Ο ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ Ο ΛΕΥΚΟΣ ΟΦΙΣ: Μια Σύνοψη της Μακρόχρονης Ιστορίας των Whitesnake του David Coverdale

TRIBUTE

Αυτό ήταν, κυρίες & κύριοι, η αυλαία πέφτει. Για τα καλά. Οι Whitesnake του David Coverdale μάς αποχαιρετούν διά παντός με τα τελευταία live shows στο πλαίσιο της παγκόσμιας Farewell Tour 2022, η οποία, για καλή μας τύχη, θα περάσει και από την Ελλάδα στις 9 Ιουλίου (Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Γκάζι). ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με αφορμή το συναυλιακό «αντίο» των Whitesnake στο ελληνικό κοινό τους, γράφω αυτό το κείμενο για να θυμηθούμε όσες κι όσοι αγαπήσαμε αυτό το σπουδαίο συγκρότημα μερικά από τα ορόσημα της πολυετούς σταδιοδρομίας του, αλλά και για να μάθουν αυτές κι αυτοί που δεν είχαν έως τώρα την ευκαιρία να μυηθούν στη μουσική των Whitesnake ότι το ραντεβού του φετινού καλοκαιριού είναι must εμπειρία. Πάμε, λοιπόν, να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Μεταφερόμαστε στο μακρινό 1973 και στο στρατόπεδο των Deep Purple. Μετά το “Who Do We Think We Are”, οι εντάσεις μεταξύ των μελών της μπάντας έχουν φτάσει στο απροχώρητο, και ο Ritchie Blackmore καταφέρνει να τεθούν εκτός συγκροτήματος ο Roger Glover και ο Ian Gillan. Τον πρώτο αντικαθιστά ο Glenn Hughes (Trapeze), ενώ τη θέση του δεύτερου παίρνει ένας άγνωστος νεαρός ονόματι David Coverdale. Με αυτούς του δύο στο line-up τους, οι Deep Purple κυκλοφορούν τα “Burn” (1974), “Stormbringer” (1974) και “Come Taste the Band” (1975), πολύ καλά albums και τα τρία, που αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία των Deep Purple και της rock μουσικής, γενικότερα. Θέλετε και αποδείξεις; Τότε, βάλτε κι ακούστε τα “Burn”, “Mistreated”, “Soldier of Fortune” και “You Keep On Moving”.

Δυστυχώς, οι Deep Purple δεν μπορούν να βρουν λύσεις στη σωρεία προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Βαθιά λυπημένος ο Coverdale, που είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά για να επιβιώσει το συγκρότημα, πάει να υποβάλλει την παραίτησή του, αλλά μαθαίνει ότι δεν υπάρχουν πλέον Deep Purple. Τα εναπομείναντα αυθεντικά μέλη είχαν ήδη αποφασίσει ότι δεν πάει άλλο, δίχως να ενημερώσουν κανέναν άλλον.

Στον απόηχο της όχι οριστικής, όπως αποδείχτηκε αργότερα, διάλυσης των Deep Purple, ο Coverdale τακιμιάζει με τον κιθαρίστα Micky Moody και τον drummer Simon Phillips, λαμβάνει και τη βοήθεια του Glover στο μπάσο και βγάζει την πρώτη του solo δουλειά το 1977. Το “White Snake” είναι ένας συμπαθητικός blues rock δίσκος, αλλά το πιο σπουδαίο πράγμα σχετικά με αυτόν, καλώς ή κακώς, είναι η ονοματοδοσία που μετέπειτα θα καταχωριζόταν σε έναν από τους πιο μνημειώδεις φακέλους του rock ληξιαρχείου.

Το 1978, βγαίνει το “Northwinds”, το δεύτερο solo album του Coverdale. Έχει καλύτερα τραγούδια από το πρώτο, αλλά πριν καν κυκλοφορήσει, έχει ήδη συσταθεί μια «νέα» full-time μπάντα με το όνομα… Whitesnake! Και τα καλύτερα έπονται.

