ΟΙ ΛΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ

EDITORIAL

Από τη χαμένη βαθιά στο χρόνο στιγμή που ο άνθρωπος έσπρωξε στη συνείδησή του το ημερολόγιο, αντιμετώπισε την ολοκλήρωση κάθε κύκλου με την αναπόφευκτη διαδικασία της ανασκόπησης. Ο χρόνος απαιτεί μια διαρκή και αντάξια επένδυση, τουλάχιστον για όλους αυτούς που καταδιώκονται στη σκέψη τους από το εφήμερο της ζωής. Ο καθένας για τον εαυτό του θα τον αφήσει να κυλήσει μέσα στις δικές του προτεραιότητες και ανάγκες: αλλαγές και επιστροφές δεν γίνονται δεκτές.

Στο χαοτικό πια σημερινό παγκόσμιο μουσικό σύμπαν, οι λίστες των κορυφαίων έχουν γίνει απαραίτητη συνοδεία των γιορτινών ημερών, επικυρώνοντας το τέλος άλλης μιας χρονιάς έκφρασης της μουσικής με κάθε πιθανό τρόπο. Οι λίστες, επίσημες και ανεπίσημες, φρόντιζαν από παλιά να αποτελούν έναν τρόπο ιστορικής καταγραφής της μουσικής έκφρασης και εξέλιξης στον 20ο αιώνα, όσο βέβαια ακριβή μπορεί να είναι τα αποτελέσματα θεσμών που αντιπροσωπεύουν καθαρά τη μουσική βιομηχανία, όπως για παράδειγμα τα βραβεία Grammy, που θεσπίστηκαν το 1959. Αργότερα, το 1973 ήρθαν τα American Music Awards, ενώ από το 1990 γνωρίσαμε και τα Billboard Music Awards.

Η πληθώρα της ενημέρωσης και της εξειδίκευσης σήμερα αποτελεί τη χαρά του μανιακού της λίστας. Ακόμα και ο πιο επίμονος και ψυχωτικός σκαπανέας, ανιχνεύοντας τις αμέτρητες λίστες που ξεφυτρώνουν λίγο πριν το φινάλε του χρόνου, θα τρέξει πανικόβλητος να εξετάσει όλα αυτά που έχασε, ελπίζοντας για την έκπληξη που θα αλλάξει το μουσικό του σύμπαν. Ο πονοκέφαλος ενός πραγματικά αχαρτογράφητου πλήθους μουσικής όλων των χρωμάτων και ήχων έχει και την άλλη όψη που συντηρεί το μυστήριο αυτής της μεγάλης αποκάλυψης που βρίσκεται κάπου εκεί έξω.

Η προοπτική της ανακάλυψης και η ικανοποίηση να τη μοιραστείς έχει το κλειδί να τρυπώσει στη δική σου λίστα, να πειράξει τις ζυγαριές και να ανακατέψει τα δεδομένα. Είναι η περιβόητη ανθρώπινη ματαιοδοξία που δεν σβήνει ποτέ: έστω ένα μυαλό να δελεαστεί, ένα νέο ζευγάρι αυτιά να υποκύψει στην άγνωστη πρόταση, μια μικρή ανατροπή και αλλαγή μοιάζει να γίνεται στην κατανομή της ιδεατής οικουμενικής μουσικής ψηφοφορίας.

Οι λίστες… Πανούργες, μεταφορικές, τελεσίδικες και τίποτα. Τη μια στιγμή, καθώς διαγράφεις και ξαναγράφεις, σου δίνουν την εντύπωση υπουργού που προσπαθεί να ισορροπήσει τα ρουσφέτια, την άλλη βάζεις τα γέλια με το πόσο σοβαρά παίρνεις τον ασήμαντο εαυτό σου. Μια σύγκρουση του μυαλού και της καρδιάς, όπως στα περισσότερα ζητήματα επιλογής… Η ανεξάρτητη μπάντα από εκείνη την εξωτική χώρα με τα μέλη της να φοράνε περίεργα κοστούμια και μάσκες και να τερματίζουν το avant garde ύφος θα κάνει τον κατάλογο πιο ιντελεκτουέλ, από το να βάλεις αυτούς τους εκατομμυριούχους μπαρμπάδες που τους γουστάρει και ο άμπαλος πιτσιρικάς του 3ου ορόφου. Ναι, αλλά ακούς το άλμπουμ τους περισσότερες φορές, το αυτί σου στέλνει συνέχεια εκεί το χέρι σου…

Κάποια τέτοια εποχή του χρόνου, λίγα χρόνια πριν, ετοιμάζοντας την περιβόητη λίστα με τα είκοσι κορυφαία άλμπουμ της χρονιάς, με το στυλό και το χαρτί να μοιράζονται ανάμεσα στο μυαλό και την καρδιά, άνοιξα τυχαία ένα συρτάρι και έπιασα μια παλιά κασέτα. Ναι, “κασέτα”… Ήταν μια επιλογή, από αυτές που γράφαμε, μαζεύοντας –λέγαμε- τα τραγούδια που μας κάνουν να ανατριχιάζουμε. Τη θυμήθηκα, μαζί με άλλες, ξαπλωμένες όλες στο χορτάρι του πάρκου απέναντι από το πατρικό σπίτι, όταν η παρέα μεγάλωνε μαζί με τη μουσική, και μοιραζόταν, αποκάλυπτε, αντάλλαζε εκείνα τα τραγούδια που μας έκαναν να ανατριχιάζουμε δίπλα στο φορητό κασετόφωνο με τις μπαταρίες. Τότε που η μουσική έμοιαζε με εκείνο το απίθανο κορίτσι που περνούσε από το δρόμο και γυρίζαμε να την τυλίξουμε με τις καλύτερες νότες.

Έτσι θέλω να είναι ακόμα οι λίστες μου.

26
About Γιώργος Γεωργίου 540 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…