STEVEN WILSON: “The Future Bites”

ALBUM

Είδος: Synth/art pop, electronic
Εταιρεία: Caroline International
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 29 Ιανουαρίου 2021

Η πραγματικότητα πως ο Wilson δεν πρόκειται να γίνει το juke box κανενός, έχει δυο όψεις. Φυσικά δεν πρόκειται να υποταχθεί στα στεγανά περισσότερο παραδοσιακών prog rock ακροατών που απαιτούν το χαρμάνι τους να σερβίρεται πάντα με κάποια απαραίτητα για αυτούς συστατικά, από την άλλη όμως, δεν υπάρχει περίπτωση να διαφοροποιείται ασταμάτητα προς χάριν της εξέλιξης και του στοχευόμενου μουσικού πειραματισμού.

Έχοντας μπροστά μας το “The Future Bites” δεν πρέπει αρχικά να ξεχνάμε πως χρονικά βρίσκεται στην πραγματικότητα πολύ πιο κοντά στον προκάτοχό του, “To The Bone”, καθώς ουσιαστικά ήταν έτοιμο πριν ξεσπάσει η πανδημία. Ο αρχικός προγραμματισμός έδινε σαν ημερομηνία κυκλοφορίας την 12η Ιουνίου του 2020, αλλά οι εξελίξεις έσπρωξαν τελικά το άλμπουμ ως τώρα. Οι υπαινιγμοί του στο προηγούμενο άλμπουμ ήταν φανεροί, όταν δήλωνε πως άντλησε έμπνευση από progressive pop άλμπουμ μεγάλων μορφών στη δεκαετία του ’80, εκφράζοντας μια ανάλογη υπερβατική φιλοδοξία πέρα από ταμπέλες και ιδιώματα, όπως έκαναν πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες σαν τον Peter Gabriel, τον David Bowie, τον Prince, τον Freddie Mercury. Το “To The Bone” έφερε και τις πρώτες ηχητικές απόπειρες μιας άλλης προσέγγισης.

Επιγραμματικά το άλμπουμ μοιράζεται σε θέματα καταναλωτισμού, ταυτότητας και χρήσης της τεχνολογίας με όλους τους προβληματισμούς που μπορούν να προκύπτουν από τον συνδυασμό τους. Απέχει βέβαια σημαντικά από ένα στεγνό κήρυγμα και ό ίδιος αυτοσαρκάζεται κυκλοφορώντας παράλληλα αυτές τις περιορισμένες deluxe και ultra deluxe εκδόσεις που κυριολεκτικά λατρεύει. Δεν παύει όμως στιγμή να είναι ένας οξυδερκής παρατηρητής με αυξημένη ευαισθησία να εντοπίζει ερεθίσματα που προφανώς τον ωθούν να εκφραστεί ανάλογα.

Ο ψηφιακός κόσμος, η τεχνολογία, η πραγματικότητα των καθημερινών ήχων και η χρήση της μουσικής από τον μοντέρνο άνθρωπο, ουσιαστικά συναρμολογούν τον ήχο που επιλέγει να ακολουθήσει αυτή τη φορά ο καλλιτέχνης, καθώς αφουγκράζεται προσεκτικά έναν “ηλεκτρονικό” κόσμο. Η μετάφραση όμως αυτών των δεδομένων γίνεται ξανά με τη γνωστή τελειομανία του καλλιτέχνη που ως συνήθως επιμένει στην κάθε πολύτιμη λεπτομέρεια ξεχωριστά. Άλλο ένα πλήθος σπουδαίων μουσικών συναντάται ξανά, με τον ανθρώπινο παράγοντα να παρεμβαίνει με τις δικές του αναντικατάστατες εντυπώσεις στη μεταμοντέρνα αυτή απόπειρα του Wilson.

Μέσα στο γενικό σοκ που επιφέρουν προσδιορισμοί όπως “techno prog”, “neo disco” και “dance electronica”, υπάρχει και μια γενναία δόση στρουθοκαμηλισμού, ειδικά γι’ αυτούς που παρακολουθούν συνολικά τον Wilson σαν μουσικό. Πόσο εύκολο είναι να παραβλέψεις το συνολικό έργο των No-Man, ή να υποκριθείς πως δεν υπήρχαν ηχητικές αναζητήσεις στην πρώιμη φάση των Porcupine Tree; Δεν υπάρχει όμως ουσιαστικά κανένας λόγος να επιχειρήσει κανείς να μειώσει την απόσταση του “The Future Bites” από τις προσδοκίες του τυπικού ακροατή, απλά γιατί ξανά, μέσα σε αυτό το νέο δίκτυο ήχων, το αυτόφωτο εκφραστικό ταλέντο του επιπλέει για να χαρακτηρίσει τελικά τα πάντα.

