SWANCORE

TRIBUTE

Η ένταξη μιας ομάδας μουσικών και συγκροτημάτων κάτω από μια ταμπέλα, πέρα από τη μανιώδη τάση ταξινόμησης που πρακτικά βολεύει τόσο τους ακροατές όσο και τους γραφιάδες, λειτουργεί και βοηθητικά μεταξύ καλλιτεχνών που τους ενώνουν κοινά χαρακτηριστικά. Η δημιουργία μιας σκηνής είναι, ειδικά σήμερα με τη βοήθεια της διαδικτυακής πλοήγησης, μια σημαντική στήριξη και διέξοδος για κάθε άγνωστο καλλιτέχνη που προσπαθεί να ρίξει γέφυρες σε μεγαλύτερο κοινό, και δημιουργεί γρήγορα αλληλεπιδράσεις που κατευθύνουν και το κοινό αυτόματα σε νέο έδαφος.

Ο μακρινός μύθος της βάπτισης του λεγόμενου “swancore”, ουσιαστικά ενός μοντέρνου progressive post hardcore ιδιώματος, αποδίδεται στο τραγούδι “I, the Swan”, που περιεχόταν στο άλμπουμ “The Ocean And The Sun” του 2008, ενός math rock/hardcore supergroup που ίδρυσε ο Rich Balling και είχε το όνομα “The Sound Of Animals Fighting”. Αποτέλεσαν ουσιαστικά ένα studio project, με 12 διαφορετικούς μουσικούς να παρελάζουν από τις τάξεις του σε διάστημα περίπου 4 χρόνων, ενώ εμφανίστηκαν ζωντανά μόλις τέσσερις φορές το 2006.

Ουσιαστικά όμως, το Swancore θεμελιώνεται, οργανώνεται και ενισχύεται σαν ένα συγκεκριμένο ύφος και ήχο, όταν ο κιθαρίστας των Dance Gavin Dance, Will Swan, ιδρύει το 2013 τη δική του εταιρεία με το όνομα Blue Swan Records, και έδρα το Sacramento της California. Δίπλα του στη θέση του αντιπροέδρου της εταιρείας, βρίσκεται ο Sergio Medina, κιθαρίστας στους Stolas, Eidola και τους Royal Coda. Ο όρος “swancore” επινοήθηκε για να περιγράψει συγκεντρωτικά τα χαρακτηριστικά των συγκροτημάτων του ρόστερ της που βασίζονταν στο τεχνικό και δυναμικό παίξιμο. Οι βασικές επιδράσεις των συγκροτημάτων που μπήκαν κάτω από αυτή τη φρέσκια ομπρέλα ξεκινούσαν από τους At The Drive-In, φιλτράρονταν σημαντικά από τη μουσική καλλιτεχνών όπως οι The Mars Volta, Between The Buried And Me, Coheed And Cambria, Animals As Leaders, και φυσικά την προσωπική σφραγίδα του κάθε μουσικού.

Με μια συχνά αντιφατική και συγκρουόμενη τακτική στα επιμέρους στοιχεία της μουσικής, αυτό το εξελιγμένο, σύγχρονο προοδευτικό math/ post hardcore, εκφραζόταν με επιθετικές, τεχνικές και ασυνήθιστες δομές τραγουδιών που μπορούσαν παράλληλα να αφήνουν χώρους και για σχεδόν easy listening περάσματα. Παρόμοια, τα καθαρά υψίφωνα φωνητικά εναλλάσσονταν με ακραία ουρλιαχτά, και συχνά διάφορες μπάντες είχαν δυο τραγουδιστές για να υποστηρίξουν τις διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις. Τα πρώτα γκρουπ που βρήκαν καταφύγιο στην Blue Swan, ήταν οι Stolas, οι Sianvar και οι Hail The Sun.