Χωρίς να χαθεί πολύς χρόνος, το συγκρότημα ηχογραφεί το EP “Snakebite”, που αργότερα επανακυκλοφόρησε ως full-length. Τον Coverdale πλαισιώνει ένα πολύ δυνατό roster, με το κιθαριστικό δίδυμο Micky Moody-Bernie Marsden, τον Neil Murray στο μπάσο, τον Dave Dowle στα τύμπανα και τον Pete Solley στα πλήκτρα. Από τον δίσκο ξεχωρίζει η διασκευή στο R&B τραγούδι “Ain’t No Love in the Heart of the City” των Michael Price και Dan Walsh.

Η παραγωγικότητα των Whitesnake ξεχειλίζει, και την ίδια χρονιά έχουν έτοιμο το ντεμπούτο τους, το “Trouble”, με έναν τίτλο που ο Coverdale έχει πει ότι εμπνεύστηκε όταν πληροφορήθηκε τη γέννηση του πρώτου του παιδιού ενώ ηχογραφούσαν τον δίσκο. Κόντρα στις τάσεις της εποχής, που ευνοούσαν τις punk και new wave μουσικές κατευθύνσεις, το συγκρότημα επιμένει σε ένα blues rock, με τον πρώτο ρόλο να ανήκει στη φωνή του Coverdale και τους στίχους του, ενώ οι επιρροές από Deep Purple, Led Zeppelin και Thin Lizzy μεταγγίζονται με φυσικότητα. Τα πλήκτρα εδώ έχει αναλάβει ο πολύς Jon Lord των Deep Purple και η παραγωγή φέρει τη σφραγίδα του Martin Birch, με τον οποίο θα συνεργάζονταν μέχρι το 1984, λίγο πριν η μπάντα βαλθεί να κατακτήσει και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τα σημάδια βελτίωσης είναι εμφανή, ωστόσο είναι λίγα ακόμη τα πράγματα που δείχνουν τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Έναν χρόνο μετά, οι Whitesnake ξαναχτυπούν με το “Lovehunter”, και ξεκινά η σταδιακά ανοδική τους πορεία στα UK Charts. Εδώ το star quality του Coverdale ξεπροβάλλει δειλά δειλά, και οι συνθέσεις είναι πιο προσεγμένες. Ο Marsden αναδεικνύεται σε πολύ δυνατό χαρτί για την μπάντα. Τραγούδια όπως τα “Long Way from Home” και “Walking in the Shadow of the Blues” ανήκουν στα αγαπημένα των fans, ενώ το γλυκόπικρα όμορφο “We Wish You Well” ακούγεται από τα ηχεία στο κλείσιμο κάθε συναυλίας των Whitesnake από τότε μέχρι και σήμερα.

Στον ντόρο που έκανε το “Lovehunter” συνέβαλε και το εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο κυπριακής καταγωγής Chris Achilleos, στο οποίο βλέπουμε μια γυμνή γυναικεία φιγούρα να καβαλά αισθησιακά ένα λευκό φίδι να με το συμπάθιο. Το συγκρότημα κατηγορήθηκε για κατάφωρο σεξισμό, κυρίως από άτομα που είχαν από παλιότερα πάρει με στραβό μάτι τη σεξουαλικότατη, από αντρική σκοπιά, και γεμάτη πικάντικους υπαινιγμούς στιχουργική γραφή του Coverdale. Ο ίδιος είχε δηλώσει «Το εξώφυλλο είναι σεξιστικό, το παραδέχομαι. Ίσως και να κάναμε λάθος, δεν ξέρω. Απευθυνόμαστε στις ανδρικές φαντασιώσεις, παίζουμε cock-rock (Σ.τ.Σ. αμετάφραστο), είμαστε τίγκα στα υπονοούμενα». Ωμά ειλικρινής η στάση του Coverdale, του ηγέτη ενός συγκροτήματος με όνομα που, ως γνωστόν, είναι ένα ευφημισμός για το μόριό του. Εξάλλου, κάποτε που είχε ερωτηθεί από πού το εμπνεύστηκε, είχε απαντήσει: «Μα από το πέος μου, φυσικά. Σοβαρά τώρα όμως, όχι. Είναι απλώς ο τίτλος ενός παλιότερου τραγουδιού μου». Βέβαια, οι στίχοι στο ρεφρέν του εν λόγω τραγουδιού είναι οι εξής: “Got a white snake, mama. You want to shake it, mama. Got a white snake, mama. Come and let it crawl on you. Just enough to see you through”. Τα σχόλια περισσεύουν.

