Death To All, Obscura, Memorain (01/04/2016) Fuzz club

O ήλιος δεν θα βγει ποτέ από την δύση, τα δένδρα πάντα θα ρίχνουν τα φύλλα τους το Φθινόπωρο και οι Death μετά τον θάνατο του Chuck Schuldiner έπαψαν οριστικά να υπάρχουν.

Τώρα που ξεκαθαρίσαμε κάποια πράγματα ως την γενική αλήθεια, ας ρίξουμε μια ματιά σε κάτι εντελώς διαφορετικό, μα αντικειμενικά σχετικό με το θέμα μας, που είναι η προσπάθεια αυτή μουσικών συνεργατών, μανατζαρέων (αλλά και συγγενών και φίλων του Chuck) να φέρουν με μια σειρά περιοδειών ξανά την μουσική του θρύλου του Death metal τόσο σε παλιούς, όσο και σε καινούργιους φίλους της μουσικής του κληρονομιάς. Άλλωστε το sub logo τα έλεγε όλα, celebrating the music of Chuck Schuldiner, φυσικά με το αζημίωτο, να μην γελιόμαστε κιόλας…

Επίσης ήταν μέγιστη παράλειψη όποιου δεν έλαβε υπόψη κι ακόμη ένα χαρτί, ατόφιο άσσο, που είχε στα χέρια της η περιοδεία αυτή. Αυτό δεν είναι άλλο από την συμμετοχή των Γερμανών Obscura, οι οποίοι ανοίγουν τις εμφανίσεις των αμερικανών. Προσωπική άποψη/εκτίμηση, την οποία είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πως την συμμερίζονται πλείστοι άλλοι, είναι πως αποτελούν ότι πιο κοντινό στην ποιότητα, το ύφος και την τεχνική κατάρτιση με την οποία προσέγγισε ο Chuck το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα του ακραίου death metal ήχου.

Με καθυστέρηση στην έναρξη της βραδιάς που κόντεψε να συμπληρώσει τα τρία τέταρτα της ώρας, βγήκαν στην σκηνή οι Έλληνες thrashers Memorain. Αυτό το δείγμα που παρουσίασαν δεν το λες και εμφάνιση, σαν σφηνάκι το ένιωσα περισσότερο. Μέχρι να ανέβουν στην σκηνή κατέβηκαν, παίζοντας για περίπου 15 λεπτά τα 4 κομμάτια τους.

Με 7 άλμπουμ στο ενεργητικό τους και αρκετές σημαντικές συμμετοχές, δεν τους λες και τυχαίους. Από την άλλη, δεν μου άφησαν και κάτι συγκεκριμένο να θυμάμαι από αυτούς και μετά το τέλος της βραδιάς ήταν τόσο το ειδικό βάρος όσων παρακολουθήσαμε στην συνέχεια που τους εκτόπισε εντελώς. Με ήχο που τους αδίκησε, ελάχιστο χώρο να κινηθούν στην σκηνή (από το υλικό των co & headliners) και με τον κόσμο να μην έχει προλάβει να κάνει την είσοδο του στον χώρο (αργότερα πληροφορήθηκα ότι απέξω είχε δημιουργηθεί μεγάλη ουρά αναμονής), οι συνθήκες δεν τους ευνόησαν καθόλου.

Οι Obscura από την άλλη πλευρά έπαιξαν σε γεμάτο venue, αλλά με επίσης άσχημο ήχο. Είμαι fan του υλικού της μπάντας και ιδιαίτερα στο πρόσφατο “Akroasis” τους έβγαλα το καπέλο ακούγοντας σε πόσο δυσθεώρητα επίπεδα έχει φτάσει η τεχνική τους κατάρτιση για να καταφέρουν να παίξουν αυτό το υλικό. Εκτός από τον τραγουδιστή/κιθαρίστα Steffen Kummerer, οι υπόλοιποι μουσικοί προστέθηκαν στην μπάντα μετά (και πολύ μετά) το “Omnivium” του 2011, με πιο πρόσφατο τον Βενιαμίν και  lead κιθαρίστα τους, Rafael Trujillo, to 2015.