Η καρδιά του δίσκου ακούει αναμφισβήτητα στον τίτλο “Personal Shopper”, και δικαιωματικά καθώς προσεγγίζει τα 7 λεπτά σε ένα άλμπουμ συνολικής διάρκειας 41 λεπτών. Είναι μια τυπική περίπτωση “love it or hate it”, αν και ο συνδυασμός των ρυθμών με τα γυναικεία χορωδιακά φωνητικά, το αγωνιώδες φαλτσέτο του Wilson, και η σκοτεινή, αλλά και πικρά χιουμοριστική προσέγγιση συνθέτουν ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα, που συνοδεύεται από εξαιρετικό performing και πολλές λεπτομέρειες. Είναι ουσιαστικά μια ξεχωριστή περιγραφή της απόπειρας των ανθρώπων να θεραπεύσουν το κενό και τη δυστυχία στη ζωή τους μέσα από τον καταναλωτισμό, αγοράζοντας πλήθος από περιττά πράγματα. Ο υπαινιγμός του αντίστοιχου βίντεο πως η συναλλαγή γίνεται πέρα από χρήματα και με μέρη του σώματος υποδηλώνει το γεγονός πως οι απαντήσεις δεν βρίσκονται εκεί έξω, αλλά μέσα μας.

Το “Eminent Sleaze” μάλλον εμφανίζεται πιο προκλητικό, μοιρασμένο ανάμεσα στην παγωμένη ιδιαιτερότητα των Japan, και τις φιλόξενες χορωδιακές του μελωδίες, καθόλου απροσδόκητα καθώς ο Barbieri είναι συχνός συνοδοιπόρος του και πιο ενεργός εδώ στις παράξενες synth παρεμβολές του “Self”. Από την άλλη, το “Man Of The People”, μια λυρική, διακριτική αναφορά στους ανθρώπους που στέκονται πίσω από τον διεφθαρμένο πολιτικό ή θρησκευτικό ηγέτη, σύντροφοι, σύζυγοι, οικογένειες, ακούγεται σαν ηχητική “ανακωχή”, στηριγμένο ισότιμα στο drum machine και τα ηχητικά εφέ, αλλά και στις έντονα “Floyd-ικές” κιθάρες. Μάλλον όμως η μικρότερη απόσταση για καθένα από τους διαφορετικούς του ακροατές οδηγεί στο “12 Things I Forgot”, ένα κλασικό Wilson-ικό κόσμημα που θα έβρισκε ανοιχτό παράθυρο και σε δίσκο των Blackfield, απαιτητικά εύπεπτο στην προσεγμένη του απλότητα.

Παρακολουθώντας τη σχέση με το περιεχόμενο, τις λεπτομέρειες, τη δεινότητα του δημιουργού να κρατά τον χαρακτήρα του ενώ ταξιδεύει ίσως και ριψοκίνδυνα, να μεγαλώνουν εντυπωσιακά γρήγορα με κάθε νέα ακρόαση, είμαι βέβαιος πως η μοναδική κουρτίνα που αιωρείται ανάμεσα, είναι οι ενδοιασμοί των ιδιωμάτων και των ήχων που μπορεί να έχει ένας ακροατής. Ο Wilson, με τη σπουδαία συνδρομή του David Kosten, σφράγισε την φυσική του ανησυχία και παρατηρητικότητα με άλλη μια απαιτητική ηχογράφηση.

Ένα έργο εναρμονισμένο με πολλά επίκτητα χαρακτηριστικά της δυστοπικής εποχής μας, που ακούγεται ταυτόχρονα με ευπρόσδεκτη ευκολία.

Official website: http://stevenwilsonhq.com/sw/
Youtube: https://www.youtube.com/channel/UC-9mlH6az1Q_XUP3fw1N4Fg

About Γιώργος Γεωργίου 486 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…