Όταν το 1980 κυκλοφόρησε το “Ready an’ Willing”, οι Whitesnake έχουν ακόμα ως θεμέλιο το deep-purplish, bluesy rock, αλλά φλερτάρουν λίγο και με έναν πιο σκληρό rock ήχο, ο οποίος θα κέρδιζε ολοένα περισσότερο έδαφος στην πορεία. Τούτη τη φορά, εκτός από τον Jon Lord, άλλο ένα μέλος των Deep Purple μπαίνει στους Whitesnake, όταν ο Ian Paice αναλαμβάνει τα drums. Το album αυτό είναι πολύ καλογραμμένο, αλλά θα μνημονευόταν για πάντα ακόμα κι αν περιείχε μονάχα το αλήτικα σέξι “Ready an’ Willing (Sweet Satisfaction)” και το αξέχαστο “Fool for Your Loving”, το οποίο οι Coverdale και Marsden αρχικά έγραψαν με σκοπό να το προσφέρουν στον B. B. King, αλλά κατάλαβαν ότι είχαν στα χέρια τους ατόφιο μουσικό χρυσάφι και έκαναν την κορόιδα. Η ιστορία τούς δικαίωσε.

Μία χρονιά μετά, το συγκρότημα βγάζει το τέταρτο full-length του, το “Come an’ Get It”, που πάει καρφί στη δεύτερη θέση των UK Charts. Τα “Don’t Break My Heart Again” και “Would I Lie to You” είναι εξαιρετικά δείγματα ‘80s bluesy hard rock και έχουν ξεχωριστή θέση στο χτίσιμο του μύθου των Whitesnake. Ο ήχος βαραίνει λίγο ακόμα, ο Coverdale είναι επιπλέον κυριαρχικός και καθοριστικός για το ύφος της μπάντας, οι Moody και Marsden είναι από τα πιο υποτιμημένα, δεμένα και καλόγουστα κιθαριστικά duos του ηλεκτρικού ήχου. Ωστόσο, ο βαθμός επιτυχίας των Whitesnake παραμένει αναντίστοιχος του ταλέντου τους αλλά και των φιλοδοξιών του frontman τους.

Το “Saints & Sinners” του 1982 είναι ένας δίσκος που γράφτηκε και βγήκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι Whitesnake ήταν τρομερά κουρασμένοι. Είχαν μπουχτίσει με τα προβλήματα, με τα χρέη, με την καθυστέρηση της καταξίωσης, ακόμα και ο ένας με τον άλλον. Ο πιο απογοητευμένος όλων είναι ο Coverdale, που ετοιμάζεται να δείξει έμπρακτα ότι αυτός έχει τον πρώτο ρόλο και να σπρώξει το μουσικό του σχήμα (ασχέτως σύστασης) προς τον δρόμο της δόξας. Παρ’ όλα αυτά, η στόφα των Whitesnake ήταν μια πρώτη ύλη που έφτανε και περίσσευε για να γραφτούν τραγούδια που σημάδεψαν τη rock μουσική, όπως τα εξωφρενικά όμορφα all time classics “Here I Go Again” (στην πρώτη του εκδοχή), “Rough an’ Ready” και “Crying in the Rain” (Σ.τ.Σ. Παααναγία μου, θα σκοτωθούμε! Πω, μια κομματάρα!).