Προβληματικός ήχος, απειρία κάποιων από τα μέλη στην σκηνή, εκτελεστικά λάθη, ήταν πραγματικά στοιχεία που δεν περίμενα να δω στην εμφάνισή τους. Με το “Akroasis” (ή Akroasi, όπως το πρόφερε ο Kummerer) να έχει την τιμητική του στο setlist και να καταλαμβάνει συνολικά 5 από τα 7 κομμάτια, έπαιξαν περίπου 43 λεπτά, απομυζώντας την συνολική προσοχή του κοινού στις ταστιέρες τους, αφού δεν υπήρξε ιδιαίτερη κινητικότητα από κάτω κατά το μεγαλύτερο μέρος της εμφάνισής τους. Απέσπασαν όμως θερμότατο χειροκρότημα και επευφημίες με το όνομα τους και κέρδισαν έτσι το ουσιαστικό ενδιαφέρον του κοινού.

Θα ήθελα να έχουμε την ευκαιρία να τους ξαναδούμε στην Αθήνα σε μια headlining περιοδεία, πιο δεμένους και με καλό ήχο. Δεν ακούς κάθε μέρα τόσο καλοπαιγμένο τεχνικό death με θεματολογία που φλερτάρει με το διάστημα και το άγνωστο με τόση επιτυχία.

Obscura setlist
Ten Sepiroth
The Monist
Akroasis
The Anticosmic Overload
Sermon Of The Seven Suns
Ode To The Sun
Centric Flow

Στις 11 και κάτι ψιλά εμφανίστηκαν επί σκηνής οι μουσικοί που έχουν αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο της “αναπαράστασης ενός εγκλήματος”, της αναβίωσης των κομματιών της μεγαλύτερης μπάντας του ακραίου ήχου που υπήρξε ποτέ, των Death του Chuck Schuldiner.

Οικοδεσπότης της βραδιάς αναδείχθηκε ο πανύψηλος Νορβηγο-Ιταλός Steve DiGiorgio, με τον Max Phelps (φωνητικά/κιθάρα) που είχε και τον πιο δύσκολο “ρόλο” της βραδιάς, να παραμένει ταπεινός και προσηλωμένος σε αυτό που είχε κληθεί να ανταπεξέλθει. Αν τα κατάφερε; Προσωπική μου γνώμη είναι πως ναι, πέτυχε με πολύ χαμηλό προφίλ, ταλέντο και εργατικότητα να δώσει στο κοινό μια γεύση της μουσικής των Death, προσοχή, ΟΧΙ ΤΟΥ CHUCK. Κανένας δεν προσπάθησε να αντιγράψει ή να τον συναγωνιστεί κι αυτό ήταν το καλύτερο σημείο που απελευθέρωσε και τους πιο θερμοκέφαλους σε μια φρενήρη βραδιά με τον κύκλο στο mosh-pit πραγματικά να μην σταματά καθόλου.

Οι 19 πρώτοι λόγοι που μου έρχονται στο μυαλό όταν κάποιος με ρωτάει αν τελικά άξιζε είναι γραμμένοι στο τέλος αυτού του άρθρου και δεν είναι άλλοι από 19 μουσικά μνημεία που άφησε στην ανθρωπότητα ο Schuldiner. Αποδόθηκαν με σεβασμό και ικανότητες από μουσικούς τιτάνες που πραγματικά διαισθάνομαι πως και ο ίδιος ο Chuck θα ήταν ικανοποιημένος. Και πώς να είναι διαφορετικά τα πράγματα όταν η σπονδυλική στήλη του ήχου πάταγε στα πόδια των Steve DiGiorgio και Gene Hoglan; Άταστη μαγεία που άφησε άφωνους όσους επίδοξους μπασίστες παρακολουθούσαν εστιάζοντας στα αριστερά της σκηνής, ενώ στο κέντρο ο Hoglan (Gene the machine όπως τον αποκάλεσε φίλος) με το πληθωρικό και ακούραστα γρήγορο παίξιμο του μοιραζόταν το επίκεντρο της προσοχής του κόσμου με τον ακούραστο γίγαντα. Ελάχιστα μέτρα αριστερά τους ο Bobby Koelble που συνετέλεσε τα μέγιστα σε αυτό το αριστοτεχνικό ηχητικό μεγαλείο που παρακολουθήσαμε, με αλάνθαστα lead και πορωτικά riffs.

