PAVLOV’S DOG: “Has Anyone Seen Sigfried?”

Στο ατέρμονα περιπετειώδες μονοπάτι του ροκ, κρύβονται θαμμένα διαμάντια.

Μυστηριώδεις δίσκοι, η ποιότητα και οι συνθήκες ηχογράφησης των οποίων έφτιαχναν για γενεές ακροατών και δισκοδίφεων μύθους επί μύθων. Δίσκοι που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, άλλοι που κυκλοφόρησαν αλλά εξαφανίστηκαν κάτω από χρεωκοπίες ή συγχωνεύσεις δισκογραφικών, δίσκοι απίθανων σχημάτων με καταγωγή από το διάφορες γωνιές του κόσμου, δίσκοι με uncredited συμμετοχές διάφορων “θεοτήτων”, πρώτα άλμπουμ χωρίς δεύτερο, γιατί αμούστακα μέλη γκρουπ αποφάσισαν να τα βροντήξουν και να γίνουν “κανονικοί” αφανείς άνθρωποι.

Μια τέτοια αδιαπέραστη ομίχλη περιέβαλε μέχρι πρότινος και το “χαμένο τρίτο” άλμπουμ των Pavlov’s Dog. Μόνο πειρατικά κυκλοφόρησε, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια σε κασσέτα και πιο πρόσφατα σε κόπιες με κάκιστο ήχο και κλεψίτυπο εξώφυλλο από γερμανική εταιρία.

Αλήθεια όμως, υπήρξε ποτέ “κανονικά” αυτό το τρίτο, άφαντο, άλμπουμ; Και το κυριώτερο: Άξιζε;

Είχαν περάσει τρία μόλις χρόνια από το ’74. Οι Pavlov’s Dog ήταν το πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα με τις μεγαλύτερες προσδοκίες να το συνοδεύουν. Με οδηγό την εκπληκτικής έκτασης και χροιάς φωνή του David Surkamp, με τα επικά απαυγάσματα “Julia” και “Song Dance” να λάμπουν στη φαρέτρα του “Pampered Menial” και τον πολυμήχανο Sandy Pearlman παραγωγό, το γκρουπ, παραδόξως, πριν προλάβει να γίνει διεθνώς γνωστό, έστειλε τις προσδοκίες αυτές να κατακρυμνιστούν σε έναν κόλαφο από συγκρουόμενες φιλοδοξίες, καταχρήσεις και προσωπικές έριδες μεταξύ των μελών του.

Τα πρώτα σημάδια αποσύνθεσης φάνηκαν στο γεμάτο jazz φευγιό και folk μελαγχολία “At The Sound Of The Bell”, όταν και ο προεξάρχων στον ήχο τους βιολιστής Sigfried (χωρίς e) Carver έριξε μαύρη πέτρα. Έτσι, το ’77, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του τρίτου άλμπουμ τους, κάπου στο St. Louis, το συγκρότημα διαλύθηκε και επίσημα. Ένας Surkamp στα όρια της νευρικής κατάρρευσης πήρε τις ημιτελείς πομπίνες στη Νέα Υόρκη και επιχείρησε μαζί με τον – κατά βάση φλαουτίστα – Doug Rayburn και μέλη των Steely Dan να τις ολοκληρώσει. Με παραγωγούς τους Mark Spector και John Jansen, κιθάρες προστέθηκαν, δομές κομματιών απλουστεύτηκαν, ο Steve Scorfina συνέβαλε ένα παλιό του από τις μέρες του με τους REO, έως και μια διασκευή επιστρατεύτηκε. Όμως, όταν το άλμπουμ ολοκληρώθηκε, τα “κοστούμια” της Columbia έμειναν ασυγκίνητα: “Not recommendable for release” και ο δίσκος εγκαταλείφθηκε. Ο Surkamp έπεσε σε κατάθλιψη και εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Θα θυμάστε, άλλωστε, ότι στα 80s κυκλοφορούσε ευρέως ότι αυτοκτόνησε.

