MORASS OF MOLASSES: “The Ties That Bind”

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το τρίο από το Reading, καθώς μας προσφέρουν μόλις το δεύτερο άλμπουμ τους, μετά το ντεμπούτο του 2017, που είχε τον τίτλο “These Paths Are Tread”. Τα μουσικά υπονοούμενα που αφήνει η τριχοφυΐα τους επιβεβαιώνονται, καθώς κάθε μουσάτος τύπος που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να περιπλέξει το όνομά του με χαρακτηρισμούς όπως stoner, doom, sludge, groove.

Ένα σημαντικό μέρος της μουσικής τους υπόληψης έχει να κάνει με την προσφιλή τους συνήθεια να οργώνουν τους δρόμους και να μοιράζονται σε κάθε ευκαιρία τη σκηνή, γεγονός που τους έδωσε τη φήμη των δουλευταράδων. Για να αρχίσουμε να περικυκλώνουμε πιο συγκεκριμένα το στρατόπεδο των MoM, φτάνει να αναφέρουμε πως έχουν παίξει με τους  Crowbar, Orange Goblin, Ohhms, Vodun, Elephant Tree, Desert Storm, Space Witch, Mammoth Weed Wizard Bastard και πολλούς άλλους.

Ένα ιδιαίτερο όνομα, η πηγή του οποίου κρύβει 21 νεκρούς και 150 τραυματίες, εμπνευσμένο από τη μεγάλη πλημμύρα της Βοστώνης στις 15 Ιανουαρίου του 1919, ουσιαστικά έχει τη μουσική βάση του στο «Νησί» και χρωστά πολλά στην πρώιμη περίοδο των Black Sabbath όπως συνηθίζουν να φιλτράρουν μέσα από σύγχρονο πρίσμα αρκετά σημερινά σχήματα του heavy/doom ύφους.

Πέρα από αυτή την προφανή βάση που στηρίζεται στο ρυθμό, οι MoM απλώνονται αισθητά και σε πιο bluesy διαθέσεις, ιδιαίτερα στο “Estranger” που κυριαρχείται από αυτή τη διάθεση, ενώ οι τόνοι πέφτουν επιλεκτικά, όπως στο “Legend Of The Five Sons”, που φλερτάρει διακριτικά με το prog rock, έχοντας μικρές πινελιές από Jethro Tull και Pink Floyd. Σε παρόμοια διάθεση γλιστρά και το σύντομο instrumental “As Leaves Fall”.

Μετά από αυτό το ντελικάτο ξέφωτο στα μισά της  διαδρομής του άλμπουμ, ένα ακόμα instrumental, το “Persona Non Grata” θα μοιραστεί ανάμεσα στα δυο πρόσωπα της μουσικής τους και με το ήπιο φινάλε του θα μας παραδώσει στο υποβλητικό και ογκώδες “In Our Sacred Skin”, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του δίσκου, εμπλουτισμένο και με πιο ατμοσφαιρικές πινελιές που διατηρούν όμως τη ροή του.

Συνολικά, οι MoM επιδιώκουν να είναι πιο εξωτικοί, ιδιαίτεροι και εναλλακτικοί από τα ανάλογα γκρουπ του χώρου. Καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα μυστηριώδες κλίμα απόδρασης από την πραγματικότητα στερώντας ίσως από τον τυπικό οπαδό την πρωταγωνιστική διάρκεια του groove, και προσφέροντας χρόνο σε χαμηλόφωνες παρενθέσεις, ενώ με τέτοιο τρόπο σφραγίζουν και το άλμπουμ, στο “The Deepest Roots”.

Αν είστε φίλοι αυτών των συνδυασμών του κλασικού ύφους των 70’s με το σύγχρονο stoner/sludge/doom και δεν σας ενοχλούν οι περίτεχνα βαλμένες δόσεις blues και prog rock, θα νιώσετε σαν στο σπίτι σας. Οι τύποι από το Reading πάντως ακούγονται ικανοί να μας δώσουν στο μέλλον ένα πραγματικό αριστούργημα.

Morass of Molasses – Death Of All

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 441 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…