Το 1984 είναι το έτος κυκλοφορίας του “Slide It In”. Παρότι οι Whitesnake τότε δεν έκαναν μεγάλα δισκογραφικά διαλείμματα και δεν άφηναν χρονιά να πάει χαμένη, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα ήταν ρόδινα. Ελάχιστα γνωστό είναι ότι το 1982 παραλίγο να διαλυθούν. Ο Coverdale απομακρύνθηκε από την υπόλοιπη μπάντα με αφορμή ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας της κόρης του, αλλά αργότερα έγινε σαφές ότι κέρδισε χρόνο για να σχεδιάσει το «ολικό λίφτινγκ» των Whitesnake. Οι σχέσεις κάποιων μελών με τον Coverdale γίνονται διαρκώς χειρότερες. Ο Marsden, ο Paice και ο Murray παραιτούνται, επειδή δεν αντέχουν άλλο, όπως δήλωναν, να αντιμετωπίζονται ως υπάλληλοι. O Moody έχει αρχίσει και νιώθει αποξενωμένος με το «αφεντικό», ενώ και ο Lord βλέπει ότι δεν έχει πολύ μέλλον ακόμα.

Στις τάξεις του συγκροτήματος προσχωρούν ο drummer-μύθος Cozy Powell, ο κιθαρίστας Mel Galley και ο μπασίστας Colin Hodgkinson (αν και αργότερα θα του ξαναπάρει τη θέση ο Murray!), αλλά μόνο ο πρώτος θα ενσωματωθεί πραγματικά και, μάλιστα, θα επηρεάσει τον ήχο των Whitesnake, που ήδη γινόταν και πιο heavy και πιο ραδιοφωνικός. Παράλληλα, ο Coverdale «σιγοψήνει» την ένταξη του John Sykes αντί του Moody.

Όμως, η πιο καίρια αλλαγή είναι η μεταπήδηση των Whitesnake στην Geffen Records σε ό,τι αφορά την κυκλοφορία των δίσκων τους στις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος της εταιρείας David Geffen πείθει τον Coverdale ότι, αν θέλει να κατακτήσει την αμερικανική αγορά, πρέπει να εκμοντερνίσει το μουσικό και αισθητικό ύφος του συγκροτήματος και να πάψει να αγνοεί τις τάσεις της μόδας.

Εντέλει, το “Slide It In”, αφού κυκλοφόρησε στην Ευρώπη με το original mix του, στις ΗΠΑ βγαίνει με διαφορετική παραγωγή, πιο φιλική στα γούστα του αμερικανικού κοινού, και επιτέλους οι Whitesnake κάνουν επιτυχία στη «γη της οικονομικής επαγγελίας» με τα έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά και απίστευτης σύλληψης τραγούδια “Love Ain’t No Stranger” και “Slow an’ Easy”.

Τρία χρόνια περνούν, και εγένετο “Whitesnake”. Αυτός, όμως, είναι ο τίτλος του για τις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη βγαίνει ως “1987” και στην Ιαπωνία ως “Serpens Albus”. Πάντως, όπως και να το ξέρετε, σημασία έχει πως ό,τι και να ειπωθεί / γραφτεί για αυτό το album θα είναι λίγο, μιας και πρόκειται για τον δίσκο-σταθμό του συγκροτήματος αλλά και για ένα χρυσό κεφάλαιο στην ιστορία της rock μουσικής – και όχι μόνο.