Η σημαντική οργανωτική βάση μιας εταιρείας που έδινε διέξοδο στην συγκεκριμένη έκφραση δυνάμωσε τόσο τη βάση των ακροατών του χώρου, όσο και κατά συνέπεια τον αριθμό των μουσικών που μιμήθηκαν τους πρωτοπόρους. Σήμερα πια, ένα πλήθος από σχήματα που περισσότερο ή λιγότερο ακολουθούν τα βασικά δεδομένα, δραστηριοποιούνται και σε άλλες εταιρείες, ενώ και η Blue Swan συνεχίζει να έχει στις τάξεις της κάποιους παραδοσιακούς ήρωες όπως οι Eidola, Icarus The Owl, Wolf & Bear, αλλά και νεότερα γκρουπ, όπως οι Royal Coda. Φέτος υπέγραψε ένα σημαντικό συμβόλαιο με την BMG, και συνεργάζεται επίσης με τη Rise Records. Και όπως συμβαίνει συνήθως, όταν η σκόνη κάθεται πια, οι περισσότεροι προσπαθούν να αποποιηθούν τις ταμπέλες και τις ετικέτες που ουσιαστικά λειτούργησαν σαν καταλύτης. Χαρακτηριστικά, ο τραγουδιστής/κιθαρίστας των Eidola, Andrew Wells δηλώνει πως δεν του αρέσει να μπαίνει η μουσική του γκρουπ σε ταμπέλα, αν και αντιλαμβάνεται πως όλα αυτά συνήθως γίνονται για λόγους ευκολίας, πρώτα γιατί θέλει να υποστηρίξει τη μοναδικότητα αυτού που κάνουν και μετά γιατί είναι αντίθετος στην τυφλά οπαδική προσέγγιση των ιδιωμάτων ή αντίθετα στην αποδοκιμαστική τους αντιμετώπιση. Ακόμα και ο ίδιος ο Swan, όταν αναφέρεται στο είδος των γκρουπ που επιλέγει, μιλάει για οποιοδήποτε post hardcore σχήμα χωρίς συμβόλαιο που του αρέσει, ενώ δεν μοιάζει να εκτιμά ιδιαίτερα τον όρο “swancore”.

Σε μια εποχή που ο συγκεκριμένος ήχος έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής στην απέναντι πλευρά του ωκεανού, και το πλήθος των επιλογών και των νέων ονομάτων έχει ήδη αρχίσει να ζαλίζει από καιρό, θα επικεντρωθούμε σε κάποιους βασικούς και ιστορικούς εκπροσώπους του χώρου, που συνολικά περιγράφουν αισθητά το εύρος του.

DANCE GAVIN DANCE
Δικαιωματικά το γκρουπ του Will Swan αναφέρεται πρώτο, καθώς πέρα από το γεγονός πως είναι ο ιδρυτής της Blue Swan, αλλά και μια ξεχωριστή, εμβληματική μορφή του χώρου, δραστηριοποιείται με το σχήμα του από το 2005 και έχουν κυκλοφορήσει ως σήμερα εννέα άλμπουμ. Με βασικό συνεργάτη τον ντράμερ Matt Mingus, ο Swan έχει διατηρήσει τη βασική μορφή του κουιντέτου με δυο τραγουδιστές ( “καθαρά” φωνητικά και ουρλιαχτά) και πολλές αλλαγές στη σύνθεση του γκρουπ. Οι επιρροές που διαφοροποιούν κατά καιρούς και την βασική μουσική τους έκφραση, είναι αναρίθμητες και μπορούν να φτάνουν μέχρι και jazz fusion, post rock αλλά και Earth, Wind & Fire, Radiohead ή τους μεταγενέστερους Genesis. Ο ίδιος ο Swan θεωρείται από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της γενιάς του.

STOLAS
Δυο σχολικοί φίλοι ευθύνονται για τους Stolas, που ιδρύθηκαν στο Las Vegas, από τον κιθαρίστα Sergio Medina, και τον τραγουδιστή/ντράμερ/μπασίστα Carlo Marquez. Ήταν το πρώτο σχήμα που υπέγραψε στην Black Swan, και κυκλοφόρησε συνολικά ένα EP και τρία άλμπουμ. Έχοντας τη φήμη κάποιων από τους καλύτερους μουσικούς του χώρου, και έχοντας μια σύνθετη και σκεπτόμενη προσέγγιση στη μουσική τους, αποφεύγουν μάλλον την τραχύτητα και τις ακρότητες και προσφέρουν με συνέπεια μια δουλειά με μεγάλο ενδιαφέρον στις κιθάρες. Δυστυχώς τον Αύγουστο του 2018 διαλύονται οριστικά.

