειδοποιούσε για την εμμονή της τεχνολογικής επίδρασης.

Ο άνθρωπος που καλείται να εκφράσει τη σοφή αλληλεπίδραση των τριών θεματικών επιπέδων πάνω από τους εμπλουτισμένους οργανικούς σκελετούς των τραγουδιών, είναι φυσικά ο Tate. Όντας στην κορυφή της φωνητικής του ευρύτητας αλλά και πλήρης από προσωπικά και κοινωνικά ερεθίσματα, ολοκληρώνει αυτό που ήδη είχε αρχίσει από το πρώτο τους άλμπουμ, αποδομώντας τον χαρακτήρα του τυπικού metal ερμηνευτή κι ανοίγοντας νέους ορίζοντες έκφρασης.

Βαθύς πνευματικά, ανοιχτόμυαλος και πρόθυμος να δοκιμάσει τα όριά του δίπλα σε έναν ανήσυχο και ευρηματικό παραγωγό, ο Tate μεταφράζει τα βαθύτερα μυστικά του σε ρεαλιστικούς ερμηνευτικούς κώδικες. Ο Neil Kernon συνεχώς δίπλα του τον ωθεί σε υπερβάσεις. Κινδυνεύουν να συλληφθούν από την αστυνομία του Vancouver, όταν ηχογραφούν τις τελευταίες φωνητικές εκκρεμότητες μέσα στο αυτοκίνητο του Tate, στο υπόγειο παρκινγκ του ξενοδοχείου, μετά από παράπονα των πελατών. Ο Kernon τυλιγμένος με φορητά εξαρτήματα ηχογράφησης τους διαβεβαιώνει πως σταματούν και μόλις η αστυνομία φεύγει, ολοκληρώνουν τις εγγραφές. Το σφύριγμα και τα ουρλιαχτά θα χρησιμοποιηθούν τελικά στο άλμπουμ…

Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 20 Ιουνίου του 1986 και περιλαμβάνει 11 τραγούδια. Τρία από τα demo δεν θα συμπεριληφθούν τελικά στο άλμπουμ, τα “Rage for order”, “From the darkside” και “The dream”. Μια εξελιγμένη μορφή του ομότιτλου εμφανίζεται ως το “Anarchy-X” στο “Operation: Mindcrime”. Σημαντική λεπτομέρεια αποτελεί το γεγονός πως το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον Garry Sharpe-Young (χωρίς να μνημονεύεται στα credits του άλμπουμ) , μετέπειτα γνωστό άγγλο μουσικό δημοσιογράφο και συγγραφέα (με θητεία στα Metal-Mania, Metal Forces) που έφυγε πρόωρα από τη ζωή από ανεύρυσμα το 2010, σε ηλικία 45 ετών.

H remastered έκδοση του άλμπουμ το 2003 περιλάμβανε επίσης την 12’ εκτέλεση του “Gonna get close to you”, μια ακουστική live εκτέλεση του “The killing words”, το ακουστικό remix του “I dream in infrared” του 1991, που αποτέλεσε b’ side track στο single “Best I can” από το “Empire”, και μια live εκτέλεση του “Walk in the shadows”. Για το άλμπουμ είχαν κυκλοφορήσει 3 singles: “Gonna get close to you/The prophecy”, “The whisper/I dream in infrared” και “Walk in the shadows (both sides)”. Την ίδια χρονική περίοδο ηχογραφήθηκε και η συγκλονιστική διασκευή στο “Scarborough fair” του Paul Simon που χρησιμοποιήθηκε τελικά, με το mixing του James “Jimbo” Barton στην αρχική παραγωγή του Kernon, στο single “Empire” το 1990.

Οι Queensrÿche στα πλαίσια της έντονης διαφοροποίησης του νέου ορίζοντα, συμβιβάζονται με τον ακραίο συνδυασμό glam/gothic image που τους προτείνεται: σε έναν αλλόκοτο παραλληλισμό μοιάζει να λειτουργεί συναινετικά με την τολμηρή, προκλητική διαδρομή του άλμπουμ. Βγαίνουν και πάλι άμεσα στο δρόμο ανοίγοντας για μεγάλα και ετερόκλητα ονόματα όπως οι Bon Jovi και ο Ozzy Osbourne, παρουσιάζοντας ένα δυσπρόσιτο μουσικό έργο μπροστά σε ακροατήρια ξένα και ανυποψίαστα. Η περιοδεία διαρκεί σχεδόν επτά μήνες. Στο τέλος της το γκρουπ επιβραβεύεται με δύο headline sold out εμφανίσεις, 13 και 14 Φεβρουαρίου του 1987 στο “L’ Amour East” της Νέας Υόρκης.

Το “Rage For Order” ήταν το άλμπουμ που διεύρυνε τον φρέσκο μουσικό ορίζοντα των πέντε μουσικών από το Seattle με απόλυτη ευστοχία και ανέδειξε ακόμη περισσότερο το τεράστιο συνθετικό ταλέντο του Chris De Garmo. Με τη συνεργία του εγκεφαλικού οικονομικού performing, την αναπλαστική ικανότητα των ήχων στη δημιουργία εντυπώσεων και αισθημάτων, την ευφυή εμπλοκή επίκαιρων αλλά και ιδιωτικών θεμάτων σε μια αρμονική κορνίζα φυσικής συνέχειας κι έναν ερμηνευτή που μπορούσε να καπηλευτεί κάθε ενδιάμεση έκφραση στη διαδρομή από το υψίφωνο ουρλιαχτό μέχρι το κατευναστικό σφύριγμα, ποτέ δεν άγγιξε τη δημοφιλία του “Operation: Mindcrime”, παραμένει όμως ακόμα και σήμερα το πιο γενναίο και άφθαρτο άλμπουμ τους.

Ο χαρακτήρας-πρωταγωνιστής του, σοφά προστατευμένος από μια αειθαλή ηχητική κάρτα απροσδιόριστου μέλλοντος, συνεχίζει χρόνια τώρα με μια δύσβατη διαδρομή για 45:42 να ψάχνει την κατεύθυνση, την τάξη κόντρα στην εντροπία του πλανητικού χάους.

Σπρωγμένος από τα μυστικά του προσωπικά σημάδια σε ευρύχωρους υπαινιγμούς (“you forced me to force you”), στέκεται μπροστά στον συμπαντικό βόμβο του σούρουπου, στη σφαιρική, νυχτερινή θέα της απολογίας. Καθώς τίποτα δεν έχει αλλάξει, συνεχίζει να μοιράζει τη συλλογική, αθέατη ευθύνη που του φανερώνει εκείνο το μακρινό αστέρι της γνώσης… “you might see the nation’s eyes/don’t hide/ it’s YOU”.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 423 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…