Ο Coverdale τότε είχε εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, ώστε να γνωρίσει εκ των έσω το κοινό που λαχταρούσε να κατακτήσει, και μαζί με τον John Sykes έγραφαν τα τραγούδια του δίσκου επί ένα έτος. Στα διαλείμματα, μετέτρεπε σταδιακά την καστανή και αφρόντιστη χαίτη του σε χρυσή, στυλιζαρισμένη λεοντή και ανανέωνε την γκαρνταρόμπα του με κομμάτια που θα έκαναν τα κορίτσια να λιγώνονται όταν τον βλέπουν και τα αγόρια να τον ζηλεύουν και να θέλουν να του μοιάσουν. Παράλληλα, ανασύρει από το σεντούκι με τα αχρησιμοποίητα, παλιά demos ένα τραγούδι που είχε γράψει επί ημερών Deep Purple (αυτό που κατέληξε να γίνει το συγκλονιστικό “Still of the Night”) και αποφασίζει να κρατήσει για την μπάντα του μια μπαλάντα που είχε γράψει για την Tina Turner (για το “Is This Love” λέω, ασφαλώς).

Όλα δείχνουν πως έχει βαλθεί να φτάσει στην κορυφή του κόσμου πάση θυσία και η επιτυχία του ομώνυμου δίσκου είναι μονόδρομος· ο Coverdale έχει χρέη 3.000.000 δολαρίων και είναι έτοιμος να ξεγράψει τους Whitesnake αν δεν τους κάνει mega-band.

Η ατυχία τού χτυπά ξανά την πόρτα, όταν αρχίζει να ταλαιπωρείται έντονα από ιγμορίτιδα και πρέπει να χειρουργηθεί, γεγονός που τον αφήνει σχεδόν οκτώ μήνες εκτός ηχογραφήσεων. Στο μεσοδιάστημα, φημολογείται ότι ο Sykes έχει ξενερώσει με την καθυστέρηση και προτείνει στην Geffen να αντικαταστήσει τον Coverdale κάποιος άλλος. Όταν ο Coverdale επιστρέφει υγιής και δριμύτερος, ο Sykes τρώει χοντρή κατσάδα και, παρότι έχει συμβάλλει συνθετικά σε μεγάλο μέρος του album, όταν κυκλοφορεί το “Whitesnake”, αυτός είναι ήδη εκτός μπάντας.

Βέβαια, ούτε ο Cozy Powell είναι πλέον πίσω από το drum kit του συγκροτήματος, το οποίο αναλαμβάνει ο τρομερός Aynsley Dunbar. Ο Dan Airey παίζει πλήκτρα, ενώ στις κιθάρες ακούμε τους καταπληκτικούς Adrian Vandenberg και Viv Campbell.

Σε μια κίνηση ματ, ο Coverdale επανηχογραφεί και αμερικανοποιεί δύο παλιότερα hits. Έτσι καταφέρνει, σε συνδυασμό με τα “Crying in the Rain ‘87” και “Here I Go Again ‘87”, να συστήσει ένα track-listing που προκαλεί είτε απανωτούς οργασμούς, είτε σφοδρούς ιλίγγους, είτε και τα δύο μαζί: “Still of the Night”, “Give Me All Your Love”, “Bad Boys”, “Is This Love”, “Straight for the Heart”, “Looking for Love”, “Children of the Night”, “You’re Gonna Break My Heart Again”, “Don’t Turn Away”.

Το αποτέλεσμα; Το “Whitesnake” έγινε οκτώ φορές πλατινένιο, συμπαρασύροντας προς την εκτόξευση και τις πωλήσεις του αμέσως προηγούμενου “Slide It In”, στα charts τα πήγε περίφημα μένοντας πίσω μόνο από εμπορικά μεγαθήρια όπως το “Bad” του Michael Jackson ή το “Joshua Tree” των U2, τα singles παίζονταν όλη μέρα, κάθε μέρα στο ραδιόφωνο και τα αντίστοιχα videoclips (είσαι αλησμόνητη, κυρία Tawny “Legs” Kitaen!) είχαν κάνει κατάληψη στους τηλεοπτικούς δέκτες σχεδόν όλου του κόσμου, τα εισιτήρια για τις συναυλίες τους ξεπουλούσαν σαν ζεστά κουλούρια, οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Ο Coverdale είχε κατορθώσει να κάνει τους Whitesnake larger than life συγκρότημα. History in the making!

