WOVENHAND: “Star Treatment”

Ανά δύο έτη, υπακούοντας σε κάποια νομοτελειακή περιοδικότητα, ως να υπαγορεύεται από αστρικές κινήσεις και πλανητικές περιστροφές, στον ουράνιο δισκογραφικό θόλο κάνουν την εμφάνιση τους οι Wovenhand, το σώμα μέσα στο οποίο περικλείεται από το 2002 η παλλόμενη ενέργεια της μουσικής ευφυΐας του David Eugene Edwards.

Η εφετινή studio κυκλοφορία του σχήματος από το Denver/Colorado –μεσολαβούν κι αρκετές συλλογές ή live δισκογραφικές δουλειές-, έρχεται και πάλι μέσω της Glitterhouse Records και αντλεί την θεματική της από την παρατήρηση του νυχτερινού ουρανού, εξ ου και  ο τίτλος “Star Treatment”.

Έντεκα νέα κομμάτια είναι η ύλη μέσα από την οποία συντίθεται το νέο δισκογραφικό πόνημα του group που ξεκίνησε σαν προσωπικό side-project του ιθύνοντα νου των πάλαι ποτέ 16-horsepower, μίας από τις πιο ιδιόμορφες αμερικανικές μπάντες των 90s, η ιδιαιτερότητα της οποίας αποτυπώνεται σε όρους όπως alternative country ή gothic Americana, χρήση των οποίων γίνεται συχνά για να τους κατηγοριοποιήσει σε ένα κατά τα άλλα πολύ αφηρημένο μουσικό ιδίωμα. Ας πούμε μεταξύ μας ότι έπαιξαν εναλλακτική rock με μουσικές φόρμες κι ενορχηστρωτικά στοιχεία ή όργανα που συναντώνται από παραδοσιακές αμερικανικές μουσικές (country, bluegrass, gospel, Appalachian).

Στα 14 χρόνια που μεσολάβησαν από το πρώτο τους, ομώνυμο album πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Το 2012 στράφηκαν σε έναν πιο σκληρό και επιθετικό ήχο με το “The laughing stalk” (link), τον οποίον απογείωσαν με το “Refractory Obdurate” (link). Πιο βαρείς πια, με τον παλαιότερο λυρισμό τους παραμένει στο ημίφως, δίνοντας περισσότερη ουσία στην ενέργεια που εκλύει η μουσική τους, τις υποβλητικές μονοτονίες, τον ογκώδη ήχο, τις εκστατικές απαγγελίες και τους μυστικιστικούς ψαλμούς του D.E.Edwards. Τα δε παραδοσιακά όργανα (banjo, accordion, mandolin κλπ) έχουν περάσει επίσης σε δεύτερο πλάνο, είτε σαν στολίδια του γενικού μουσικού οικοδομήματος είτε σαν εργαλεία για να ρίξουν τους τόνους σε συγκεκριμένα σημεία των ζωντανών τους εμφανίσεων.

Στο ίδιο σκεπτικό κινείται και το νέο τους album. Αρμονικά παραμένουνε κοντά στα μοτίβα του προηγούμενου πονήματος, ενορχηστρωτικά ωστόσο δίνεται η εντύπωση ότι αναγνωρίζονται πολύ περισσότερες post-rock επιρροές –αν και ανήκει στην γενική σκηνή της americana, o Edwards έχει διασκευάσει στο παρελθόν ακόμα και Joy Division- ειδικά στα κομπρεσαρισμένα τύμπανα κάποιων κομματιών ή τον συριγμό από feedback ηλεκτρικής κιθάρας σε κάποια άλλα. Το σίγουρο είναι ότι μετά το εξαιρετικό “Refractory Obdurate” είχε διαφανεί ότι το group εξαντλεί το συγκεκριμένο ύφος και ηχόχρωμα καθιστώντας δύσκολη την υπέρβαση του ιδίου αποτελέσματος.  Παρόλα αυτά, επιτυγχάνει να ηχογραφήσει και πάλι ένα -αν μη τι άλλο- πολύ άνω του μετρίου album που αν και όχι τόσο εντυπωσιακό στο πρώτο άκουσμα παρουσιάζει εθιστικές ιδιότητες όσο αφήνεται να παίζει στα ακουστικά σας.

Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε fans και μυημένους αν και δεν συνίσταται σε ακροατές που θέλουν να γνωρίσουν και να καταλάβουν το φαινόμενο Wovenhand. Αυτό που, όσοι τους έχουμε ήδη αγαπήσει περιμένουμε είναι ασφαλώς η live απόδοση του δίσκου στην επόμενη επίσκεψη τους στην χώρα μας καθώς υποπτεύομαι ότι αυτό είναι το ζητούμενο της μπάντας τα τελευταία έξι χρόνια. Κι ίσως, μερικοί από εμάς αναμένουμε, μετά από αυτή την επιθετική περίοδο τους, την επιστροφή στον πρότερο λυρισμό τους. Για να δώσουν νόημα στην φετινή ματιά τους στον αστρικό ουρανό· αν κάποιοι αστέρες πάλλονται, γιατί όχι και οι Wovenhand;