Τρομερό setlist, χωρίς αμφισβητήσεις, με κομμάτια και από τα 7 άψογα άλμπουμ παρακαταθήκες. Παρά κάτι λεπτά παρακολουθήσαμε μια σχεδόν δίωρη εμφάνιση. Καλός ήχος, με όγκο αλλά λίγο παραπάνω ίσως ένταση από ότι αντέχει η υγεία μας. Και τώρα που έγραψα για υγεία, άφησα το καλύτερο για το τέλος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ξύλο έπεσε μέσα στο Fuzz (μπορείτε βέβαια να δείτε τα video για μια μικρή γεύση).

Συναρτήσει της διάρκειας μάλιστα, μιλάμε πως πρόκειται για κοινό προς παρασημοφόρηση. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ολοκληρωτικό ξέσπασμα ενός τεραστίου απωθημένου που ακούει στο όνομα μουσική των Death. Mosh, headbanging, crowd surfing δεν έλειψε τίποτα ούτε στιγμή και το κυριότερο, ο κόσμος τραγουδούσε σε όλα τα κομμάτια φτιάχνοντας μια μοναδική ατμόσφαιρα η οποία ηλεκτριζόταν μαγικά κάθε φορά που μετά το τέλος κάποιου τραγουδιού οι ζητοκραυγές κατέληγαν να γίνουν η ιαχή με το όνομα του Chuck!

Στο ίδιο μήκος κύματος βοήθησαν πολύ το κλίμα αυτό και τα εμβόλιμα ηχητικά αποσπάσματα με την φωνή του Schuldiner μην αφήνοντας μας στιγμή να αμελήσουμε γιατί βρισκόμασταν όλοι εκεί. Μοναδική παραφωνία ίσως το λογότυπο των Death πάνω από τον Hoglan που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με το dta logo, αλλά μετά μπαίνουμε σε μια διαδικασία διύλισης κουνουπιών η οποία δεν αξίζει στην προκειμένη τον κόπο.

Στα ευτράπελα highlight της βραδιάς η απόπειρα του SDG να ξεσηκώσει (κι άλλο) το κοινό φωνάζοντας με “τουριστικά” ελληνικά “πουτάνα όλα” λίγο πριν το ξεκίνημα του “Flattening Of Emotions”. Τους περισσότερους “νεκρούς” νομίζω πως τους μετρήσαμε στο “Symbolic” αν και τα κορμιά έπεφταν αδιάκοπτα όλο το βράδυ. Αν υπήρχε μέτρο σύγκρισης στα live με τον ιδρώτα που χύνουν οι θεατές, αυτή εδώ η βραδιά πήγαινε για πανελλήνιο ρεκόρ. Θεατές, μεταξύ των οποίων υπήρχαν πάρα πολλοί, ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας οι οποίοι δεν είχαν (και δεν θα έχουν φυσικά) την ευκαιρία να δουν ποτέ live των Death και χάριν αυτής της προσπάθειας παρακολούθησαν ότι πιο κοντινό θα μπορούσε να τους προσφερθεί  στην εμπειρία αυτή.

Death To All setlist
Out Of Touch
The Philosopher
Open Casket
Suicide Machine
Overactive Imagination
Trapped In A Corner
Living Monstrosity
Lack Of Comprehension
Jealousy
Flattening Of Emotions
Destiny
Symbolic
Zero Tolerance
Bite The Pain
Spirit Crusher
Zombie Ritual/Baptized In Blood
Crystal Mountain/Pull The Plug

Photos: Ανδρέας Πανόπουλος
Videos: Γιάννης Φράγκος

About Ιωάννης Φράγκος 351 Articles
Όταν δεν κυνηγάει το crew του Rockway για τα deadline των άρθρων, θα τον βρεις να σπινάρει δίσκους από τους κλασικούς της συμφωνικής μουσικής στους κλασικούς του 80’s Us metal, από το goth rock στο prog rock και metal. Έχει ένα φετίχ να καταγράφει στην κάμερά του μουσικές ιστορίες κι όλο και κάποιο σχετικό project τον περιμένει για επεξεργασία στον υπολογιστή του. Λατρεύει το διάβασμα, τον πλαστικομοντελισμό, τα videogames και το vegan φαγητό.