Δύο έτη μετά, οι Whitesnake κυκλοφορούν το “Slip of the Tongue”, παραμένοντας ψηλά στα charts και συνεχίζοντας στο ίδιο περίπου hard ‘n’ heavy, glam, hair metal ύφος, αν και σχεδόν τίποτα πλέον δεν θυμίζει τις βρετανικές ρίζες της μπάντας και τις blues rock καταβολές της. Για άλλη μία φορά, ο Coverdale αλλάζει πλήρως τη σύσταση του συγκροτήματος: στα drums o Tommy Aldridge, στο μπάσο ο Rudy Sarzo, ενώ τον Vandenberg αντικαθιστά το παιδί-θαύμα που είχε ανακαλύψει η θεότητα που ακούει στο όνομα Frank Zappa και που είχε εμπιστευτεί κατά την εκκίνηση της solo καριέρας του ο David Lee Roth, ο εξωγήινος Steve Vai.

Το πετυχημένο πείραμα με τις ανανεωμένες εκτελέσεις παλαιότερων συνθέσεων επαναλαμβάνεται με το “Fool for Your Loving ‘89”. Στα δυνατά χαρτιά του album συγκαταλέγονται τα “The Deeper the Love”, “Slip of the Tongue”, “Judgement Day”, “Now You’re Gone” και “Sailing Ships”, στο οποίο ακούμε και τον γνώριμο από τα παλιά Glenn Hughes.

Για το “Slip of the Tongue”, οι Whitesnake περιόδευσαν ασταμάτητα έως και τα τέλη του 1990. Παρά την καταξίωση σε όλα τα επίπεδα, όμως, ο Coverdale δήλωσε τρομερά καταπονημένος και έβαλε το συγκρότημα στον πάγο για αόριστο χρονικό διάστημα. Ένιωθε βαρύ το τίμημα για τις θυσίες που είχε κάνει στο όνομα της δόξας, δεν ήθελε να συνεχίσει σε αυτήν τη ρότα, η ζωή του είχε αλλάξει τρομερά και, επιπλέον, τερματίστηκε ο βραχύβιος γάμος του με την Tawny Kitaen, το μοντέλο-σήμα κατατεθέν στα εντυπωσιακά videoclips της εμπορικής περιόδου της μπάντας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Coverdale είχε την τύχη να κάνει μία ακόμη φαντασίωσή του πραγματικότητα. Το 1993 συνεργάστηκε με τον Jimmy Page των θρυλικών Led Zeppelin και κυκλοφόρησαν μαζί το αξιοπρεπέστατο “Coverdale-Page”. Όταν λίγα χρόνια μετά ξανασυναντήθηκε με τον Vandenberg και θέλησε να βγάλει μια solo δουλειά, η εταιρεία του τον πίεσε να χρησιμοποιήσει την επωνυμία David Coverdale’s Whitesnake, για ευνόητους λόγους. Έτσι, το 1997, προς έκπληξη πολύ κόσμου, κυκλοφόρησε το ένατο album των Whitesnake, το “Restless Heart”. Με εμφανώς ριγμένους τόνους σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους, μια επαναφορά σε blues ήχους και πιο μετριοπαθή εμπορικό hard rock χαρακτήρα, ο Coverdale έκανε την απόπειρα να αναβιώσει τους Whitesnake. Όμως, τα πράγματα στη μουσική βιομηχανία είχαν αλλάξει κατά πολύ και, σαφώς, ο πανδαμάτωρ χρόνος και η φθορά που επιφέρει δύσκολα μπορούν να νικηθούν· ακόμα και από τον ημίθεο της rock μουσικής David Coverdale.

