RAINBOW: “Difficult To Cure”

Μετά το θριαμβευτικό Monsters Of Rock τον Αύγουστο του 1980, οι Rainbow ήταν το μεγαλύτερο γκρουπ της δεκαετίας του ’70 που έμοιαζε άτρωτο εμπρός στη νέα εποχή.

Κι όμως. Η κυκλοθυμία του Ritchie Blackmore, η εμμονή του για εμπορική επιτυχία στην Αμερική, την οποία έβλεπε δύσθυμα ότι γκρουπ όπως οι Foreigner και οι Journey κατακτούσαν, η ιδιορρυθμία του Graham Bonnet, που από r&b τραγουδιστής έγινε ο πρώτος ροκ σούπερσταρ με crew-cut και Ray-Ban μέσα σε δώδεκα μήνες, συν την απέχθεια του Cozy Powell για τις ποπ φόρμες που ο Blackmore αποδεδειγμένα πλέον ακολουθούσε, το σχήμα έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο Powell είχε δηλώσει ότι θα φύγει μετά το Donington για να ασχοληθεί με την προσωπική του καριέρα, ενώ ο Bonnet με περισσή αυτοπεποίθηση πήγε να ανοίξει τη δική του (“Line Up”, 1981).

Φθινόπωρο του ’80 και η Polydor ζητούσε νέο υλικό. Για να ολοκληρώσει τις ημιτελείς ηχογραφήσεις που υπήρχαν με τον Bonnet, ο Blackmore με τον υπερπολύτιμο Glover και τον Don Airey καταλύουν στα Sweet Silence studios της Κοπεγχάγης. Μαζί τους, ένα πακέτο “αμερικανικής βοήθειας”, ικανό, στα μάτια του Blackmore να εφεμοποιήσει ολοκληρωτικά τον ήχο του. Ο ντράμερ Bobby Rondinelli είναι νέος και αρκετά δυνατός για να μην γίνει αισθητή η απουσία του Cozy, ενώ ο καινούριος frontman, αυτήν τη φορά έχει επιλεγεί και με συνηγορία του μάνατζεμεντ. Συνδιάζει το look ενός clean cut ροκ τραγουδιστή, με ευήκοον ους σε ενδυματολογικά ζητήματα (όχι κίτρινα σατέν πια, κε Bonnet), αρκετή εμπειρία περιοδειών για να μπορεί να αναμετρηθεί με τις χιλιάδες των απαιτητικών φαν και από φωνητική άποψη έχει τη σταθερότητα και την καθαρότητα του Lou Gramm (με αμερικάνικη προφορά) και όσες μεσαίες χρειάζονται από τον Steve Cronin (χωρίς την νότια προφορά). Είναι ο 29χρονος Joe Lynn Turner, που έχει κάνει τέσσερα άλμπουμ με τους Fandango, κάποιους wannabe Eagles με άδοξο τέλος.

Πράγματι, κομμένο και ραμμένο για το ραδιόφωνο, το “Difficult To Cure” βγαίνει στα ράφια των δισκοπωλείων το Φεβρουάριο του ’81. Με προμετωπίδα ένα ακόμη κομψοτέχνημα του Russ Ballard (από τους πρώτους συνθέτες – χρυσορυχεία, που είχε δώσει στον Blackmore και το “Since You’ve Been Gone”, δύο χρόνια πριν), το κλασσικό σήμερα “I Surrender” (φθάνει Νο3 στη Βρετανία), ο δίσκος περιέχει το εύστοχο, Περπλ-ιωδώς γρήγορο “Spotlight Kid” (για καιρό εναρκτήριο στις περιοδείες τους), το γραμμένο επίσης από εξωτερικό συνθέτη “Magic”, το συναυλιακό “Can’t Happen Here” και δύο instrumental εξιλεώσεις του Blackmore απέναντι στις απαξιωτικές κριτικές για “ξεπούλημά του” στην αμερικάνικη αγορά: το ομώνυμο, που είναι μια ηλεκτροφόρος εκδοχή στην 9η του Μπετόβεν, highlight σε όλες τις περιοδείες τους μέχρι το ’84, και το εγκεφαλικό “Maybe Next Time”. Ένα κομμάτι μένει έξω από τα 40 λεπτά βινυλιακής χωρητικότητας. Από τα καλύτερα του συγκροτήματος, το “Jealous Lover”, η πρώτη συγγραφική συνεργασία Blackmore/ Turner, ξεκινάει την καρριέρα του σαν b-side και καταλήγει να φθάσει στο Νο 13 του καταλόγου των “rock tracks” του Billboard.

Ο νέος τραγουδιστής, έχει φανερά rock θεμέλια στη φωνή και μπορεί να υποστηρίξει όλη τη γκάμα του Blackmore, από το ποπ κλασσικόμορφο φαλσέττο του “I Surrender”, όσο και το ευφορικά χεντριξικό “No Release”. Συγχρόνως, όπως αποδεικνύεται από την περιοδεία που ακολουθεί μέσα στο ’81, έχει την αυταρέσκεια και το sex appeal που χρειάζεται για να κρατήσει μακριά τη σκιά του δεινόσαυρου από τους Rainbow, καθώς μπαίνει το ’82. Το σημαντικότερο; Ακούει χωρίς πολλά-πολλά το “αφεντικό”. Γι΄αυτό θα μείνουν μαζί τέσσερα σχεδόν χρόνια.

Στη χώρα μας, το “Difficult To Cure”, στην εποχή που κυκλοφόρησε, δίχασε. Από τη μία το δυσοίωνο εξώφυλλο με τους χειρούργους (της Hipgnosis) που παρέπεμπε ευθέως σε Yes, Floyd και Zeppelin και το πιστοποιητικό του ονόματος Blackmore οδηγούσε κατευθείαν προς τις δισκοθήκες των “παλιών” ροκάδων (ηλικίας 25 και πάνω), από την άλλη τo υπερβολικά “εύκολο” και εθιστικό “I Surrender” και το καλοδουλεμένο μελωδικό υπόβαθρο των εννέα κομματιών, ξενέρωνε τις χουλιγκάνικες ορδές των Motorhead, των Saxon και των Maiden που πολλαπλασιάζονταν.

Τρεις δεκαετίες μετά, είναι πια “γεγραμμένο”: παρότι ομόφωνα όχι ο καλύτερος της “εμπορικής” περιόδου των Rainbow, το “Difficult…” είναι όντως δίσκος αναφοράς για το πέρασμα από το βαρύ στο corporate rock, για την διεύρυνση του κοινού, ακόμη και για τη διάσωσή του από νεοκυματικούς κλαυσιγέλους των αρχών των ‘80s. Ιδίως, δε, είναι δίσκος αναφοράς για το πώς τα δομημένα hard rock τραγούδια και οι ερμηνείες τους, φωνητικές και οργανικές, είναι αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος. “Ανίατες” στο πέρασμα του χρόνου.