Το 2013, ως εκ θαύματος (μάλλον ”από μηχανής θεός” και όχι “από κατασκευής” promo trick) βρέθηκαν οι αυθεντικές ταινίες των ηχογραφήσεων του ’77. Οι αναβιώσαντες εδώ και μια δεκαετία Pavlov’s Dog, στην πραγματικότητα ο με αειθαλή φωνή Surkamp που περιοδεύει ακόμη (πέρασαν κι από δω το ’10), σήμερα το ανασύρουν και το παρουσιάζουν για πρώτη φορά όπως του αξίζει. Με το αυθεντικό εξώφυλλο, με το εσώφυλλο – comic strip με το οποίο αποπειράθηκαν κάποιοι να το κυκλοφορήσουν υπό το όνομα “The St. Louis Hounds”, με σημειώσεις του Surkamp και με ένα γύρο θριάμβου από bonus tracks.

Η συγκίνηση εισβάλει από τα ηχεία αβίαστα με το “Goodbye Trafalgar”, που θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιοδήποτε από τα δύο πρώτα lp. Το “Falling In Love” είναι ένας άνεμος αισιοδοξίας που έλειπε τόσο από το πομπώδες “…Menial” όσο και από το κουασιμόδειο “…Bell”. Το “Only You” (το παίζουν στις σύγχρονες συναυλίες) είναι η ρομαντική μπαλάντα – αδελφάκι του Julia που θυμίζει από που κρατούσε το ανατριχιαστικό βιμπράτο του μακαρίτη του Midnight. Το “Painted Ladies” υπερρεόντως ρομαντικό, φέρνει κατευθείαν στο μυαλό ταινίες του James Ivory, με κυρίες βικτωριανής εποχής (ομπρέλα ηλίου, μέση δαχτυλίδι, καπέλο υπερπαραγωγή). Τα “I Love You Still” (μια υποηλεκτρική εκδοχή Boston, με ανθρώπινη ερμηνεία), “Jenny” (βατό mid-tempo με αχνά δεύτερα φωνητικά) και “Today” (η διασκευή του Marty Balin) παραείναι “απλά” για τον ήχο του γκρουπ, χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα γέμιζαν με κλάση τη δεύτερη πλευρά οποιουδήποτε πετυχημένου δίσκου της εποχής του.

Το, παραπεταμένο outtake από τις ηχογραφήσεις του ’77, “Stop Short” είναι μια ημιτελής ροκ έκπληξη (με το άτακτο πιανάκι και το ψυχεδελικό σπάσιμο στη μέση), όπως και το “It’s All For You” (του Scorfina), που κόβεται με fadeout πάνω που θα γινόταν ανήσυχο κι ενδιαφέρον. Το “Suicide”, δυσοίωνο (“I’m just a man with a hole in his heart”) όσο και σύντομο, ανήκει στο ύφος του “…Bell” και παραπέμπει στην κατάθλιψη που ιστορεί ο Surkamp ότι τον κατέτρεχε εκείνη την ταραγμένη περίοδο, κι όμως απαλύνει με την ονειρική instrumental coda του “While You Were Out”.

Και πάνω που ενστικτωδώς χρειάζεσαι ακούσματα για να το ζυγίσεις με τα άλλα δύο, τα κλασσικά, άλμπουμ, έρχεται μια διαδοχή από οκτώ (ναι, 8) bonus tracks για να πάρει ο Sigfried την εκδίκησή του, 37 χρόνια μετά, σαν τον Κόμη Μοντεκρίστο. Μια εναλλακτική μίξη του “Falling In Love”, μια ακουστική εκδοχή του “Julia” από το 2007 και έξι φοβερές live εκτελέσεις από πρόσφατες περιοδείες (2011-2012), αποκαλύπτουν ένα συγκρότημα που σφύζει από ενέργεια, με βιολιά, φλάουτα, πιάνα και ηλεκτρικά σόλο να έρχονται από παντού και πάνω απ’ όλα την μοναδική αυτή φωνή, ακμαία και παθιασμένη. Το “Paris” είναι ανατριχιαστικό και στο “Only You”, ο Surkamp ακούγεται να το αφιερώνει στον πραγματικό Sigfied, τον Carver, που αναχώρησε πριν λίγα χρόνια από τα εγκόσμια.

Τα διαμάντια, λένε, είναι παντοτινά. Τα ροκ διαμάντια, καλογυαλισμένα, τα θαυμάζεις περισσότερο.