Συνέχισαν να εκδίδονται δισκογραφικές δουλειές υπό το όνομα Whitesnake σε αραιά διαστήματα, όταν δεν κυκλοφορούσαν re-mastered, re-issued ή επετειακές επανεκδόσεις, με μόνη σταθερά τη φωνή του Coverdale και μια τίμια hard ‘n’ heavy κατεύθυνση: τα “Good to Be Bad” (2008), “Forevermore” (2011), “The Purple Album” (2015) και “Flesh and Blood” (2019). Κυρίως, ωστόσο, πρόκειται για κυκλοφορίες που αποτελούσαν αφορμές για να βγει το συγκρότημα σε περιοδεία και να μπορέσει να το απολαύσει το πολυπληθές και φανατικό κοινό του ανά τον κόσμο.

Τώρα, εν έτει 2022, ο 71χρονος David Coverdale βρίσκεται στον χειμώνα της ζωής του, αλλά βγάζει τους Whitesnake στον δρόμο για τελευταία φορά, οριστικά και τελεσίδικα. Είναι ο ιδανικός τρόπος για να μας αποχαιρετήσει, να μας πει ένα «ευχαριστώ» για όλες τις δεκαετίες που συμπορευτήκαμε ως αποδέκτες των έργων του και για να έχουμε κι εμείς την τιμή και τη χαρά να απολαύσουμε επί σκηνής –εκεί που πραγματικά ανήκει, δηλαδή– τον άνθρωπο που σημάδεψε με τη μουσική του ανεξίτηλα τις ζωές μας.

Η Farewell Tour 2022 ήδη περνάει από πάρα πολλά μέρη του πλανήτη. Ο Coverdale έχει μαζί του μια εκλεκτή παρέα καταξιωμένων και ταλαντούχων μουσικών: τον Tommy Aldridge στα τύμπανα, τους Reb Beach και Joel Hoekstra στις κιθάρες, τον Michele Luppi στα πλήκτρα, την Tanya O’Callaghan στο μπάσο και τον εξαιρετικό τραγουδιστή Dino Jelusick, που θα βοηθάει τον Coverdale στα πιο απαιτητικά μέρη. Η setlist της περιοδείας φαντάζει σαν εξαιρετικό best of, αφού συμπεριλαμβάνει αξέχαστες επιτυχίες με τρομακτικό μουσικό εκτόπισμα από τις πιο εμβληματικές στιγμές των Whitesnake.

Ελπίζω πως από όλα τα παραπάνω προκύπτει εύκολα και αναντίρρητα ότι η παρουσία μας στο live show των Whitesnake το φετινό καλοκαίρι επιβάλλεται. Στις 9 του Ιούλη, θα δούμε από κοντά ένα ζωντανό είδωλο, θα φτιάξουμε μνήμες που θα μας συντροφεύουν για πάρα πολύ καιρό και θα βροντοφωνάξουμε “Thank you, Mr Coverdale! It’s been one hell of a ride”. Ραντεβού εκεί, λοιπόν. Are you ready to rock, children of the night?

257
About Πέτρος Μπεϊμανάβης 49 Articles
Ευαίσθητος, αυτοκαταστροφικός, ονειροπόλος, κυκλοθυμικός Ιχθύς, με ωροσκόπο Παρθένο, Σελήνη στον Υδροχόο, αλλά δεν πιστεύω στα ζώδια, αισθάνομαι ότι έχω γεννηθεί κάτω από το άστρο του 2112, με τεχνητές ωδίνες που προκάλεσε ο εναρκτήριος μπάσος ήχος του “Tom Sawyer”. Στον δρόμο, γυρνάω το κεφάλι μου αν πιάσει το αφτί μου κάτι από τα παρακάτω: Πέτρο, Images and Words, Warrel Dane, Morbid Angel, Bergman, Kundera, Chick Corea, Sarah Kane, σοκολάτα, “Μιλάμε για πολύ meta- φάσæ” και “Κατ’ αρχήν…”.