SIANVAR
Μπορείς εύκολα να το χαρακτηρίσεις και supergroup. Με βάση το Sacramento και έχοντας ένα δημιουργικό δίδυμο αποτελούμενο από τον ασύχαστο πια Will Swan αλλά και τον τραγουδιστή/ντράμερ των σπουδαίων Hail The Sun, Donovan Melero, που εδώ περιορίζεται στα φωνητικά, αποτελούν φανερά τη δεύτερη επιλογή τους και μας έχουν δώσει ως τώρα ένα πλήρες άλμπουμ και ένα EP. Τα αγαπημένα στοιχεία των δυο πρωταγωνιστών είναι όλα εδώ, αρμονισμένα με έναν πολυτελή τρόπο που συχνά χωρά και έναν προσαρμοσμένο πειραματισμό και λίγη χαλιναγωγημένη ψυχεδέλεια. Αν όλα αυτά υπόσχονται, συνυπολογίζοντας και τον εξαιρετικό ήχο, ένα αντάξιο υποκατάστατο για τα στερητικά με την απουσία των Mars Volta, δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα.

HAIL THE SUN
Από το Chico της California μας έρχονται οι ιδιαίτερα πια δημοφιλείς Hail The Sun, με τον σπουδαίο frontman Donovan Melero, που πέρα από το πρώτο συνθετικό και στιχουργικό βιολί του γκρουπ, τιθασεύει το μικρόφωνο με μια χαρισματική φωνή που δύσκολα παραβλέπεις ή ξεχνάς, και τέλος παίζει και σπουδαία τύμπανα. Η μπάντα είναι δραστήρια από το 2009, πρόσφατα επέστρεψε με το πέμπτο της άλμπουμ και ακούγεται πιο ισορροπημένη και εθιστική από ποτέ. Έχοντας χαλιναγωγήσει όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του ιδιώματος σε μια συνταγή αισθητά ραδιοφωνική και με δυο σπουδαίους κιθαρίστες που ξέρουν να εντυπωσιάζουν με την απαραίτητη οικονομία, είναι τα τελευταία χρόνια ένας από τους βασικούς παράγοντες των ευρύτερων ακροατηρίων του ήχου αυτού.

EIDOLA
Οι Eidola σχηματίστηκαν το 2011 στο Salt Lake City. Διατηρώντας από την αρχή μια σταθερή πενταμελή σύνθεση, είδαν τον κιθαρίστα Brandon Bascom να αποχωρεί το 2017, για να αντικατασταθεί από τον συνήθη ύποπτο Sergio Medina. Συγχωνεύοντας εξαιρετικά τόσο το metalcore και το post hardcore αλλά και το math και post rock σε μια σύνθετη μουσική πρόταση που περιέχει και ambient διαστήματα, φρόντισαν από νωρίς να χτίσουν μια αξιοσέβαστη υπόληψη με σπουδαίες, ξεχωριστές ζωντανές εμφανίσεις. Δεν διστάζουν να καταφεύγουν σε δυσπρόσιτες, σχεδόν ποιητικές προσεγγίσεις στους στίχους που καταπιάνονται συχνά με κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Έχουν ήδη κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ, και φέτος αναμένεται να επιστρέψουν με το “The Architect” που ήδη έχει πάρει αναβολές λόγω της έξαρσης της πανδημίας.

THE FALL OF TROY
Δεν γινόταν να λείπει από τη βάση της περιγραφής του swancore, το εκπληκτικό τρίο από το Mukilteo της Washington. Δραστήριοι ήδη από το 2002, οι Thomas Erak, Andrew Forsman και Tim Ward, υπήρξαν πρωτοπόροι και ιδιαίτερα επιδραστικοί. Παραμένουν ενεργοί καθώς το 2013 επέστρεψαν μετά από ένα κενό τεσσάρων χρόνων, μάλιστα το 2020 κυκλοφόρησαν το έκτο τους άλμπουμ. Από την αρχή φημισμένοι για τις ανορθόδοξες δομές στα τραγούδια τους, την υπερβολή στην τεχνική και την πολυπλοκότητα, τις απίθανες ζωντανές εμφανίσεις, συνήθιζαν να γεννούν την απορία σε κοινό και κριτικούς πως κατάφερναν να ελέγχουν όλη αυτή τη μουσική παραφροσύνη που γεννούσαν μαζί οι τρεις τους και να την μεταμορφώνουν σε δίσκους που ακούγονταν.

About Γιώργος Γεωργίου 506 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…